Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

"Εδώ είναι η '΄Ελλη', κύριε;"



Κοιτάζοντας επίμονα και για πολλήν ώρα με το "γυαλί" των χταποδιών, όταν η θάλασσα βρισκόταν σε απόλυτη ηρεμία, ήταν πιθανόν, στο τέλος, να συμπεράνεις κάποιους αμφίβολους σκοτεινούς όγκους. Αν κάποιος επέμενε πως πράγματι διακρίνεται μια σκούρα έκταση στο βυθό, οι άλλοι ήταν έτοιμοι να τον δουν. Ναι. Αόριστη, συγκεχυμένη, λιγότερο φωτεινή από το υπόλοιπο μέρος του νερού, και γι αυτό πάντα υποθετική στα μάτια μας, αναπαυόταν σ' ένα απλησίαστο βάθος η "Έλλη". Ημέρες μεγάλης γαλήνης, με την ευκαιρία ενός ψαρέματος ή μιας βόλτας με τα κουπιά, την ώρα που ο ήλιος έπεφτε προς την πλευρά της Γυάρου, τα παιδιά των παραθεριστών, κάτω απ' το λευκό αντιηλιακό πανί, πάντα έσκυβαν και ρωτούσαν τους γονείς τους ή τον ντόπιο βαρκάρη: "Εδώ είναι η 'Έλλη', κύριε;" [...]

Για μας, τους γεννημένους αρκετά μετά το '40 στην Τήνο, που δεν είχαμε ζήσει το γεγονός κι ούτε είχαμε ακόμη διαβάσει γι αυτό, υπήρχαν επί πλέον λόγοι να αντιμετωπίζουμε την "Έλλη" ως κάτι μακρινό, με την έννοια του θρύλου. Η μοναδική φωτογραφία, ήταν ένα μακρινό πλάνο από το υψηλότερο σημείο της πόλης, εκεί όπου είναι χτισμένη η "Μεγαλόχαρη". Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με τον πανικό που ακολούθησε, η φυγή των κατοίκων και των προσκυνητών οδήγησε και τον φωτογράφο (Μεγαλοοικονόμου) στο μακρινό εκείνο σημείο.[...]

Η φωτογραφία έγινε αργότερα, το 1948, γραμματόσημο με χρώμα μπλε και σχήμα κατακόρυφο. Είναι η στιγμή που η "Έλλη" φλέγεται, με μια τεράστια στήλη καπνού να ανεβαίνει στον ουρανό. [...]

Το 1955 άρχισαν οι εργασίες ανέλκυσης του βυθισμένου πλοίου. Ένας τεράστιος πλωτός γερανός ανέσυρε διαρκώς κομμάτια χοντρής σκουριασμένης λαμαρίνας και άμορφων σιδερικών απ΄το βυθό. Οι δύτες εργάζονταν χωρίς διακοπή, κόβοντας με οξυγόνο το πλοίο. Ο γιγαντιαίος βραχίονας σήκωνε αργά τα κομμένα μέρη κρατώντας τα μετέωρα, ώσπου να πέσει ένα μεγάλο φορτίο άμμου και νερού που περιείχαν. Το βρεγμένο σίδερο που ανασυρόταν άστραφτε για λίγο στο φως και αφηνόταν στην ορθογώνια επιφάνεια της πλωτής εξέδρας. Τα κομμάτια μεταφέρονταν στο υποτυπώδες γήπεδο της πόλης, που, πετρώδες και ανοιχτό πλάι στη θάλασσα, τα δέχονταν προσωρινά.[..]

Αυτά τα λείψανα που ανέβαιναν πάλι στο φως της μέρας έτσι απλά, σαν οποιαδήποτε εργασία, χωρίς ν΄ακούγεται κανένας ψίθυρος του χρόνου, χωρίς να μεσολαβεί ο πόνος της Ιστορίας, ήταν η δική μας "Έλλη". Το υλικό των σιδερικών άρχιζε σταθερά να αυξάνει, ανακατεμένο, άμορφο, ανεξερεύνητο. Διατηρώ ανεξίτηλη την εικόνα μιας ψηλής στοίβας πιάτων (προφανώς σε κάποια απ' τις εξερευνήσεις μου είχα φτάσει στην κουζίνα), κολλημένων μεταξύ τους με τον τρόπο που η θάλασσα συγκολλά τα αντικείμενα, άθικτων αλλά σκεπασμένων με χόρτα και όστρακα. Ανακάλυψα επιπλέον μαχαιροπίρουνα, ψωμιέρες και ένα ζευγάρι κλειδιά πόρτας, καθώς και δύο ναυτικά πηλήκια (!), που άγνωστο πώς είχαν μείνει άφθαρτα. [...[

Εν πάση περιπτώσει, ο κτυπημένος απ΄την τορπίλη κυματοθραύστης δεν είναι πια ο ίδιος. Με έργα που έγιναν το 1955 καταστράφηκε (στην κυριολεξία) το μοναδικό ιστορικό και αισθητικό στοιχείο που χαρακτήριζε το λιμάνι του νησιού. Μια φαρδιά ευθεία λεωφόρος έκοψε βάρβαρα τον ιστό του παραλιακού οικισμού και ένωσε το λιμάνι με την εκκλησία. Το σημείο που βλήθηκε απ' την ιταλική τορπίλη μεταβλήθηκε σε εκτεταμένη αποβάθρα" [...]

Κώστας Μαυρουδής, "Η Καθημερινή", ένθετο '7 Ημέρες', Ιούνιος 1996

Δεκεπενταύγουστος

Σκέφτηκα σήμερα να γράψω για Δεκαπενταύγουστους που θυμάμαι. Οι επέτειοι είναι σαν τις παγίδες. Τα πουλιά γεγονότα κάθονται και δεν μπορούν να ξεκολλήσουν. Όλα είναι στη διάθεσή μας στο εξής, τίποτε δεν πετά στη λήθη. Πρόθεσή μου ήταν να ξαναθυμηθώ τη μέρα αυτή στην Τήνο, ένα βράδυ υπό ραγδαία βροχή στη Λούρδη (προσκύνημα οικουμενικό, παγκόσμιο, υψηλού κύρους, σε σχέση με τις εικόνες της δικής μας λατρείας), να γράψω ακόμα για Δεκαπενταύγουστους στην Αόστα, στην έρημη Μπολόνια, σε ένα ορεινό χωριό στα σύνορα Ελβετίας-Ιταλίας, στου οποίου την εκκλησία είδα, θυμάμαι, για πρώτη φορά, σκύλο να εκκλησιάζεται και στην είσοδό της μια μαρμάρινη πλάκα με ονόματα από δύο πεσόντες εκείνου του Αλπικού τόπου, το '40, στην Αλβανία.

Ακόμα ήθελα να μιλήσω για την "εμβληματική" (όπως λένε μ' αυτή την εκνευριστική διατύπωση) ταινία του Ντίνο Ρίζι, με τον Βιτόριο Γκάσμαν και τον Ζ.Λ. Τρεντινιάν, το εξαίρετο "Sorpasso", (ελλην. "Ο φανφαρόνος"), απ' τις δέκα καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά (η αξιολόγηση δική μου), όλη η δράση σε έναν ρωμαικό Δεκαπενταύγουστο που συναιρεί την κωμωδία και το δράμα, δείχνοντάς μας το σημείο της τομής τους. Πολλά είναι. Καταλήγω να αναρτήσω συνοδευτικά δύο εικόνες από το "Θησαυρό" της 14ης Αυγούστου (σαν σήμερα ακριβώς εκεί που ζούσα, πριν από 58 χρόνια) και ένα απόσπασμα από παλιό μου κείμενο, "Η Τήνος σε τρίτο πρόσωπο", από την "Ελευθεροτυπία" (Δεκέμβριος 2000). Μιλώ σε τρίτο πρόσωπο, ως Χ., για τις εικόνες που ξαφνικά κατέκλιζαν, την περίοδο της γιορτής, το νησί, επίμονες καταγραφές, έκτυπες εντυπώσεις, όμως τώρα πια με την επιφύλαξη της ηλικίας που μας έχει μάθει τι ανακρίβειες έχουμε επεξεργαστεί και κουβαλάμε ως μνήμη. Άλλωστε, στην ταινία που μόλις μνημόνευσα, ακούγεται εκείνη η υπέροχη φράση: 'Ολοι έχουμε μια λάθος ανάμνηση απ' τη νεότητά μας. Είναι η ωραιότερη ηλικία γιατί δεν θυμόμαστε". Αποσπώ, λοιπόν:

"[...] Μια θερινή μέρα, στο τρίτο κατάστρωμα του ατμόπλοιου "Ιόνιον", ο μικρός Χ. ταξίδευε με τον πατέρα του, ακροατή σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, μιας μοναχής, ηγουμένης για την ακρίβεια. Ο μικρός, αμύητος στα υπερβατικά, πρόσεχε το μουστάκι τού πάνω χείλους της και δεν του διέφυγε ότι, βαθμιαία, στο πρόσωπό της εμφάνισαν πτώση οι τόνοι της ώχρας, μέχρι που, τρέχοντας πάνω απ' την παροπλισμένη πισίνα, η ταλαιπωρημένη γυναίκα τήρησε σχολαστικά την αλγεινή εθυμοτυπία της ναυτίας [...]

Ανακαλώντας τώρα ο Χ. εκείνον τον τόπο της λαϊκής λατρείας, συνέχεται από την εντύπωση ότι η παθολογία και η διαταραχή ήταν τρέχουσα συνθήκη. Ενηλικιώθηκε μέσα σε εικόνες ενός ανοικτού ασύλου, μιας φυσικής παραφροσύνης που η αποδοχή της όμως από την απλοϊκή πίστη μετέβαλε το δραματικό και το ανίατο σε κατανοητή νομιμότητα. Κάποιος τυφλός επαιτούσε με δυο γυάλινα μάτια στην παλάμη, ένας ασθενής με επιληψία κυλιόταν στο έδαφος ώσπου να βάλουν στο χέρι του το μεγάλο κλειδί μιας παλιάς πόρτας. Δυο ατροφικά πόδια εμφανίζονταν ανάμεσα στο συνωστισμένο πλήθος. Τετραπληγικοί σε ξεχαρβαλωμένα καρότσια προλάβαιναν να σου στείλουν ένα βλέμμα απελπισίας. Μόλις που μάντευες το βιαστικό πέρασμα ενός ψυχοπαθή στα μαύρα, που τον συνόδευε με έκφραση κατήφειας η οικογένειά του.

Αν η ανθρώπινη έκπτωση (όπως η ακατάγραπτη ποίηση) επιζητούσε τη διατύπωσή της, η Τήνος ήταν το προνομιούχο σημείο. Ο ίλιγγος της πίστης, που καταργεί το θάνατο και σώζει με την ελπίδα, ποτέ άλλοτε και πουθενά δεν δημιούργησε την ποσοτική συσσώρευση της αρρώστιας που κατέληγε να την αντιμετωπίζουν σαν αναπόφευκτο, και γι αυτό αποδεκτό, σύμπτωμα. Η Τήνος ήταν ο κρίκος, ο αναγκαίος σύνδεσμος του επίγειου κολασμού με τη σωτήρια αυταπάτη. Κανένας πόλεμος με το σύμπαν, κανένα αντεπιχείρημα στην τιμωρία. Η αρχέγονη κλίση αποδεχόταν άκριτα το μοιραίο. Έπαιζαν όλοι το ρόλο που τους είχε δοθεί".

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Αύγουστος

Είπα να αναρτήσω, σήμερα, κείμενα και φωτογραφίες που αφορούν τον Αύγουστο. Από το παλιό μου βιβλίο με σύντομες πρόζες "Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι" (εκδ. Νεφέλη 2000), να μια σελίδα που αφορά κάποιον παλιό, ταξιδιωτικό Αύγουστο, μια βιαστική διέλευση, συγκεκριμένα, από την άδεια λόγω των διακοπών του καλοκαιριού Γκρενόμπλ. Με κλικ στο κείμενο η ανάγνωση είναι εύκολη.

Κατεχόμενη Ιαπωνία



Κυρτή πορσελάνη (όχι σπουδαίας ποιότητας) τύπου σταχτοδοχείου, με κεφάλια σκύλων. Το περίεργο είναι πως τα μάτια τους έχουν ζωγραφιστεί από τον λαικό Ιάπωνα καλλιτέχνη "ασιατικά". Η σφραγίδα τους γράφει Made in occupied Japan. Λίγο μετά τον πόλεμο, δηλαδή, με τους Αμερικανούς στη χώρα. Τα θυμήθηκα με την επέτειο της βόμβας.

Annecy

Τι θυμάμαι απ' το (και για το) Annecy; Εμ, μπορείς να γράψεις τώρα δυο λόγια χωρίς το Γκουγκλ ή τους παλιούς σου "Μπλε Οδηγούς"; Κάτι για να συνοδέψει τη φωτογραφία που μας στέλνει ο φίλος μετά την Τεργέστη και τη λίμνη του Iseo; Λοιπόν, έχω περάσει τρεις φορές πολύ παλιά, οι φωτογραφίες που έχω άλλωστε είναι αναλογικές, Άνω Σαβοία (δεν μπαίνουν τα διαλυτικά), κοντά στα ελβετικά σύνορα, τουριστικός προορισμός, παλιό κέντρο Καλβινιστικών σπουδών, ορισμένα πρόσωπα στις σελίδες του Σταντάλ, επίσης, περνούν απ' το Annecy, έχω στείλει κάρτα στον Ντ. από εκεί το '94 (τι θυμάται κανείς...) και μάλλον πάνε τσάμπα οι κάρτες, μετά από μια δεκαετία οι σχέσεις παραληπτών και αποστολέων είναι πια χλομές έως ανύπαρκτες. Η φωτογραφία πάντως που μας στέλνει ο J. είναι το πιο χαρακτηριστικό, γνωστό και φωτογραφημένο σημείο στην πόλη. Όπως η "Βενετία" στη Μύκονο.

Ματίς



"Πόσο το δίνεις το εργάκι", ρώτησα στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών τον παλιατζή τσιγγάνο, που το είχε ανάμεσα σε χαλασμένα κινητά, πιάτα, σκληρούς δίσκους και σαμπουάν με ληγμένη χρονολογία. "50", μου απάντησε χωρίς σκέψη. "-Πενήντααα; γιατί πενήντα;"
"-Είναι Ματίς".

Εκεί βέβαια χάνεις τη μιλιά σου, μέχρι κάποιος παλιατζής, δίπλα, να με τραβήξει και να μου εξηγήσει (εμφανώς με ανταγωνιστική κακεντρέχεια για το γείτονα), ότι στο προηγούμενο παζάρι, ξημερώματα, ένας πελάτης είπε χαμογελώντας στο φίλο του "Κοίτα έναν Ματίς" και το άρπαξε ο καλός μου για να μου πουλήσει υπογραφή (πού δεν έχει).

"Χωρίς το μηδέν η τιμή συζητιέται;", ρώτησα, γιατί παρ' όλα αυτά υπάρχει "αρκετός" Ματίς και μια καλοδιατυπωμένη παιδική αφέλεια στις φόρμες.
"-Άντε, γιατί είσαι χρόνια στα πόδια μας".


Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Λίμνη του Iseo



Η λίμνη του Iseo με το βλέμμα του φίλου J.S., που ταξιδεύει μέσω της βόρειας Ιταλίας επιστρέφοντας στο Παρίσι. Μας στέλνει ορισμένες επιλογές αυτών που βλέπει, και τις δύο τελευταίες ημέρες ο επισκέπτης της σελίδας μου θα βρει σχετικές εικόνες και μικρό σχολιασμό τους. Υποθέτω ότι οι τελευταίες αναρτήσεις μας θα αφορούν την άφιξη του ταξιδιώτη στο Παρίσι, δεν θα εξαιρέσει την πόλη του από τις αποστολές.

Στο μέιλ λάβαμε, χθες το βράδυ, χωρίς κανέναν σχολιασμό, τις φωτογραφίες με τους τίτλους Monte Isola, Ηλιοβασίλεμα, La notte. Η τελευταία, "Η νύχτα" και η κραιπάλη του έρημου τραπεζιού απέναντι στα φώτα της ακτής, είμαι βέβαιος πως δεν αφορά το φωτογράφο. Με σημαδεύει, βλέπεις, πάντα διάθεση ασκητική, και μια φράση της οποίας δεν θυμάμαι την πατρότητα (πιθανόν του Σιοράν) που θεωρώ συναρπαστική αν δεν κολλήσουμε στην κυριολεξία της. "Αυτός που τρώει ανάλογα με την πείνα του είναι πνευματικά καταδικασμένος"

Η ιπτάμενη εικόνα



Χθές μιλούσα για την ξεχωριστή εμπειρία να δέχομαι και να αναρτώ τις φωτογραφίες που μου έστελνε με το κινητό του, όλη τη μέρα, ένας φίλος από το ταξίδι της επιστροφής του στο Παρίσι. Για όσους δεν γεννήθηκαν με κινητό στην τσέπη και το ίντερνετ ήταν περίπου μύηση στο υπερβατικό, η σύγχρονη τηλεπικοινωνία δεν είναι απλό και αυτονόητο παιχνίδι. Από τις αρχές του 20ού αιώνα ήδη, οι διάφορες εφαρμογές της αντιμετωπίστηκαν με θαυμασμό και δέος και δεν θα πάψουν, πιστεύω, ποτέ να μας εκπλήσσουν οι καινοτομίες, έστω κι αν στα βάθη μας κατοικεί ο τυμπανιστής τού ταμ-ταμ.

Περιμένοντας έναν έλεγχο στο ΚΤΕΟ, χθές το απόγευμα, διάβαζα τη "Μέθη της μεταμόρφωσης", μυθιστόρημα του Τσβάιχ (1881-1942), σημειώνοντας και υπογραμμίζοντας πού και πού. Είναι μια ιστορία του 1926. Στις πρώτες ήδη σελίδες περιγράφεται η αποστολή ενός τηλεγραφήματος από τη Γαλλία, πράξη που καθορίζει την υπόθεση. Δεν περνά απαρατήρητος ο τρόπος που ο αφηγητής παρακολουθεί το αθέατο δρομολόγιο των τηλεγραφικών κυμάτων, μια πορεία μαγική και παραμυθένια. Ο θαυμασμός που προσπαθεί να δώσει με τη μεταφορά του ανθρωπομορφισμού τους, προκαλείται από το ξάφνιασμα του νέου (είμαστε στις αρχές του αιώνα), που, όσο κι αν σε βαραίνουν οι αμετακίνητες βεβαιότητες, είναι πάντα ένας θρίαμβος για το κομμάτι της συνείδησης που παραμένει αισιόδοξο και παιδικό.

"...Ο γκρουμ εμφανίστηκε με ένα έντυπο για τηλεγραφήματα. Έφυγε σε λίγο για το ταχυδρομείο με το γραμμένο χαρτί στο χέρι. Λίγα λεπτά αργότερα τα σήματα ξεχύθηκαν από τον τηλέγραφο, σκαρφάλωσαν το ένα πίσω από το άλλο στη στέγη, γλίστρησαν μέσα στα παλλόμενα χάλκινα σύρματα. Ταξιδεύοντας από τηλεγραφόξυλο σε τηλεγραφόξυλο πιο γρήγορα και από αμαξοστοιχίες, ταχύτερα από τα αυτοκίνητα με το γρήγορο πέρασμά τους, το μήνυμα διένυσε αστραπιαία τα χίλια χιλιόμετρα. Οι μεταμορφωμένες λέξεις είχαν κιόλας δρασκελίσει ως δια μαγείας τα σύνορα, άφηναν πίσω τους χίλιες βουνοκορφές, το γραφικό Λιχτενστάιν, τις κοιλάδες του Τιρόλου, για να ξεχυθούν από τους αιώνιους παγετώνες των Άλπεων σε έναν μετασχηματιστή στο κέντρο του Λιντς. Από κει το μήνυμα συνέχισε τη φρενιασμένη πορεία του ταχύτερα απ' ότι προφέρουμε τη λέξη 'ολοταχώς', βούτηξε μέσα απ' τη στέγη του ταχυδρομείου του Κλάιν-Ράιφλινγκ, για να καταλήξει στη συσκευή λήψης και από εκεί σε μια έκπληκτη, σαστισμένη από την περιέργεια ψυχή."

Η λίμνη του Ιseo (και πάλι)



Η λίμνη του Iseo με το βλέμμα του φίλου J.S., που ταξιδεύει μέσω της βόρειας Ιταλίας επιστρέφοντας στο Παρίσι. Μας στέλνει ορισμένες επιλογές αυτών που βλέπει, και τις δύο τελευταίες ημέρες ο επισκέπτης της σελίδας μου θα βρει σχετικές εικόνες και μικρό σχολιασμό τους. Υποθέτω ότι οι τελευταίες αναρτήσεις μας θα αφορούν την άφιξη του ταξιδιώτη στο Παρίσι, δεν θα εξαιρέσει την πόλη του από τις αποστολές.

Στο μέιλ λάβαμε, χθες το βράδυ, χωρίς κανέναν σχολιασμό, τις φωτογραφίες με τους τίτλους Monte Isola, Ηλιοβασίλεμα, La notte. Η τελευταία, "Η νύχτα" και η κραιπάλη του έρημου τραπεζιού απέναντι στα φώτα της ακτής, είμαι βέβαιος πως δεν αφορά το φωτογράφο. Με σημαδεύει, βλέπεις, πάντα διάθεση ασκητική, και μια φράση της οποίας δεν θυμάμαι την πατρότητα (πιθανόν του Σιοράν) που θεωρώ συναρπαστική αν δεν κολλήσουμε στην κυριολεξία της. "Αυτός που τρώει ανάλογα με την πείνα του είναι πνευματικά καταδικασμένος"

Τrieste 5



Εξ αφορμής των φωτογραφιών της Τεργέστης που αναρτούμε από χθες, ας θυμηθούμε ότι ο εθνικισμός φούντωσε στην Τεργέστη όταν τον 19ο αιώνα συνενώθηκαν τα κράτη της Ιταλίας σε ένα ενιαίο, υπό το σκήπτρο του Βιτόριο Εμανουέλε Β'. Οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του '840 εκδηλώνονταν σε όλη την επικράτεια των Αψβούργων. Υπάρχει ένας ήρωας του Ρόμπερτ Μούζιλ, που συζητώντας αποκαλεί τις εν λόγω εξεγέρσεις (των Τσέχων, των Πολωνών, των Ιταλών, των Γερμανών), "της δεκάρας, πράξεις που καπηλεύονται την ελευθερία".

Δεν ξέρω αν ήταν "της δεκάρας", αν ήταν αναπόφευκτες από τη γοητεία του ψυχαναγκαστικού επαναστάτη Γκαριμπάλντι, όραμα εθνικής ολοκλήρωσης, όμως αυτό που μάλλον προοιονίζεται το μέλλον δείχνει να είναι μια ευρωπαική ενότητα που θα μοιάζει σε αρκετά σημεία μ΄εκείνη την υπερεθνική των Αψβούργων, τουλάχιστον όπως την έχει περιγράψει ο Τσβάιχ στον "Κόσμο του χθες". Αυτό το irredentismo (= αλυτρωτισμός) του 19 ου (και οι παγκόσμιες τραγωδίες που το ολοκλήρωσαν) ακούγεται ευτυχώς σαν παλιά ηχώ.

Η λίμνη του Ιζέο, χωρίς τελεία



Χθες ο J. μάς γέμισε με εικόνες από την Τεργέστη, μετά τα μεσάνυχτα έλαβα τις πρώτες φωτογραφίες από τη λίμνη Ιζέο όπου έφτασε, δεν ήθελε, μου είπε στη βιαστική μας συνάντηση στην Αθήνα, να σταματήσει στις μεγάλες λίμνες (Γκάρντα, Ματζόρε) προτιμούσε μια πιο ήσυχη παραμονή, δεν είχε ξαναπάει άλλωστε στην Ιζέο, ούτε εγώ, του είπα, μόνο στις μεγάλες έχω σταματήσει, στη Ματζόρε που είναι ένα ονειρεμένο σημείο, φορτωμένο με παρελθόν και ευγένεια, γνωστή σε όλους από τη λογοτεχνία, το σινεμά, τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις τριών αιώνων (παρέκβαση: τι ξαφνική τέρψη πάλι, μετά από τόσα χρόνια, η ανάγνωση προχθές των ταξιδιωτικών του Ουράνη), έχω σταματήσει με τα παιδιά μικρά, η Ιζέο ήξερα ότι είναι η απόδραση των Μιλανέζων, τριγυρισμένη από μικρά χωριά, δεν αμφιβάλλω ότι μοιάζει με τη λίμνη του Como, και στο ορεινό τοπίο που την περιβάλλει και στο φως και στο αίσθημα του περίκλειστου, τι ιδέα κι αυτή, να ζητήσω στον J. να μου στέλνει εικόνες απ' το ταξίδι της επιστροφής του στο Παρίσι, ίσως επειδή ήθελα τόσο πολύ να ταξιδέψω και δεν μπορούσα αυτό το καλοκαίρι, είχαμε 3 χρόνια να βρεθούμε, φίλοι απ' το '68, όταν στο πλοίο που πήγαινε στη Μύκονο, άγνωστοι 20άρηδες, ενδιαφερθήκαμε και πλησιάσαμε την ίδια Αμερικανίδα, δεν κατάφερε τίποτε κανείς απ' τους δυο, εκείνη έφυγε, μείναμε, αιφνιδίως μόνοι, ο ένας να βλέπει τον άλλον, κι ενώ η ζωή προχώρησε, στην ουσία δυο άλλοι άνθρωποι πια, αντιστέκονται οι εντυπώσεις, επιμένει η πρώτη εικόνα τους, μια περίεργη οικονομία συντηρεί εκείνη την αρχή, εγώ και ο J. να κοιταζόμαστε αμήχανοι στο κατάστρωμα ενώ η τρυφερή παρουσία μάς έχει χαιρετήσει, να ανταλλάσσουμε διευθύνσεις, να σχολιάζουμε ίσως την πολιτική συγκυρία, αλλά πώς να σκεφτούμε ότι κάποιο συνταρακτικό δαιμόνιο απ' το μέλλον σχεδίαζε το πόσες φορές στα επόμενα χρόνια θα μείνω στο σπίτι του, ή πώς, 46 χρόνια μετά θα μου στέλνει (με κάποιο θαυματουργό μηχάνημα που θα τηλεφωνεί και θα φωτογραφίζει) αυτό που βλέπει, ότι θα το αναρτώ σε μιαν οθόνη (ποιος απ' όλους, όσους δεν γεννηθήκαμε με το ποντίκι στο χέρι, μπορούσε να το φανταστεί αυτό;), ότι θα γράφω τώρα στο κρεβάτι και θα βλέπουν τόσοι τις εικόνες κάποιου που ταξιδεύει με ένα μικρό Honda, γνωστοί, ξένοι, μακρινοί, μια απ' τις άπειρες μάταιες κινήσεις να μας ακούσουν, όσο περνούν τα χρόνια ακόμα πιο αναγκαίο και πολύτιμο, κι έτσι αυτός ο προσχεδιασμένος αιφνιδιασμός (των φωτογραφιών του J.) θα φαίνεται σαν έκτακτη είδηση, αφορμή για σκέψη, για ζωή που προχωρά πάντα γεμάτη ενδιαφέρον, έμπλεη νοήματος,

[...] -Πάντα θα βρίσκουμε κάτι που θα μας κάνει να νομίζουμε πως υπάρχουμε, έτσι, Ντίντι;
- Ναι, είμαστε μάγοι

Σ. Μπέκετ, "Περιμένοντας ")

Κείμενο χωρίς τελεία



Έκλεισα απογοητευμένος το τηλέφωνο, δεν προλάβαινα πλέον να περάσω τις αλλαγές που αλάφρωναν αρκετά το κείμενο και το βηματισμό του, ένα διήγημα καλοκαιρινό σε εφημερίδα, "έχει δοθεί πια, το Σάββατο βγαίνει", μου είπε ο υπεύθυνος, που μάλλον θα ξέρει ότι οι περισσότερες από τις "βελτιώσεις" είναι στο μυαλό των συγγραφέων και μόνο, "Οχι", μου είπε, "βγαίνει, δεν μπορώ να δώσω άλλο στη θέση του, να αλλάξω τη σειρά, βάλε τη βελτιωμένη μορφή όταν σε λίγο βγει το βιβλίο σου", κι ενώ θα ήθελα τόσο πολύ να διαβαστεί μια αρτιότερη μορφή, χαμογελούσα κι εγώ μέσα μου, γιατί θυμόμουν την ιστορία ενός ζωγράφου που πήρε μετά από μια πενταετία πίσω έναν πίνακα, για να αλλάξει μικρολεπτομέρειες που δεν τον ικανοποιούσαν απ' την έκθεση ακόμα, και, ω του θαύματος, ο αγοραστής έμεινε ενθουσιασμένος όταν το έργο έφτασε πάλι στα χέρια του, "Τι δεξιοτεχνία", είπε, "είδε πράγματα που είχαν ξεφύγει", "ναι", σχολίασε, "κάποιες μικρές κινήσεις μπορούν να αλλάξουν την εντύπωση, να δεις αλλιώς το ίδιο πράγμα, το έργο εντέλει να είναι διαφορετικό"

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Trieste







Φωτογραφία: TRIESTE

Ο φίλος J.S., δεινός ταξιδευτής που διέτρεξε το Αμαζόνιο με σχεδία, τη Μογγολία με άγριο άλογο και την υποσαχάριο Αφρική καμηλοπορώντας και βαδίζοντας, επιστρέφει από  την Φολέγανδρο στο σπίτι του, στο Παρίσι. Μου στέλνει φωτογραφίες από την Τεργέστη, όπου μόλις έφτασε. Μεσημέρι, ζέστη, o πληθυσμός στα θέρετρα της Αδριατικής, η πλατεία άδεια. ;Θα σκεφτεί να πάρει απογευματινό καφέ στο Σαν Μάρκο, το υπέροχο καφέ της πόλης;Ο φίλος J.S., δεινός ταξιδευτής που διέτρεξε το Αμαζόνιο με σχεδία, τη Μογγολία με άγριο άλογο και την υποσαχάριο Αφρική καμηλοπορώντας και βαδίζοντας, επιστρέφει από την Φολέγανδρο στο σπίτι του, στο Παρίσι. Μου στέλνει φωτογραφίες από την Τεργέστη, όπου μόλις έφτασε. Μεσημέρι, ζέστη, o πληθυσμός στα θέρετρα της Αδριατικής, η πλατεία άδεια. ;Θα σκεφτεί να πάρει απογευματινό καφέ στο Σαν Μάρκο, το υπέροχο καφέ της πόλης;

Σκύλοι



Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο μαρμάρινος, μέρος από κλασικό επιτύμβιο, έχει κατακτήσει την αθανασία και μας κοιτάζει απερίσπαστος. Ο αναπαυόμενος της εισόδου μπορούμε να πούμε ότι είναι οιονεί αθάνατος, αφού, κατά κάποιο τρόπο, αν δεν έχεις συνείδηση του τέλους δεν πεθαίνεις ποτέ.




 
Φωτογραφία

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Τα λεπτά δάχτυλα του Σοφοκλή



"Είχα να πάω στην Τήνο από τα μαθητικά μου χρόνια", μου είχε πει κάποτε ο φίλος Γ. Ευστ. "Έμεινα λίγες ώρες" (ή "λίγες μέρες", μου είπε;), θυμάμαι πως καθόμουν σε ένα ήσυχο καφενείο, στο δεξί πέταλο που σχημάτιζε το παλιό λιμάνι. Συγκρατώ τη μέρα, γιατί σε ένα διπλανό τραπέζι καθόταν, με συντροφιά πολύ ωραίων γυναικών, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και πρόσεξα πόσο λεπτά, μακριά και κομψά δάχτυλα είχε". Του είπα ότι κι εγώ, παιδί, θυμάμαι μια επίσκεψη του Σοφοκλή Βενιζέλου στην Τήνο, αλλά προεκλογική (θα μιλούσε στη συγκέντρωση του πολιτευτή Ν. Αλαβάνου) και μάλιστα εκείνοι που τον μετέφεραν στους ώμους (από το πλοίο στην πλατεία), από αδεξιότητα τον έριξαν σε κάτι σακιά με πατάτες που βρίσκονταν προς φόρτωση στην αποβάθρα. Θυμάμαι να σηκώνεται, να ξεσκονίζει το σακάκι και το παντελόνι του, και τον πολιτευτή μας να κάνει παρατηρήσεις για να περιστείλει τον ενθουσιασμό των οπαδών.

Πέρασαν περίπου δυο χρόνια αφότου ο Γ. Ευστ. μου μίλησε για τα δάχτυλα του Βενιζέλου, και στο Μοναστηράκι βρήκα, προ ημερών, πέντε φωτογραφίες του από επίσκεψη σε μια καλτσοβιομηχανία. Δείχνει κάτι στους βιομηχάνους και διακρίνεται ο δείκτης του. "Δεν είχε τόσο λεπτά δάχτυλα", είπα στο φίλο μου, που μου απάντησε αμέσως για την τάση του παρελθόντος να αλλάζει τα μέτρα των πραγμάτων με βελτιωτικές παραμορφώσεις.

Διαβάζοντας εφημερίδες του '50 και του '60, βλέπεις συνεχώς τον Σοφοκλή Βενιζέλο να επιστρέφει από ταξίδια του στο εξωτερικό. Θυμάμαι τις αναφορές και τις βλέπω άλλωστε πάλι τώρα, που μελετώ τον παλιό τύπο. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που άκουσα, σε απευθείας μετάδοση, την κηδεία του από τα Χανιά. Πέθανε ξαφνικά εν πλω, το 1963. Ο Γ. Παπανδρέου έμεινε μόνος στην ηγεσία του Κέντρου. Από τις ομιλίες που παρακολούθησα εκείνο το πρωι (δεν είχαμε σχολείο, άραγε, ή ήταν Κυριακή;) έχω συγκρατήσει την εισαγωγική φράση από τον επικήδειο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, με το χαρακτηριστικό "γ" στην άρθρωση. "Υιός μεγάλου πατγός", είπε και συνέχισε, με τη γοητεία που ασκούσε ο καλλιεργημένος γνωμικός του λόγος.