Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η τελευταία θλίψη του Γκαίτε


Ο Θεός υπαγόρευσε την πρώτη εντολή στον Μωυσή μόλις εκείνος είχε φτάσει στο όρος Σινά: «Μην ερωτευθείς». Τα 2.244 μέτρα του όρους, είχαν όμως κουράσει τον προφήτη, ο οποίος έτσι έχασε τη σημαντικότερη θεϊκή εντολή και καταδίκασε σε δυστυχία άνδρες και γυναίκες. Ο έρωτας πηγάζει από τον πόνο. Αυτό σκέπτεται ο Γκαίτε στο νέο μυθιστόρημα του Μάρτιν Βάλζερ Ένας ερωτευμένος άντρας, βιβλίο το οποίο, όπως συχνά συμβαίνει με την υπογραφή Βάλζερ, προκάλεσε σκάνδαλο.
Το 1823 στο Μαρίενμπαντ, θέρετρο της Βοημίας, η Ουλρίκε φον Λέβετσοφ, γοητευτική νέα, 19 ετών, κινητοποίησε για τελευταία φορά ερωτικά τον Γκαίτε, όταν ο συγγραφέας του Φάουστ ήταν πλέον 74 ετών. Ο Βάλζερ, ήδη ογδοντάχρονος και πλέον, μπαίνει στο μυαλό και τις αγωνίες του μεγάλου ποιητή και μεταμορφώνεται σε Γκαίτε, ξαναζεί τον έρωτα του ηλικιωμένου για τη νεαρή, ξαναγράφει τις επιστολές του προς την Ουλρίκε, που εκείνη έκαψε μόλις πριν πεθάνει, 76 χρόνια αργότερα. «Σκέφτηκα ότι ήμουν ο Γκαίτε», λέει ο Βάλζερ, πονώντας στην πλάτη, άβολα καθισμένος στον καναπέ του ωραίου του σπιτιού στην όχθη της λίμνης στην Κωνσταντία. «Έγραψα τις επιστολές, τις οποίες ορισμένοι καθηγητές υποστηρίζουν ότι δεν είχα δικαίωμα να τις γράψω. Για μένα όμως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, δεν δίστασα καθόλου. Ακόμα και ο ίδιος ο Γκαίτε γράφοντας ταύτισε τον εαυτό του με τον Τορκουάτο Τάσο: κανένας δεν υποστήριξε ότι απέτυχε. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ και εγώ να συμπεριφερθώ απέναντι στον Γκαίτε όπως έκανε εκείνος με τον Τάσο: γνωρίζω τον έρωτά του, γνωρίζω τον πόνο του».
O Γκαίτε, ήδη διάσημος και τιμημένος σε όλη την Ευρώπη, υποφέρει διότι το πάθος και η πρόταση γάμου προς την Ουλρίκε δεν γίνονται δεκτά από την οικογένεια της – όχι ευθέως, αλλά ίσως έτσι είναι ακόμα πιο δυσάρεστη η απόρριψη. Είχε γνωρίσει την Ουλρίκε το 1821, όταν εκείνη ήταν 17 ετών. Αυτή ακριβώς η δυστυχία επέτρεψε στον Βάλζερ να φανταστεί και να υλοποιήσει το μυθιστόρημα. Μετά τις διακοπές, επιστρέφοντας στη Βαϊμάρη, ο Γκαίτε γράφει την Ελεγεία του Μαρίενμπαντ. Κατά τον Βάλζερ, «ίσως το σπουδαιότερο γερμανικό ποίημα πάνω στον έρωτα: από εκεί άντλησα τον πόνο και το πάθος, και από εκεί μπόρεσα να κατανοήσω και να αναδημιουργήσω τη γυναίκα, την Ουλρίκε», για την οποία υπάρχουν ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες, «και κατάλαβα ότι ο Γκαίτε δεν δέχεται να μένει μακριά της, κάνει τους άλλους να το πιστέψουν, και δεν υποχωρεί, παρόλη του τη δυστυχία. Αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου μου». Διεισδύοντας στο μυαλό του Γκαίτε από το παράθυρο της ποίησής του, ο Βάλζερ μπόρεσε έτσι να μελετήσει – με φιλόδοξους στόχους – τον έρωτα του ηλικιωμένου για μία νεαρή γυναίκα, θέμα που είχε ήδη χειριστεί στο παρελθόν.




















Ο Βάλζερ ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει γιατί αυτό συμβαίνει: ο ηλικιωμένος αναζητά την αθανασία ή επιθυμεί να ξαναζήσει την εφηβεία του; «Δεν είμαι υπηρεσία πληροφοριών για ερωτικά θέματα – υπογραμμίζει – Πιστεύω όμως ότι στα 25 του σπάνια αναρωτιέται κανείς για τα αίτια του έρωτα. Τον εμπιστεύεται, έχει τη σιγουριά των συναισθημάτων. Αντίθετα σε προχωρημένη ηλικία, γνωρίζουμε πολύ λιγότερο το λόγο για τον οποίο μας αγαπάνε. Στη ζωή ο έρωτας είναι μια αναζήτηση, δεν είναι κάτι το σταθερό και πάντοτε αμετακίνητο. Είναι κάτι το διαλεκτικό, που πηγαίνει από το ένα άκρο στο άλλο, όπως η θρησκεία. Ο Κίρκεγκαρντ υποστήριζε ότι το μεγαλείο της πίστης βρίσκεται μέσα στο μεγαλείο της απιστίας. Το ίδιο ισχύει και για τον έρωτα: όσο πιο μεγάλος είναι τόσο μεγαλύτερες είναι οι αμφιβολίες».
Ακόμα και το αίσθημα της Ουλρίκε για τον ηλικιωμένο δεν εξηγείται: τον φιλάει, του μιλάει, τον αφήνει να της κάνει κόρτε, ενίοτε τον αναζητά. «Είδα πριν από λίγο καιρό μια διαφήμιση σε ένα τρένο –αφηγείται ο Βάλζερ– έλεγε ότι η επιτυχία κάνει τον άνθρωπο σεξουαλικά ελκυστικό. Ιδού το πρόβλημα του Γκαίτε». Η νεαρή κοπέλα είναι ερωτευμένη με τη φήμη του; «Δεν γνωρίζω εάν τα πράγματα ήταν όπως σήμερα –απαντάει– κάθε γενίκευση είναι και πλαστογράφηση των συναισθημάτων: ίσως αυτό μπορούν να το κάνουν οι κοινωνιολόγοι, ίσως μπορούν να δώσουν μια απάντηση, αλλά είναι αδύνατον να περιγράψουν επακριβώς άτομα με σάρκα και οστά». Εκείνη ίσως ελκύεται από τη μεγαλοφυΐα; «Ο ίδιος ο Γκαίτε θα ήθελε να το ξέρει. Επιθυμεί να τον αγαπούν, αλλά μέχρις εκεί. Βλέπει τον έρωτα χωρίς μέλλον, σαν ένα φαινόμενο που μοιάζει με το θάνατο».
Έρωτας ως πηγή δυστυχίας, ακριβώς. Με αυτήν την έννοια, κατά τον Βάλζερ, είναι αδύνατο να φανταστούμε μεγαλύτερο έρωτα από αυτόν: δηλαδή αίσθημα μεταξύ δύο ατόμων με τεράστια διαφορά ηλικίας, γεμάτο ερωτηματικά, ανασφάλειες και άγχη. Και αναφέρει τον Μωυσή που δεν άκουσε την πρώτη εντολή και έκανε τη ζωή της ανθρωπότητας αφόρητη.
Οι θεωρίες αυτές προκάλεσαν σκάνδαλο και πολεμικές. Η συζήτηση που ξεκίνησε από τις εφημερίδες αφορά τον Γκαίτε και τα αισθήματά του, αναλύει τη σχέση έρωτα και πόνου, θέτει το ερώτημα κατά πόσον ο έρωτας βρίσκεται στη βάση της λογοτεχνίας. Και φυσικά, κορυφώνεται όταν φτάνουμε στη διαφορά ηλικίας των πρωταγωνιστών του ειδυλλίου.
«Όσες κριτικές προέρχονται από γυναίκες – λέει ο Βάλζερ – βλέπουν στη σχέση ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο και μια νεαρή το σκάνδαλο, τη ντροπή, τη βιολογική πλευρά, την αισθητική, την ηθική. Διότι η αναπαραγωγή δεν είναι πλέον δυνατή ανάμεσα τους. Όμως αυτή η άποψη κινδυνεύει να είναι ρατσιστική: ακόμα και ένας μαύρος που ζει με μια λευκή γυναίκα προκαλεί ρατσιστικές αντιδράσεις. Είναι το ίδιο πράγμα».
Ο Βάλζερ είναι από τους σημαντικότερους ζώντες γερμανούς συγγραφείς. Για ορισμένους ο σημαντικότερος. Αμφισβητούμενος, μερικές φορές και πολύ μάλιστα, αλλά φερώνυμος, σε μια Γερμανία που πάντα είναι ευαίσθητη στη διασταύρωση της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία. Ακόμα και αυτό το βιβλίο του μας αναστατώνει: παρουσιάζει μια χώρα αντιμέτωπη με τις κρίσεις της και την καθημερινότητα της ζωής, με αφορμή θέματα διαχρονικά και θεμελιώδη, υποστηρίζοντας ότι στον 21ο αιώνα και την παγκοσμιοποιημένη υφήλιο συνεχίζει να δρα μια εκρηκτική δύναμη, η ευρωπαϊκή και δυτική ιδέα του έρωτα.
Μερικοί τον θεωρούν πολύ «γερμανό» συγγραφέα, επειδή δέκα χρόνια πριν, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναφορικά με το θέμα της οικοδόμησης του εβραϊκού μνημείου στο Βερολίνο, είχε μιλήσει για «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος», για «εκμετάλλευση των ατυχιών μας» και είχε φυσικά κατηγορηθεί για αντισημιτισμό. Την τελευταία αυτή άποψη, την οποία ο Βάλζερ, ελεύθερο πνεύμα, «ούτε δεξιός, ούτε αριστερός», αισθάνεται ακόμα να τον κατατρέχει, δεν την αρνείται. Αντίθετα. Όμως δεν δέχεται τον χαρακτηρισμό «πολύ γερμανός». Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον Μπαλζάκ, τον Σταντάλ, τον Σιλόνε, τον Στρίντμπεργκ, τον Ντοστογιέφσκι. Λέει ότι τώρα του αρέσει ο συμπατριώτης του Κάρλ Χάιντς Οτ, όπως και ο αμερικανός Ντένις Τζόνσον.
Μιλώντας για λογαρισμό ενός παγκόσμιου πνεύματος, όπως αυτό του Γκέτε, περί του έρωτα, κάνει μια χειρονομία η οποία ξεπερνά κατά πολύ τη φιλοδοξία ενός απλού γερμανού συγγραφέα.

Ντανίλο Τάινο


To κείμενο αυτό θα δημοσιευθεί σε προσεχές τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο. Ο Μάρτιν Βάλζερ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1927. Είναι πεζογράφος, διάσημος για τα πορτρέτα των μυθιστορηματικών αντιηρώων του. Ο Ντανίλο Τάινο είναι ιταλός δημοσιογράφος, ανταποκριτής της Κοριέρε ντε λα Σέρα στο Βερολίνο

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ