Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Από τις "Αναγνώσεις" του Δέντρου

Από τη στήλη "Αναγνώσεις" του ΔΕΝΤΡΟΥ, Νο 193-194 που κυκλοφορεί. Δεν λέω, μεγάλο για το F.B. το κείμενο, αλλά υπάρχουν αναγνώστες που ενδιαφέρονται. Εκτός απ' τα κείμενα για τον Καβάφη υπάρχει μια σειρά συνεργασιών που είναι γοητευτικές και αξιανάγνωστες.


Πώς παντρεύεται κανείς και πώς πεθαίνει

"ΠΩΣ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΩΣ πεθαίνει" είναι ο τίτλος μιας έκδοσης που περιλαμβάνει ελάχιστα γνωστές νουβέλες του γάλλου νατουραλιστή Εμίλ Ζολά, τις οποίες είχε γράψει αρχικά για το ρωσικό μηνιαίο περιοδικό "Le Messager d’Europe". Ο Εμίλ Ζολά συνεργάστηκε μ’ αυτό μεταξύ του 1875 και του 1877, χάρις στο ενδιαφέρον του διάσημου συναδέλφου του Ιβάν Τουργκένιεφ.
Μαθήματα έρωτα, διαστροφών και οδηγίες χρήσης αισθημάτων ενός δεξιοτέχνη Εμίλ Ζολά, σε κείμενα τα οποία έγραψε πριν από 140 τόσα χρόνια, αλλά μοιάζουν σαν να σχολιάζουν τα σημερινά ήθη.
Βασική μέριμνα της γραφής των ιστοριών ήταν ο στοχασμός πάνω στη γαλλική κοινωνία εκείνης της εποχής, η αναφορά σε αλλαγές και νέες συνήθειες. Άρα δεν μπορούσε να λείψει η ανελέητη ανάλυση του έρωτα στην αυγή της τεχνολογίας. Στα κομμάτια που ακολουθούν, το συναίσθημα δίνει τη θέση του στον υπολογισμό. Παντρευόμαστε από συμφέρον ή από φόβο μήπως μείνουμε μόνοι; Οι νέοι θέλουν να μειώσουν τα έξοδα στα μισά, οι αριστοκράτες και οι επαγγελματίες ψάχνουν για μια γυναίκα που να δίνει λάμψη στο σπίτι τους και να είναι ευπαρουσίαστη στην κοινωνία. Και εκείνη τους ευχαριστεί, παρότι αργότερα βρίσκει εραστές. «Αντιστρέφεται η λογική του ρομαντικού έρωτα, του πολύ αφηρημένου και όχι συνδεδεμένου με την υλική ζωή», λέει ο καθηγητής Πιερλουίτζι Πελίνι, μελετητής του Ζολά. «Το γεγονός είναι ότι ζούσε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική επανάσταση και ο εκσυγχρονισμός των ηθών είχαν ποσοστώσει την ύπαρξη με βάση ακριβείς ρυθμούς, είχαν μετατρέψει τη ζωή σε ένα μηχανισμό». Άρα ακόμα και ο έρωτας έπρεπε να λειτουργεί σαν μηχανισμός. «Όμως, οι μηχανισμοί», προσθέτει ο Πελίνι, «σε όλα τα βιβλία του Ζολά λειτουργούν στην εντέλεια, παρότι στο τέλος απορρυθμίζονται». Έτσι συμβαίνει και με τις σχέσεις. Αυτές οι νουβέλες γράφτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα;
Τον 17ο αιώνα ο έρωτας στη Γαλλία ήταν ένας κύριος με φτερά, ντυμένος υπέροχα. Έμπαινε στα σαλόνια συνοδευόμενος από σοβαρή μουσική. Υπάκουε σε ένα άκρως πολύπλοκο εθιμοτυπικό και δεν τολμούσε να κάνει ούτε ένα βήμα εάν αυτό δεν είχε προσυμφωνηθεί. Από την άλλη, παρέμενε απόλυτα ευγενής, με ζυγισμένη τρυφερότητα και τίμια χαρά.
Τον 18ο αιώνα ο έρωτας είναι ένα δύσκολο πρόσωπο που μετατρέπεται σε χυδαίο. Τον ευχαριστεί να αγαπάει και να διασκεδάζει γευματίζοντας με μια ξανθιά, δειπνώντας με μία μελαχρινή, θεωρώντας τις γυναίκες γενναιόδωρες θεές των οποίων τα ανοιχτά χέρια σκορπάνε ευχαρίστηση. Μια ανάσα ηδονής περνάει πάνω από όλη την κοινωνία, καθοδηγεί το χορό των ποιμενίδων και των νυμφών, τα ντεκολτέ τρέμουν κάτω από τις δαντέλες: λατρευτή εποχή όπου η σάρκα βασίλευε, όπως και η μεγάλη ηδονή, της οποίας η μακρινή πνοή φτάνει έως εμάς ακόμα χλιαρή, με το άρωμα των λυμένων μαλλιών.

Τον 19ο αιώνα ο έρωτας είναι ένας καθωσπρέπει νεαρός, σωστός σαν συμβολαιογράφος, κρατικοδίαιτος. Συνεργάζεται με άλλους ή πουλάει κάτι στο βάθος ενός μαγαζιού. Η πολιτική τον συνεπαίρνει, οι δουλειές τον απασχολούν όλη μέρα, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα. Όσο για τις νύχτες, τις αφιερώνει στο πρακτικό του βίτσιο, σε μια ερωμένη την οποία πληρώνει ή σε μια νόμιμη σύζυγο που τον πληρώνει.
Έτσι λοιπόν, ο ηρωικός έρωτας του 17ου αιώνα και ο αισθησιακός του 18ου, κατέληξαν στον επιδιορθωμένο, σαν συμβόλαιο χρηματιστηρίου, υλικό έρωτα. Άκουσα πρόσφατα ένα βιομήχανο να παραπονιέται γιατί δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί μια μηχανή που να φτιάχνει παιδιά. Υπάρχουν μηχανές που καθαρίζουν το σιτάρι, που υφαίνουν, αντικαθιστούν τους ανθρώπινους μυς με γρανάζια για όλες τις δουλειές. Την ημέρα που μια μηχανή θα κάνει έρωτα στη θέση των υπεραπασχολουμένων του αιώνα, όσων αφιερώνουν το χρόνο τους στη σύγχρονη δραστηριότητα, θα τους εξοικονομήσει χρόνο, θα τους κάνει πιο δριμείς, πιο αρρενωπούς στη μάχη της ζωής. Μετά το υπέροχο χτύπημα της Επανάστασης, οι άνδρες στη Γαλλία δεν έχουν ακόμα ξαναβρεί το χρόνο να σκεφτούν τις γυναίκες. Υπό το Ναπολέοντα τον Α΄, το κανόνι εμπόδιζε τους εραστές να ακούνε ο ένας τον άλλον. Κατά τη διάρκεια της Παλινόρθωσης μια τρομακτική επιθυμία πλουτισμού κυριάρχησε στην κοινωνία. Τέλος, η βασιλεία του Ναπολέοντα του Γ΄ αύξησε ακόμα περισσότερο τις ορέξεις για χρήμα χωρίς να φέρει ούτε ένα βίτσιο ή μια νέα διαστροφή.

Υπάρχει και μία άλλη αιτία, η επιστήμη, ο ατμός, ο ηλεκτρισμός, όλες οι εφευρέσεις αυτών των τελευταίων πενήντα ετών. Πρέπει να δούμε το σύγχρονο άνδρα, με τις πολλαπλές εξωτερικές ασχολίες του, τον καταπονημένο από την ανάγκη να διατηρήσει τα πλούτη του και να τα αυξήσει, με το μυαλό σε όλο και νέα προβλήματα, με το σώμα ναρκωμένο από την καθημερινή μάχη, έχοντας γίνει και αυτό ένα απλό γρανάζι της κοινωνικής μηχανής που δουλεύει ακατάπαυστα. Έχει ερωμένες, όπως έχει κανείς άλογα για να ασκείται. Εάν παντρευτεί, αυτό το κάνει γιατί ο γάμος εντάσσεται στα ενδιαφέροντά του για δράση, όπως άλλες δραστηριότητές του. Εάν έχει παιδιά αυτό συμβαίνει γιατί το θέλησε η γυναίκα του.
*
Ο Ζιλ Μπογκράν είναι ο γιoς του διάσημου κυρίου Μπογκράν, του δικηγόρου, του γνωστού ρήτορα των πολιτικών μας συγκεντρώσεων. Ο Αντουάν Μπογκράν, ο παππούς του, ήταν ένας φιλήσυχος αστός από την Ανζέρ, προερχόμενος από οικογένεια συμβολαιογράφων, πολύ σεβαστή στην επαρχία. Όμως αυτόν δεν τον ενδιέφερε η δικηγορική καριέρα και ξόδευε απλώς τα εισοδήματά του. Ο μεγαλύτερός του γιός όμως, ο περίφημος Μπογκράν, πολύ ενεργητικός και φιλόδοξος, έγινε πλούσιος. Όσο για τον Ζιλ Μπογκράν, έχει τις μεγάλες φιλοδοξίες του πατέρα του, τη ματαιοδοξία του εύπορου και τις ανάγκες της πριγκιπικής πολυτέλειας. Δυστυχώς, έχει μόλις κλείσει τα τριάντα και αρχίζει να αισθάνεται μέτριος. Αρχικά είχε ονειρευτεί να γίνει βουλευτής, να απολαύσει τις επιτυχίες του αγορεύειν, να γίνει υπουργός. Όμως κατά τη διάρκεια των ασκήσεων των νεαρών δικηγόρων όπου είχε διαπρέψει στην ευφράδεια, αποκαλύφθηκε ένα ανυπόφορο ψέλλισμα, μια έλλειψη ιδεών και λόγου, τα οποία του έκλειναν απολύτως το δρόμο προς τους πολιτικούς θριάμβους. Στη συνέχεια δίστασε λιγάκι, σκεπτόμενος ότι θα μπορούσε να κάνει καριέρα στον βιομηχανικό κλάδο.

Οι σπουδές για ειδικότητα τον τρόμαξαν. Και τελικά αποφάσισε να ανοίξει ένα δικηγορικό γραφείο. Ο πατέρας του, ο οποίος ανησυχούσε πολύ γι’ αυτόν, του αγόρασε σε υψηλή τιμή ένα από τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία, όπου ο τελευταίος ιδιοκτήτης είχε κερδίσει δύο εκατομμύρια. Εδώ και έξι μήνες, λοιπόν, ο Ζιλ είναι δικηγόρος. Το γραφείο βρίσκεται σε ένα σκοτεινό χώρο, στην οδό Σεντ Αν. Εκείνος ζει σε μια πολυκατοικία της οδού Άμστερνταμ, περνάει τα βράδια του κοινωνικά, συλλέγει πίνακες, παρουσιάζεται ως δικηγόρος όσο το δυνατόν λιγότερο. Πάντως του φαίνεται ότι τα κέρδη αργούν πολύ να έρθουν. Γύρω του αισθάνεται ότι λείπουν ακόμα στοιχεία πολυτέλειας, ένα δείπνο κάθε βδομάδα, π.χ., με σημαντικές προσωπικότητες ή ένα δικό του σαλόνι ανοιχτό κάθε Τρίτη βράδυ για να συγκεντρώνει τους πολιτικούς φίλους του πατέρα του. Πείθει τον εαυτό του ότι ένας ακριβότερος τρόπος ζωής, δεξιώσεις, πέντε άλογα στο στάβλο, τελοσπάντων μια επέκταση όλου του σπιτιού, θα ήταν τέλειο δέλεαρ για να διπλασιαστούν οι πελάτες του. Ζήτησε τη συμβουλή του πατέρα του: «Παντρέψου», του λέει εκείνος. «Μια γυναίκα θα φέρει σπίτι σου κίνηση και ζωντάνια… Διάλεξε μια πλούσια, διότι γυναίκα με τα προσόντα που ζητάς στοιχίζει πολύ ακριβά. Πάρε τη δεσποινίδα Ντεβίν, την κόρη του ιδιοκτήτη της βιοτεχνίας … Έχει προίκα ένα εκατομμύριο. Είναι ό,τι πρέπει για σένα». […]

Ο Ζιλ είχε γνωρίσει τη Μαργκερίτ όταν ήταν κοριτσάκι. Οι δύο οικογένειες παραθέριζαν στην εξοχή του Φοντενμπλό και κατοικούσαν σε κοντινά σπίτια. Η Μαργκερίτ είναι ήδη 25 ετών. Θεέ μου! Πόσο έχει ασχημύνει τώρα που την ξαναβλέπει. Σίγουρα ποτέ δεν υπήρξε όμορφη. Κάποτε ήταν σκούρα σαν τυφλοπόντικας. Τώρα είναι σχεδόν καμπούρα και το ένα της μάτι είναι μεγαλύτερο από το άλλο. Κατά τα άλλα: η ευγενέστερη κοπέλα του κόσμου, με πολύ χιούμορ, λένε, και εξαιρετικά απαιτητική ως προς τα προτερήματα που ζητάει από έναν άνδρα. Έχει αρνηθεί τις καλύτερες προτάσεις, πράγμα που εξηγεί γιατί έχει μείνει ακόμα γεροντοκόρη παρά το εκατομμύριό της. Όταν ο Ζιλ την αφήνει μετά την πρώτη τους συνάντηση, μιλάει γι’ αυτήν με τα καλύτερα λόγια. Ντύνεται υπέροχα, μιλάει για τα πάντα με εξαιρετικό στιλ, φαίνεται σαν γυναίκα ικανή να χειριστεί ένα σαλόνι με εκπληκτικό τρόπο, σαν Παριζιάνα στην οποία η ασχήμια τής δίνει, απλώς, στιλ.
Ας πούμε, για να είμαστε ειλικρινείς, ότι μια κοπέλα με ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες φράγκα δικαιούται και να είναι άσχημη. Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα προχωρούν ραγδαία. Οι αρραβωνιασμένοι δεν είναι άτομα που χάνουν χρόνο με κουταμάρες. Και οι δύο γνωρίζουν πολύ καλά ποια συναλλαγή φέρουν εις πέρας. Συνεννοήθηκαν με ένα χαμόγελο. […]
Στο δημαρχείο έχουν κληθεί το πολύ δέκα άτομα. Ο δήμαρχος είναι εξάδελφος του Ζιλ. Παίρνει σοβαρό ύφος για να διαβάσει το Δίκαιο του γάμου. Όμως μόλις αφήνει το βιβλίο, ξαναγίνεται άνθρωπος του κόσμου, κάνει κομπλιμέντα στις κυρίες, θέλει να δώσει ο ίδιος την πένα στους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων είναι δύο γερουσιαστές, ένας υπουργός και ένας στρατηγός. Η Μαργκερίτ προφέρει το Ναι με κάπως δυνατή φωνή και επισημότητα, διότι γνωρίζει το νόμο.
Όλοι οι παρόντες παραμένουν σοβαροί, λες και η παρουσία τους βοηθάει στο να κλείσει μια συναλλαγή μεγάλων κεφαλαίων. Καθένας από τους νεόνυμφους αφήνει χίλια πεντακόσια φράγκα για τους φτωχούς. Και το βράδυ, στο σπίτι των Ντεβίν, παρατίθεται δείπνο όπου έχουν κληθεί οι μάρτυρες. Μόνον ο υπουργός δεν μπόρεσε να έρθει, γεγονός που δυσαρέστησε πολύ τις δύο οικογένειες.

Ο θρησκευτικός γάμος γίνεται στη Μαντλέν. Τρεις μέρες νωρίτερα ο Ζιλ και ο πατέρας του πήγαν για να συμφωνήσουν την τιμή. Θέλησαν τη μεγαλύτερη δυνατή πολυτέλεια και συζήτησαν για κάποια ποσά: για τη λειτουργία, για το αρμόνιο, για τα χαλιά. Συμφωνούν ότι ένα χαλί θα καλύπτει τα είκοσι σκαλοπάτια και θα φτάνει μέχρι το πεζοδρόμιο. Συμφωνούν επίσης ότι το αρμόνιο θα υποδεχτεί με ένα θριαμβευτικό εμβατήριο την είσοδο της πομπής. Θα στοιχίσει πενήντα φράγκα, αλλά θα εντυπωσιάσει.
Έχουν σταλεί κάπου χίλιες προσκλήσεις. Η Μαργκερίτ είναι σχεδόν ελκυστική. Ο Ζιλ αισθάνεται πολύ σημαντικός βλέποντας ότι έχει κινητοποιήσει τόσον κόσμο. Εν τω μεταξύ το αρμόνιο παίζει, η χορωδία έχει υπέροχες φωνές, η τελετή διαρκεί σχεδόν μιάμιση ώρα κάτω από τους μεγαλοπρεπείς θόλους. Θέαμα υπέροχο. Μετά αρχίζει μια ατελείωτη παρέλαση. Οι γνωστοί, οι καλεσμένοι, ακόμα και οι άγνωστοι, μπαίνουν από μία πόρτα και βγαίνουν από μία άλλη. Αυτή η τυπικότητα διαρκεί άλλη μια ώρα. Υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτικών, δικηγόρων, μεγαλοβιομηχάνων, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων. Και ο Ζιλ σφίγγει με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα το χέρι ενός χλωμού νεαρού δημοσιογράφου, ο οποίος ίσως γράψει λίγα λόγια για το γάμο. Και επειδή ούτε οι Μπογκράν ούτε οι Ντεβίν διαθέτουν αρκετά μεγάλο σαλόνι για το γεύμα, το βράδυ τρώνε και χορεύουν στο Οτέλ ντι Λουβρ. Το φαγητό είναι άθλιο. Ο χορός, στην αίθουσα χορού του ξενοδοχείου, είναι πολύ ζωηρός. Τα μεσάνυχτα, μια άμαξα οδηγεί τους νεόνυμφους στην οδό Άμστερνταμ. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής αστειεύονται μέσα στο νυχτερινό Παρίσι, ενώ σκιές γυναικών τριγυρνάνε στις γωνίες των δρόμων. Όταν ο Ζιλ μπαίνει στο νυφικό δωμάτιο βρίσκει την Μαργκερίτ να τον περιμένει ήσυχα, με τον έναν αγκώνα ακουμπισμένο στο μαξιλάρι. Είναι λίγο χλωμή και το χαμόγελό της είναι ντροπαλό, τίποτα περισσότερο. Ο γάμος ολοκληρώνεται με μεγάλη φυσικότητα, σαν κάτι αναμενόμενο εδώ και καιρό.

Οι Μπογκράν είναι παντρεμένοι εδώ και δύο χρόνια. Δεν έχουν χωρίσει αλλά εδώ και έξι μήνες παραμελούν ο ένας τον άλλον. Όταν τον Ζιλ τον πιάνει μια απροσδόκητη επιθυμία για τη γυναίκα του, πρέπει να της κάνει κόρτε για μια βδομάδα πριν του επιτραπεί να μπει στο δωμάτιό της. Τις περισσότερες φορές για να κερδίσει χρόνο, ο οποίος είναι πολύτιμος, πηγαίνει αλλού να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Έχει τόσα να κάνει! Σήμερα είναι άνδρας πολυάσχολος, δεν του αρκεί πλέον το γραφείο του, συνεργάζεται με διάφορες εταιρείες, παίζει ακόμα και στο χρηματιστήριο. Αισθάνεται πολύ χαρούμενος όταν το Παρίσι ασχολείται μαζί του, όταν εφημερίδες αναφέρουν τα αστεία του.
Εξάλλου δεν δέρνει τη γυναίκα του και δεν έχει ακόμα κατορθώσει να βρει έναν τρόπο, παρά τις συμβουλές του πατέρα του, για να εισπράξει τις 600 χιλιάδες που είναι δεσμευμένες με συμβόλαιο. Από την πλευρά της, η Μαργκερίτ είναι μια γοητευτική γυναίκα. Η κοπέλα κράτησε την υπόσχεσή της. Έκανε το κτίριο της οδού Άμστερνταμ τόπο εορταστικής πολυτέλειας. Όλη η τρελή ασωτία του Παρισιού, τα φορέματα των χιλίων σκούδων της μιας βραδιάς, τα χαρτονομίσματα που τυλίγονται για να ανάψουν κεριά, προσφέρουν μια λάμψη πλούτου εκπληκτική. Από το πρωί ώς το βράδυ οι άμαξες περνάνε κάτω από τις αψίδες. Και ορισμένες νύχτες, η γειτονιά ακούει μέχρι πρωίας μια μακρινή μουσική που συνοδεύει τα γλυκά γέλια των χορευτριών. Η Μαργκερίτ λάμπει μέσα στην ασχήμια της. Έχει στολιστεί για να γίνει πιο ελκυστική από μια όμορφη κοπέλα. Είναι περισσότερο από όμορφη, είναι χειρότερη, έτσι όπως λέει και η ίδια γελώντας. Το ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες της προίκας της καίγεται σαν άχυρο. Θα κατέστρεφε το σύζυγό της εάν της έλειπε η σπάνια ευφυΐα. Γνωρίζουμε ότι διαθέτει μόνο χίλια φράγκα το μήνα για τη γκαρνταρόμπα της. Όμως κανένας δεν είναι τόσο κακόγουστος ώστε να εκπλήσσεται βλέποντάς την να ξοδεύει σε ένα μήνα όσα κερδίζει σε ένα χρόνο. Ο Ζιλ είναι ικανοποιημένος, καμία γυναίκα δεν θα είχε κρατήσει το σπίτι του σε τέτοιο επίπεδο και της είναι ειλικρινά ευγνώμων για όλα όσα κάνει θέλοντας να διευρύνει τον κύκλο των γνωριμιών τους. Αυτή τη στιγμή η Μαργκερίτ συμπεριφέρεται σαν κόρη σε έναν από τους γερουσιαστές που ήταν μάρτυρας στο γάμο της. Τον αφήνει να της φιλήσει την πλάτη πίσω από τις πόρτες και του επιτρέπει να της προσφέρει χρήματα μέσα σε κουτιά από καραμέλες.

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΜΠΟΡΓΚΟΝΟΒΟ
Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

"Ξαναδιαβάζουμε τον Καβάφη"

TO ΔΕΝΤΡΟ, ΝΟ 193-194, "Ξαναδιαβάζουμε τον Καβάφη". Είναι ο τρίτος αφιερωματικός τόμος στον ποιητή, που η υποδοχή του δημιουργεί αισιόδοξες διαθέσεις. Από παντού συνεχίζονται οι παραγγελίες (διάβαζε "ενδιαφέρον"). Βιβλιοπωλεία που άλλοτε αγόραζαν 2-3 αντίτυπα ζητούν τώρα 30. Εκδηλώσεις στην επαρχία που αφορούν τον Αλεξανδρινό και το έργο του θέλουν να εμφανίσουν και να πουλήσουν το αφιέρωμα.

Όμως, όπως συμβαίνει σε κάθε αφιέρωμα του ΔΕΝΤΡΟΥ, υπάρχουν πολλές (ισόποσες) σελίδες ποικίλης ύλης, επιλεγμένα κείμενα, μεταφρασμένης κυρίως λογοτεχνίας. Στο συγκεκριμένο τεύχος είδαμε ότι τα κείμενα αυτά ενδιέφεραν το ίδιο, ή και πολύ περισσότερο, από το αφιέρωμα, γιατί μολονότι κάθε προσωπική ματιά στον Καβάφη μπορεί να είναι μοναδική, οι αναγνώστες δεν παύουν να ενδιαφέρονται για το λεγόμενο δημιουργικό, λογοτεχνικό κείμενο (ποίηση, πεζογραφία).

Το ίδιο συμβαίνει με το επόμενο αφιέρωμα, που ως θέμα έχει την παραλογοτεχνία (με την έννοια του κειμένου που περνά άκριτα από την παρανάγνωση, ή ακόμα με την έννοια της παραλογοτεχνικής συμπεριφοράς, αναγνώσεις σε μπαλκόνια, στους δρόμους με ντουντούκες), ένας κανόνας "φανατικών για γράμματα" παιδιών που δεν φιλτράρεται από το χιούμορ και γίνεται συνθήκη ισοβαρής με την καίρια ανάγνωση και το αυστηρών προδιαγραφών πάθος γι αυτήν. Το προσεχές, λοιπόν, αυτό αφιέρωμα ακολουθούν εξαιρετικές σελίδες δημιουργικής λογοτεχνίας.
 
 

"Η αθανασία των σκύλων"

Οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ ανακοίνωσαν σήμερα το πρωί ότι επίκειται η έκδοση του βιβλίου μου "Η αθανασία των σκύλων". Με την ευκαιρία, σκέφτηκα να προβάλω, εκτός απ' τους γραπτούς σκύλους και τις ιστορίες του βιβλίου που θα διαβαστούν και θα κριθούν, τον πλησιέστερο πραγματικό σκύλο, συγκάτοικο και υπεράνω κριτικής φίλο, τον "Μελένιο". Η φωτογραφία είναι της Χριστίνας Μαυρουδή, στο πάρκο, πίσω από το νοσοκομείο Συγγρού.
 

Η αθανασία των σκύλων

Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο του Kώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων».

Ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…
Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον· δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων –σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου– παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».
* * *
60-435-430-6, τιμή: 14 ευρώ
 
 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Οδός Lentulus 52, Βέρνη



Πριν από χρόνια είχα αρχίσει να μαζεύω φωτογραφίες με παλιούς επισκέπτες της Βενετίας, οι οποίοι πόζαραν μπροστά στη συγκεκριμένη μεταλλική κολόνα. Το φανάρι βρίσκεται στην είσοδο του Αγίου Μάρκου. Για τους φωτογράφους και φωτογραφιζόμενους του Μεσοπολέμου ήταν το πιο συνηθισμένο σημείο. Αν ο φακός δεν έβλεπε την πρόσοψη του ναού και στρεφόταν κάπως προς τη θάλασσα, στο πλάνο έμπαινε, όπως συμβαίνει εδώ, και λίγο από το Παλάτι των Δόγηδων.

Είχα βρει αρκετές φωτογραφίες τής κολόνας με τα εκατοντάδες περιστέρια, ώσπου βαρέθηκα και εγκατέλειψα τη συλλογή. Σήμερα, σε ένα στενό στο Μοναστηράκι, ανακάλυψα μέσα σε σωρό χαρτιών τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Εικονιζόμενοι είναι ένας πατέρας, ο κ. Κομιάνος αν διαβάζω σωστά, η σύζυγος και η κόρη τους (με άσπρο καλοκαιρινό φορεματάκι και ψάθινο καπέλο), πιθανόν κάτοικοι Ελβετίας. Πρόσεξα αμέσως την έκφραση και το βλέμμα του μικρού κοριτσιού που, αν το '31 είναι 12 έως 14 χρόνων, σήμερα φαίνεται δύσκολο να ζει. Κοιτάζει, όπως ο καθισμένος αυτόχθων χασομέρης πίσω τους, το φακό, δηλαδή βλέπει εμάς.

Είναι 20 Ιουνίου του '31, ένατος χρόνος με το φασιστικό ημερολόγιο, εικοστός μετά το Νομπέλ του Μαρκόνι. Επόμενος σταθμός τους, όπως αναφέρεται στο κείμενο, είναι η Stresa, συναρπαστικής ομορφιάς χωριό στις όχθες της Lago Maggiore (η λέξη "λίμνη" γραμμένη ανορθόγραφα). Οι παραλήπτες είναι Ελβετοί από τη Βέρνη (κατοικούν στην οδό Lentulus 52).

Βρήκα εύκολα το δρόμο στο Google Earth. Το νούμερο 52 είναι η πρώτη κατοικία δεξιά. Σκέπτομαι πως αν οι αποστολείς ήξεραν το δρόμο, η φωτογραφία του ίντερνετ οπωσδήποτε θα τους εντυπωσίαζε. Όχι ότι η αλλαγή δείχνει να είναι μεγάλη, αλλά πώς θα καταλάβαιναν έναν κόσμο κραυγαλέα φουτουριστικό, όπου η τεχνολογία παρωδεί σύνορα και αποστάσεις, έτσι που ανά πάσα στιγμή να βρίσκεσαι σε όποια γωνιά της Ελβετίας, ή όπου αλλού επιλέξεις; Και, κυρίως, πώς θα έβλεπαν ότι η ανύποπτη, προσωπική στιγμή τους στη Βενετία μπορούσε να διευρυνθεί τόσο, που να ταξιδεύει μετά απ' αυτούς, αήττητη απ' το χρόνο, ως ανάρτηση, μ' άλλα λόγια, ενός αγνώστου, που έχει μεταλλάξει με τα μέσα της εποχής του το ευάλωτο υλικό τού πλανόδιου σε αμετάκλητη ψηφιακή αθανασία;













 Φωτογραφία

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Με τρεις λέξεις

 
Διαβάζω σε ένα παλιό περιοδικό επιστολές του Καζαντζάκη. Από την Ιταλία του 1920. Περιηγητής, χωρίς τις μυθοπλαστικές του υπερβολές, και κυρίως απαλλαγμένος από τον γλωσσικό ακκισμό. Πραγματικό σχολείο παρατήρησης, που αγγίζει αποκαλυπτικά κάθε κλίμακα και τόνο:

«Γύρω από τον ποιητή Μarinetti, φανατικοί αφοσιωμένοι μαθητές. Ζωγράφοι, μουσικοί, ανώτεροι απ’ τον αρχηγό. Απέραντες συζητήσεις με τον ίδιο. Άφριζε, μη μπορώντας να απαντήσει. Επιπόλαιος, μα τον θαυμάζω. Αντέχει ηρωικά το γελοίο».

Αλλού, μιλά για τον Δανό συγγραφέα Jorgensen. Ήταν βιογράφος του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που το βιβλίο του μετέφρασε ο Καζαντζάκης πριν να γράψει ο ίδιος τον "Φτωχούλη του Θεού". Τώρα που το σκέπτομαι, ίσως την ιδέα τού έδωσε αυτή η μετάφραση.

Το θέμα όμως που κυρίως με σταματά είναι άλλο: η περιγραφή που κάνει ο Καζαντζάκης για τον Jorgensen. Δεν θυμάμαι ποτέ, στις κατά καιρούς αναγνώσεις μου, ένα πρόσωπο να αποκαλύπτεται με τρεις λέξεις: «Είναι εξήντα ετών. Έξυπνος, πικραμένος, μέτριος».
 
 
 

Φωτογραφίες


Δύο φωτογραφίες χωρίς συνάφεια.

1. Παλαιοπωλείο στην οδό Ερμού, λίγο πριν την πλατεία Ασωμάτων. Εκτίθεται το δεύτερο αφιέρωμα του Δέντρου στον Καβάφη, δυσεύρετο (8.11.'13).

2. Καλαμάτα, οδός Αριστομένους. Μπαλκόνι ερειπωμένου ξενοδοχείου (9.11.'13).

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Και πάλι στην Καλαμάτα




Και ενώ περιερχόμουν, Κυριακή πρωί, τους έρημους δρόμους της Καλαμάτας, με συνόδευαν -πράγμα που δεν είπα στην προηγούμενη, σχετική ανάρτηση- ποιήματα και εικόνες ενός εξαίρετου ποιητή που έχει συνδέσει, στους συνειρμούς μου, την πόλη με τους στίχους του.

Θυμόμουν ένα ποίημά του που αφορούσε το σεισμό της περιοχής, όταν "ο δρόμος βρέθηκε στον τέταρτο" και ο πατέρας ήταν ανήμπορος να κατέβει. Βρήκα την πολυκατοικία στην οδό Νέδοντος, είδα τον τέταρτο, το διαμέρισμα, την είσοδο ψύχραιμη και απαθή, όπως όλα τα πράγματα που δεν παλεύουν με τη μνήμη.

Θυμόμουν ακόμα, σε άλλη συλλογή, έναν θάνατο από αναστάσιμη φωτοβολίδα στην πλατεία της Υπαπαντής. Είναι το πιο αθόρυβο όχημα οι καταγραφές που κάνει η ποίηση. Πολλές φορές μιλά περισσότερο για τον εαυτό της (δείχνει τα μέσα της, αυτοθαυμάζεται ή αυτοσχολιάζεται), αλλά εδώ μολονότι οι τρόποι του ποιητή φτιάχνουν την απόλυτη οικονομία του ακαριαίου, φτάνει ώς εμάς η αύρα του παρελθόντος, η αυτόχθων μελαγχολία του γεγονότος.

Ο Γιάννης Τζανετάκης είναι σαν να πιστεύει πως μιλάει σε κάποιον με υπερακοή. Τόσο διακριτική, ήρεμη και χαμηλόφωνη είναι η πυκνή συντομία του:



Κροτίδες

Εκεί που σήκωνε ο ιερέας Ανάσταση πέρασε μέσα απ’ το
εκ νεκρών η φωτοβολίδα. Ναυτική παρότι ο Ιησούς άλλη
μέρα περπάτησε στα κύματα αχ μανούλα ευτυχώς πήρα
από σένα κι έμεινα στο ένα εβδομήντα –τη δέχτηκε έτσι 

 ο πίσω μου στο πρόσωπο. Ωραίος θάνατος: από το εν τοις
μνήμασι στο μνήμα. Έγιναν όλα αστραπιαία για δευτερό-
λεπτα κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτε ως κι ο νεκρός
πεσμένος έψαλλε ακόμα. Μετά το πλήθος άνοιξε σκόνταψα
πάνω του θάνατον πατήσας στο βάθρο παιάνιζε η μπάντα
τα άμφια οι ιερείς ψηλά στον ουρανό οι άλλες κροτίδες.
τα είχα χαμένα –αλήθεια ήταν άραγε ή σκριπτ; Στο δρόμο
έσβηνα οι δικοί μου προσεχτικά σα φλόγα με έφεραν στο σπίτι.

(«Στο νήπιο με στυλό», εκδ. Καστανιώτη, 1998)

Εωθινό


Η Υπαπαντή, στην Καλαμάτα. Είχα δεκαετίες να βρεθώ σε ναό πριν από το "Ευλογητός ο Θεός", και με την εξαιρετικά πρωινή αφύπνησή μου, σήμερα το κατάφερα και μάλιστα στη μητρόπολη: ένας επίτροπος, ο νεωκόρος, μια υπέργηρη κυρία που χάιδευε όλα τα σώματα στις πολυπρόσωπες αγιογραφίες κι έβαζε την παλάμη στο μέτωπο σαν ανιμίστρια, ο ιερέας στο ιερό (7 ακριβώς εκφώνησε την εναρκτήρια ευχή) και εγώ που δεχόμουν την εωθινή ευλογία.

Απ' ότι είδα σε μια πινακίδα, βγαίνοντας, η μεγάλη πλατεία μπροστά απ' τον ναό ήταν ο τόπος όπου συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι μετά τον μεγάλο σεισμό. Στην οδό Υπαπαντής, τον λιγότερο κατεστραμμένο δρόμο της πόλης, άνοιγαν τα πρώτα καφενεία, ένας εκδρομικός σύλλογος έφευγε για τη Βυτίνα με δύο πούλμαν μπροστά στα οποία διάβαζαν τα ονόματα των επιβατών, και μερικοί σκύλοι κοιμόνταν ακόμα ανάμεσα στα άδεια τραπέζια. Στις 7 και 30΄ άρχιζε το πρωινό στο ξενοδοχείο. Ο ένας στους τρεις Άγγλους πελάτες προτιμούσε τσάι. Έφαγαν λιτά με τις βαλίτσες δίπλα τους, και σηκώθηκαν όλοι ταυτοχρόνως για το αεροδρόμιο.
 
 

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Στην Καλαμάτα

Αποψε στην Καλαμάτα μιλούμε για ενα ποιητικό βιβλίο. Αν κανείς βρίσκεται κοντα ας περάσει απο τον Παπασωτηριου (Αριστομενους)
 
 

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Η "Ανολοκλήρωτη" γραφή


Έγραφα πριν από χρόνια στη "Στενογραφία" (Κέδρος, 2006) ότι "και η πιο αδιάλλακτη στον εαυτό της γλώσσα, ο πιο αφοσιωμένος στις αρχές του λόγος, δεν μπορούν να κρύψουν τη φιλαράσκεια του συγγραφέα τους, το θρίαμβο της στυλιστικής εντέλειας πάνω στην αντίσταση του κειμένου. Η ελεγεία, το μανιφέστο, ακόμα και μια Λειτουργία (Messa), κάποτε ξεχνούν το αυστηρό φορτίο των ιδεών τους χάριν της καθαρής μορφής, αυτού του καθρέφτη κάθε δημιουργικού ναρκισσισμού".

Δεν υπάρχει ως φαίνεται εξαίρεση. Από τα κείμενα που γράφουμε όλοι και πάντοτε θεωρούμε ότι είναι νωρίς να τα παραδώσουμε (γιατί έχουμε την πεποίθηση ότι μπορούν ή ότι πρέπει να βελτιωθούν), μέχρι τις "Εξομολογήσεις" της Αγίας Θηρεσίας της Άβιλα (το δεύτερο μεγάλο πρόσωπο του ισπανικού μυστικισμού μετά τον Ιωάννη του Σταυρού), όλα αντιμετωπίζονται με την ίδια επιφύλαξη από τον συγγραφέα τους. Οι πάντες, είτε συνειδητά είτε από ένα ένστικτο αμφιβολίας, πιστεύουν ότι κάθε γραπτό μπορεί να αρτιώνεται στο διηνεκές. Ακόμη και οι σελίδες της Αγίας Θηρεσίας που διάβαζα χθες το βράδυ, είδα με έκπληξη ότι συνοδεύτηκαν, λίγο πριν να παραδωθούν προς ανάγνωση, από την ίδια κριτική διάθεση.

Το έργο στάλθηκε στον πατέρα Γκαρθία ντε Τολέδο, μαζί με μια επιστολή της συγγραφέως: "Δεν είχα ακόμα τελειώσει το ξαναδιάβασμα της αφηγήσεώς μου, όταν ήλθαν να μου τη ζητήσουν εκ μέρους σας. Γι αυτό θα υπάρχουν κάποια σημεία που έχουν εκτεθεί άσχημα και άλλα που πιθανόν επαναλαμβάνονται. Είχα τόσο λίγο καιρό στη διάθεσή μου γι αυτή την εργασία και δυστυχώς δεν μπορούσα να δω πάλι όσα σιγά σιγά έγραφα. Σας εξορκίζω λοιπόν, πάτερ μου να τη διορθώσετε και να βάλετε κάποιον να την αντιγράψει στην περίπτωση που θα την στείλετε στον Πατέρα Ηγούμενο της Άβιλα [...] Το βιβλίο αυτό τέλειωσε τον Ιούνιο του 1562", γράφει η τελευταία γραμμή του έργου, αλλά είμαι βέβαιος ότι η συγγραφέας θα ήθελε πολύ να το παραδώσει δυο χρόνια αργότερα.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Στην Καλαμάτα

Το επόμενο Σάββατο, 9.11., ο Τάσος Γουδέλης και εγώ θα μιλήσουμε στην Καλαμάτα (βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου) για ένα ιδιαίτερο ποιητικό βιβλίο. Ο ποιητής ονομάζεται Κώστας Ζωτόπουλος και η συλλογή "Η επίσκεψη του ποιήματος".

Είναι ζήτημα αν έχω παρουσιάσει σε δημόσιο χώρο δυο-τρία βιβλία στη ζωή μου, αλλά η ποίηση του Ζωτόπουλου, που δεν γνώριζα, με παραξένεψε με το ιδιαίτερο στίγμα της. Παραφράζοντας, παρωδώντας ή μιμούμενη τους τρόπους του Καβάφη (κυρίως ποιήματα που αναφέρονται σε επιγράμματα) κατορθώνει να δώσει ένα φρέσκο και γνήσια προσωπικό αποτέλεσμα, που γίνεται ακόμα πιο αξιοπρόσεκτο εκεί που μιλά για τη γραφή, την ποίηση, το κτίσιμο του ποιήματος. Στιχουργική, που στις καλύτερες στιγμές της έχει το χαρακτήρα της Ars Poetica, με καίριες επισημάνσεις για το ποιητικό μυστικό και τους τρόπους που εμφανίζεται.