Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Έτσι περίπου λέμε να είναι το εξώφυλλο στο νέο μας τεύχος


ΕΠ' ΕΥΚΑΙΡΙA


Υπάρχει ένας μεγάλος στιλίστας στα γράμματά μας. Είναι συγχρόνως σημαντικός θεωρητικός των τεχνών και διανοούμενος πρώτης σειράς. Βέβαια σήμερα ασχολούμαστε με άλλα. Τα κριτήρια (η παιδεία μας) επιτρέπουν συγκεκριμένες προσεγγίσεις, η σχέση του πνευματικού με το επίκαιρο είναι μια μεγάλη παρεξήγηση επίσης, αναπόφευκτη αλλά μοιραία σε συνέπειες.

Δεν μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πόσο έχει συντελέσει σ' αυτό η ταχύτητα (κάθε ταχύτητα), και η μηχανή ακόμα της διαδοχικής εντυπώσεως, του τηλεκοντρόλ. Θα είμαι σύντομος. Το Σάββατο δημοσιεύω στο ΕΘΝΟΣ την τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου. Αφορά το τρίτο μέρος εντυπώσεων από το Ημερολόγιο μιας Δανής που έζησε στην Αθήνα, την εποχή του Όθωνα. Ήταν εντυπωσιακή η ανάγνωση. Τα απομνημονεύματα περισσότερο από πηγή πληροφοριών είναι ένα είδος εκμυστήρευσης στο μέλλον, και μια εντύπωση πως απευθύνονται ειδικά στο αυτί σου. Με την ευκαιρία αυτού του βιβλίου ξαναδιάβασα παράλληλα τον "Όθωνα" του Παπαντωνίου, στην ουσία ένα βιβλίο για το ρομαντισμό και την τέχνη που δημιούργησε αυτό το ρεύμα.

Γράφει μετά τον πρώτο Μεγάλο Πόλεμο: "Στη λέξη Laboriositas -εκείνο που κατά τον Λάιμπνιτς χαρακτηρίζει τον γερμανικό λαό-, περιέχονται όλα τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε στη Γερμανία. Επιμονή, αγαθή αποδοχή του ζην, η πίστη στη ζωή. Στην τεράστια κυψέλη της Γερμανίας εκατομμύρια μέλισσες παράγουν υλικό και επιστήμη. Είναι ασφαλώς ο λαός που καλυτερεύει τη ζωή. Δεν πιστεύω κανένας λαός να έκαμε τόσα έργα ειρήνης [...] Η ανθρωπότητα όμως πλήρωσε με 18 εκατομμύρια νεκρούς τη θεωρία της δυνάμεως, επειδή πρώτοι οι Γερμανοί την επίστεψαν. Την επίστεψαν επειδή η ομαδικότης τους, η κοινωνική τους αρετή, η υπακοή, έπειτα από επίμονη ενέργεια του μιλιταρισμού, έφτασαν σ' εκείνο που ο Νίτσε ονόμασε 'κοπαδικό' πνεύμα, προβατένια υπακοή. Η ομαδικότης, που κατά τον Κάντιο οφείλεται και στον μιλιταρισμό έφερε την καταστροφή.

Ο γαλλόφιλος Παπαντωνίου καταλήγει, εν συνεχεία, στο σημείο το οποίο έγινε η αιτία τώρα να γράφω στο πόδι αυτή την ανάρτηση. Είναι μια συναρπαστική σκέψη, μια στάση θαυμασμού για το γαλλικό πνεύμα, αλλά τι γνωμική κομψότητα και ευστροφία: "Εάν έλεγαν στο Γάλλο ότι είναι όργανον του Θεού και ότι πρέπει να υποτάξη τον κόσμο για να τον τιμωρήση για τα λάθη του και για να τον οργανώση, ο Γάλλος θα κρεμούσε τους μεταφυσικούς του. Οι Γερμανοί τους πίστεψαν. Ποτέ φιλολογία δεν πληρώθηκε τόσο ακριβά".

Αντιγράφω τις φράσεις του ειλικρινά με συγκίνηση, γιατί από το Μεσοπόλεμο ξαναβρίσκουμε στοχασμούς ενός ξεχασμένου συγγραφέα και μιλούμε τώρα γι αυτούς στο ίντερνετ. Στον "Νέο Κόσμο", 6 Ιανουαρίου 1935, η συγκυρία με έχει φέρει μπροστά στην επιφυλλίδα ενός άλλου, όχι αγνοημένου αλλά άγνωστου (στοιχηματίζω), επίσης σπουδαίου στοχαστή, κατά τύχη κι αυτός στιλίστας της έκφρασης. Θεμιστοκλής Αθανασιάδης Νόβας, αδελφός του γνωστού, σπουδαία οικογένεια της Ναυπάκτου. Φίλα προσκείμενος στη γερμανική πνευματικότητα, απαντά στον Παπαντωνίου το 1935, εποχή, ας προσέξουμε, που κυβερνά ο ναζισμός: "Ο Παπαντωνίου στήνει καυγά με τη Γερμανία. Φανταστείτε. Της ζητάει ευθύνες για τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό δεν το κάνει σήμερα ούτε ο Λόυδ Τζωρτζ! Η ανθρωπότης επλήρωσε με 18 εκατομμύρια νεκρούς τη θεωρία της γερμανικής δυνάμεως κλπ. Παλιό λησμονημένο τροπάρι της προπαγάνδας. Ο κ. Παπαντωνίου συνεχίζει. 'Εάν έλεγαν στον Γάλλο ότι είναι όργανο του Θεού θα κρεμούσε τους μεταφυσικούς του. Ποτέ φιλολογία δεν πληρώθηκε τόσο ακριβά'. Μπορώ να απαντήσω 'ούτε ποτέ δημαγωγία ακριβότερα. Ο Γάλλος θα κρεμούσε τους μεταφυσικούς του. Σύμφωνοι. Αλλά δεν κρεμά τους δημαγωγούς του. Κι ανάμεσα στους δύο δεν ξέρω ποιος είναι αντιπαθητικότερος. Ο μεταφυσικός που πιστεύει στην πλάνη του, ή ο δημαγωγός που πλανά χωρίς να πιστεύει, και ακριβώς επειδή δεν πιστεύει;"

Μεσοπόλεμος. Δύο ρεύματα, αισθημάτων περισσότερο παρά σκέψης. Ο Παπαντωνίου γαλλοτραφής. Ο Αθανασιάδης γερμανοσπουδασμένος, υπάλληλος του υπουργείου εξωτερικών που κατηγορεί τον πρώτο για "παρισιάνικη μνησικακία"!. Του καταλογίζει ακόμα και την αντίφαση να μην αγαπά το "πολύ" των βορείων, ενώ ως τεχνοκριτικός λατρεύει τον Ρούμπενς. Τέλος καταλήγει στο ζήτημα του ανθρώπινου χαρακτήρα για να αιτιολογήσει τη βία. "Υπάρχουν βαθύτερα αίτια, όχι πολιτικά, ένας αιώνιος νόμος που καθορίζει αυτά τα πράγματα".

Είχα ξεκινήσει από την προσέγγιση του Παπαντωνίου στον Ρομαντισμό, στη δυναστεία που βασίλεψε στη Βαυαρία και στην Αθήνα, τον απελπισμένο και ακέραιο Όθωνα, τον παρελθοντισμό και έναν ιδιότυπο Οθωνισμό που εκδηλώθηκε μετά την έξωσή του. Αυτό είναι το θέμα μου στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου. Υπάρχει μια φράση στο βιβλίο του Παπαντωνίου. "Παραλάβαμε από τον Όθωνα μιαν Αθήνα κι εμείς την κάναμε μια πόλη, οποιαδήποτε" (φανταστείτε να ζούσε σήμερα). Θυμήθηκα ακόμα στο μεθαυριανό μου αρθρίδιο κάτι τόσο κολακευτικό για τους Βαυαρούς και την νομοθεσία τους, που μας έλεγε ένας παλιός καθηγητής στη Νομική: "Το βασιλικό διάταγμα του 1845 'Περί Νομαρχών' είναι η ωραιότερη σελίδα πολιτικής φιλολογίας που έχουμε".

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Μια Δανή στην αυλή του Οθωνα [2]

 

Στις προηγούμενες «Αντι-θέσεις» άρχισα να μιλώ για το ημερολόγιο της Χριστιάνας Λιτ, συζύγου του προτεστάντη ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Εζησε στην Αθήνα από το 1839 έως το 1852. Οι σημειώσεις της διασώζουν πολύτιμες λεπτομέρειες για τη ζωή του νεοσύστατου βασιλείου, κυρίως όμως είναι απολαυστικό ανάγνωσμα για την εποχή, το περιβάλλον και τα πρόσωπα. Η αναδρομή στο παρελθόν, και μάλιστα στις απαρχές μιας εθνικής ζωής, μοιάζει με ανικανοποίητο ιστορικό πειρασμό. Χωρίς πραγματικές απαντήσεις, ακούμε πάντα με λαιμαργία τα μυστικά και τα σκάνδαλα της παιδικής μας ηλικίας, που δεν παύει ποτέ να μας αφορά και τη μεταφέρουμε σαν λαθρεπιβάτη.
Ο παλιός ταξιδιώτης διέθετε το στοιχείο της εγρήγορσης και της εκπλήξεως. Οι περιγραφές υποκαθιστούσαν την ακρίβεια του ντοκιμαντέρ και κάποτε ενσωμάτωναν τις πιο σημαντικές αρετές του έντεχνου λόγου: κριτική οξυδέρκεια, μεταφορική ικανότητα και, όπως στη σκηνή που ακολουθεί, σαρδόνια διάθεση για την πρωτογένεια και την ηθογραφική εικόνα.
«[...] Στην πλατεία του Μαρουσιού, θα βλέπαμε πώς γλεντούσε ο κόσμος. Κλαρινέτο και τύμπανο έπαιζαν χορευτικούς σκοπούς. Στον κύκλο του χορού πήγαιναν πρώτα οι άνδρες και μετά οι γυναίκες. Ο πρώτος κρατούσε την άκρη ενός μαντηλιού, σειότανε, πηδούσε κι έκανε όλο και πιο πολλούς γύρους. Η φουστανέλα φούσκωνε σαν ανοιχτή ομπρέλα [...] Οταν λαχάνιασε, άφησε το μαντήλι. Συνέχισε ο δεύτερος. Ο υπόλοιπος κύκλος έκανε όμοιες κινήσεις, λιγότερο ζωηρές. Οι τελευταίοι κουνιούναν μπρος πίσω, πάνω στα ίδια τους τα βήματα, με μιαν αστεία σοβαρότητα στο πρόσωπο. Εμοιαζαν με παρδαλό φίδι που έστριβε την άκρη της ουράς του, πιο πολύ παράξενο παρά ωραίο. Ηταν ένας κλέφτικος χορός, χορός ληστών. Μπορούσες να φανταστείς ότι ο αρχηγός της ομάδας χόρευε χαρούμενος για μια καλή σοδειά κι ο ενθουσιασμός στους υπόλοιπους ξέφτιζε, καθώς η συμμετοχή τους στη μοιρασιά γινόταν μικρότερη [...].
Θα συνεχίσω για το ημερολόγιο, παράλληλα με κρίσεις άλλων για την εποχή, την ηθική φυσιογνωμία των εστεμμένων, αλλά και το αναθεωρητικό αίσθημα (την ενοχική νοσταλγία) που εκδηλώθηκε μετά την εξορία τους. Προκαταβολικά, να, π.χ., πώς είχε συγκρίνει ο γνωστός Θόδωρος Δηλιγιάννης τον Οθωνα με τον Γεώργιο: «Πρόσφερα ένα αντίτυπο του βιβλίου μου της Διοικητικής Νομοθεσίας εις τον Γεώργιο. Βρήκε ωραία, μου είπε, την εκτύπωση. Είχα δώσει το ίδιο βιβλίο εις τον Οθωνα. Το διεξήλθε ολόκληρο με προσοχή και μετά από λίγες ημέρες μου υπέδειξε το ένα και μοναδικό ορθογραφικό λάθος που υπήρχε».