Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΝΟΙΚΕΙΟ



Η γλώσσα, η γλώσσα, τι ανίσχυρο (και απελπισμένο) όργανο, για να δούμε και να παραστήσουμε διαφορετικά το ανοίκειο. Ένας γνωστός, που πήγαινε κάποτε στο Λονδίνο για να χειρουργηθεί, μου είπε ότι πάει "Στη Μέκκα της Ιατρικής". Η ίαση γινόταν πιθανότερη με ένα σχήμα λόγου. Μια κυρία που δεν ένιωσε άνετα όταν την είδα κάποτε να συνοδεύεται, μου εξήγησε ότι ο σύζυγός της είχε "αποβιώσει". Το λόγιο ρήμα ήταν σχεδόν μια συγγνώμη για τον απόντα.

Ένα παιδί της δημοτικής αστυνομίας μου είπε προχθές ότι δεν μπορούν να κλείσουν πια το Θησείο για τα τροχοφόρα, διότι "Οι αθίγγανοι έκλεψαν τα κάγκελα". Φοβισμένος και περίφροντις για το "πολιτικά ορθό", έκανε τους γύφτους που σηκώνουν νύχτα τα μέταλλα, "αθίγγανους"). Ο πτησιόφοβος πατέρας μου, όταν κάποτε θα πήγαινε αεροπορικώς στη Γερμανία, δήλωνε ένα μήνα πριν ότι θα ταξιδέψει με "τετρακινητήριο κολοσσό". 

Ο Μιχάλης Κατσαρός είπε κάποτε σε μια κυρία που τον επισκέφτηκε και τον είδε να βράζει πατάτες, να μην νομίζει ότι θα φάει βραστές πατάτες. "Μα αυτό δεν είναι πατάτα;" τον ρώτησε εκείνη. Ο ποιητής τη βεβαίωσε πως όχι, αυτό που έβλεπε ήταν...Pomme de terre. 

Όταν οι Ρωμαίοι αντιμετώπισαν τους Μαρκομάνους (βόρειο γερμανικό φύλλο), έβαλαν σαν εμπροσθοφυλακή στο στρατό τους τα λιοντάρια του τσίρκου. Τον τρόμο των αντιπάλων κατέστειλε ο στρατηγός τους, λέγοντας να μην φοβούνται. "Αυτά που βλέπετε είναι τα σκυλιά των Ρωμαίων". Και οι λεγεώνες ηττήθηκαν.

ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΣΑΒΙΝΙΟ



Ξέρω, ξέρω. Αν κάποιος ερωτηθεί περί Σαβίνιο, θα τρέξει στο Γκούγκλ με βήμα ταχύ και θα καλύψει αμέσως το "ασήμαντο" κενό. Ότι κοιτάζει σε λάθος μεριά (που τη θεωρεί λογοτεχνία) αποκλείεται να του περάσει απ' το μυαλό. Μέγας συγγραφέας, φαινόταν ήδη από τα μικρά αποσπάσματα που δημοσιεύαμε πριν από 25 χρόνια στο ΔΕΝΤΡΟ, σε εκπληκτικές μεταφράσεις του Πέτρου Λεκαπηνού (τι νά έχει γίνει ο παλιός μας φίλος που μας τον γνώρισε;). Ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο. Γεννήθηκε το 1891 εδώ που κατοικούμε εμείς, και οι αθηναικές εικόνες του έχουν τη φινέτσα και την αποκαλυπτική ευστροφία που συναντάμε συχνά σε ξένους, οι οποίοι θυμούνται ή κοιτάζουν τον τόπο. Εδώ, στις σελίδες του εννοώ, μεσολαβεί ο χρόνος, η ανάδυση της παιδικής ηλικίας (τέλος του 19ου αιώνα) και το κοίτασμα, εκτός απ' την ακτινοβολία και τον μοναδικό του σαρκασμό, παρακολουθεί μια ελαφρά αύρα κατάνυξης, για την περιφερειακή αλλά περίπου κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα. Ένας σπουδαίος συγγραφέας (+1952). Όσοι δεν είναι ιταλομαθείς ας δούνε μήπως υπάρχουν ακόμα βιβλία του στο Υψιλον.


Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΟΥΤΣΕΦ



"Ελευθερία", 5η Μαίου 1959. Η Κρατική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Ανδρέα Παρίδη κρίνεται ευμενώς από τον κριτικό Δ.Α.Χαμουδόπουλο, για την ερμηνεία της "Συμφωνίας της Οξφόρδης", του Χάυδν. "Διαύγεια, ισορροπία και μέτρο", λέει ο κριτικός

Παρουσιάζονται από τον Μάριο Πλωρίτη οι ταινίες "Μανία της Σάρκας" και "Ρίο Μπράβο". Στον "Έσπερο", που ειδικεύεται στο σοβιετικό σινεμά, παίζεται για δεύτερη εβδομάδα "Ο ηλίθιος" του Ντοστογιέφσκι.

Ο Νικήτα Κρούτσεφ διαβάζει το "σκανδαλώδες" μυθιστόρημα του Μπόρις Πάστερνακ και βλέπει με συμπάθεια την περίπτωση του συγγραφέα. Στρέφεται εναντίον της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων που αποδοκίμασαν τόσο βίαια τον δημιουργό και τον διέγραψαν. 

Και η πολιτική βέβαια μπορεί να αλλάζει στάση, αλλά οι ομότεχνοι είναι πάντα ένα ζήτημα. Διότι εκεί το πρόβλημα δεν είναι μόνον, ή κυρίως, ιδεολογικό. Περισσότερο απ' ό,τι συμβαίνει σε κάθε άλλη συντεχνία, εδώ η σκιά του άλλου είναι ένας γρανίτης με βάρος θανατηφόρο. Ο συγγραφέας σε όλες τις εποχές, μας έχουν πει, χρειάζεται τους συναδέλφους για να τους περιφρονεί και να τους φοβάται. Ξέρει, άλλωστε, πως και ο μικρότερος λόφος μπορεί να κρύψει τη θέα ενός μεγάλου βουνού. Καταδικασμένη στην αίώνια επικαιρότητα είναι η φράση του Μαλαρμέ: "Μην είστε απλώς αλαζόνες, να είστε περιφρονητικοί".

Και ενώ ο Κρούτσεφ, στο πνεύμα της αποσταλινοποίησης αντιδρά έτσι, ο πεζογράφος Σολόχοφ (συγγραφέας του έργου "Ο ήρεμος Ντον", που διαβάσαμε το '70 στην Ελλάδα και ήταν ένα σημαντικό έργο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ίσως το αξιοπρεπέστερο δείγμα που ξέρω), προσωπικός φίλος του Κρούτσεφ, λέει ότι και βέβαια το έργο έπρεπε να επιτραπεί (και να εκδοθεί στα ρωσικά) για να μπορέσουν οι αναγνώστες να το καταδικάσουν. Ξέρετε γιατί; Διότι "είναι βιβλίο άμορφο, μια μάζα που δεν πείθει ως μυθιστόρημα". "Ας έμενε", προσθέτει, "στις μεταφράσεις του ο Πάστερνακ (Γκέτε, Σέξπιρ, αγγλική ποίηση). "Πολύ σκληρά λόγια", καταλήγει η ανταπόκριση της εφημερίδας, "από έναν άνθρωπο που δηλώνει φίλος του Πάστερνακ".

Ευρήματα


Ένα πορτρέτο κοριτσιού της Nellys, περίπου δεκαετία του '40 στο στούντιο της Ερμού. Τα φυλλαδιάκια της Ελληνικής Ταβέρνας στη Βιέννη (δες την προηγούμενη ανάρτηση)




ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΟΥΣ ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ


Aπό το πρωί ήδη, το παζάρι των ρακοσυλλεκτών (Ιερά Οδός) περνούσε βαθιά κρίση και θλίψη. Όσοι έφτασαν, έψαχναν να βρούν ένα στεγνό μέτρο γης μέσα σε λακούβες νερού και λάσπης για να ξεφορτώσουν. Η συνηθισμένη πελατεία βέβαια δεν ανταποκρίθηκε, ελάχιστοι τριγυρνούσαμε ανάμεσα στο εμπόρευμα και οι παλιατζήδες τόρριξαν στο ποτό, απαρηγόρητοι. Κατά τις έντεκα πολλοί είχαν γίνει φέσι, κάποιος μάλιστα με έβαλε να πάρω με το ζόρι ένα μεταλλικό αγαλματίδιο του Σίλλερ, πρόστυχο μέταλλο, με δύο ευρώ, για να πιει, είπε μια μπύρα. 


Κατέληξα τελικά στο Μοναστηράκι, που τα πράγματα ήταν χειρότερα. Στο Θησείο ορισμένοι αλλοδαποί και τσιγγάνοι είχαν απλώσει διάφορα σκουπίδια, όπου, αν έψαχνες, μπορούσες να εντοπίσεις κάτι χρήσιμο. Έτσι, βρήκα μια φωτογραφία από το στούντιο της Nellys, δύο φυλλαδιάκια της Ελληνικής Ταβέρνας της Βιέννης (δεκαετία του '50), μια τσάντα ώμου DKNY (όxι μούφα) και μια έκδοση του Αστέρα, 1950 (Ιούλιος Βερν, "Τα τέρατα των θαλασσών"). 


"Τα τέρατα των θαλασσών", Ιούλιος Βερν. Ανήκει στην πρώτη φουρνιά των εκδόσεων του "Αστέρα", άρα του τέλους της δεκαετίας του '40. Το ενδιαφέρον είναι πως ο πωλητής, θέλοντας να εμφανίσει πρόσωπο τυπικού εμπόρου, μού εξηγούσε, μούσκεμα απ' το ψιλόβροχο, γιατί προτιμά να πουλά παλιά βιβλία και όχι καινούργια, σε ένα υποθετικό μαγαζί. "Με το το ΦΠΑ και με τους ελέγχους", μου έλεγε πολύ σοβαρά, "είναι ασύμφορο πιά. Και με κάθε παρατυπία κινδυνεύω, καταλαβαίνετε εσείς".
Κάτω απ' τον ουρανό, με πέντε βιβλία, και μια εφημερίδα στο κεφάλι, εμφανιζόταν σαν ένας αυστηρός επαγγελματίας, που ξέρει πού πατά και τι κάνει. Είχες αιφνιδίως απέναντί σου έναν πρίγκιπα, που σου μετέδιδε την πραγματική ουσία της ποίησης.



Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

CONTES ET GESTES HEROIQUES


Συνήθως βρίσκουμε στους παλιατζήδες παιδικά βιβλία-δωρα, από μεγαλύτερους φίλους ή συγγενείς. Αυτό είναι ένας τόμος-βραβείο του γαλλικού ινστιτούτου. Ο βραβευμένος, για κάποιο λόγο, το αποχωρίστηκε και βρέθηκε στα χέρια μου από έναν δυσκολούτσικο στα παζάρια Πακιστανό. 

Αθήνα, Ιούνιος του 1956. Διευθυντής Octave Merlier. To βιβλίο, "Roland, le vaillant paladin". Όπως θέλεγε και ο παλιός μου καθηγεγτής, Ηabenti sua fata libelli. Έχουν και τα βιβλία τη μοίρα τους. Το σημαντικό, πρόσθετε πάντα, είναι ότι αυτά την αγνοούν.


Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ


Μεγάλο ενδιαφέρον, σε μια τακτική αρθρογραφία που πρέπει να έχει συγκεκριμένη έκταση, είναι το πώς θα πεις κάτι αρτιο και νοηματικά πλήρες με συγκεκριμένο αριθμό λέξεων. Κάποτε, όταν το κείμενό σου είναι πλήρες δεν είναι μορφικά ικανοποιητικό, όταν έχεις πει εκείνα που ήθελες υστερεί μορφικά. 


Ποτέ δεν ξεχνάω την καλύτερη ιστορία από το άνισο "Ιστορίες του κ. Κόινερ", του Μπρέχτ. Εκεί κάποιος ήθελε να κουρέψει και να κάνει σφαίρα έναν θάμνο. Κούρευε από δω, έφευγε το σχήμα από την άλλη. Διόρθωνε την άλλη, η σφαίρα έχανε την τέλεια σφαιρικότητα. Στο τέλος όταν κατάφερε να φτιάξει τέλειο τον όγκο δεν είχε μείνει πια θάμνος.

Έτσι, έβαλα ως στόχο, σ' αυτά τα μικρά κείμενα που γράφω στο "Έθνος" του Σαββάτου, να χρησιμοποιώ 376 λέξεις. Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι. 376. Η διαλκυστίνδα μορφής και περιεχομένου, το στοίχημα της φόρμας που θα λέει ό,τι ακριβώς θέλει, γίνεται πιο προκλητικό, απόλυτα φιλοπαίγμον και καταλήγει σε άσκηση και μαθητεία. Κι όπου υπάρχει μαθητεία, όπως έλεγα πριν, έχεις την εντύπωση ότι ξεγελάς το χρόνο.

ΚΙΧΛΗ


Θα μπορούσε να είναι αδιακρισία η φωτογράφιση κάποιου ανύποπτου, ε κ τ ό ς α ν λίγο πριν (με το ενδιαφέρον του περίεργου για το τυπωμένο χαρτί) έχεις εντοπίσει τι μελετά ο φωτογραφούμενος και έχεις εκτιμήσει το αντικείμενο. "Κίχλη", από τον βιβλιοδετημένο τόμο του Σεφέρη. Απερίσπαστη μελέτη, ενώ ο Ηλεκτρικός καθυστερεί. Ο σπάνιος σε δημόσιο χώρο τόμος, κάνει ακόμα μεγαλύτερη την αντίθεση με τη γύρω απραξία, και, φυσικά, εκείνη αναντίρρητη πρωταγωνίστρια του χώρου.




Γραφές της εξορίας


Από την τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ. Σάββατο 16.2.2013


Ο χρόνος μάς επι-φυλάσσει διαψεύσεις. Απ' αυτές, η κρισιμότερη αφορά τις ιδέες μας για τον κόσμο: την επιθυμία αλλαγής σε θεσμούς, πρόσωπα, συστήματα. Τις ανεκπλήρωτες βεβαιότητες, κατά κανόνα, διαδέχεται η αυτοκριτική ή η νοσταλγία για ό,τι καλό χάθηκε χάριν του «καλύτερου». Στη ζυγαριά του κέρδους και της ζημιάς η αλλαγή έχει βαρύνει προς τη δεύτερη.

Βιαστικές σκέψεις, με αφορμή τη συγκλονιστική αλληλογραφία των Γιόζεφ Ροτ (1894-1939) και Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942). Αυστριακοί συγγραφείς, κορυφαίοι στη γερμανόφωνη, και όχι μόνο, λογοτεχνία. Δεν χρειάζονται συστάσεις. Για τον πρώτο, ο Κούντερα έγραψε πως ήταν προϋπόθεση για τη δική του πεζογραφία. Ο δεύτερος, ένας ανδριάντας των γραμμάτων στον Μεσοπόλεμο, ανακαλύπτεται και πάλι. Το '33 αυτοεξορίστηκαν, πληρώνοντας αργότερα με τη ζωή τους το τίμημα. Από τον Τσβάιχ πρέπει να θυμόμαστε τον «Χθεσινό κόσμο».
Αυτοβιογραφία, φόρος-τιμής στην ευρωπαϊκή πνευματικότητα και την ιδέα της, στην αυτοκρατορική Αυστρία, αλλά και στην άδοξη δημοκρατία που ακολούθησε, πριν η χώρα προσαρτηθεί στο Ράιχ. Αυτοκτόνησε με τη γυναίκα του στη Βραζιλία (1942), θεωρώντας τις ευρωπαϊκές εξελίξεις μη αναστρέψιμες. Ο Ροτ πέθανε στο Παρίσι. Προ καιρού, σε λογοτεχνικό περιοδικό, δημοσιεύτηκαν επιστολές που αντάλλαξαν οι δύο συγγραφείς (1933-1934). Είναι η αφορμή του σημερινού σημειώματος.
Η αγωνία, μικρές ασυμφωνίες, νόστος, κυρίως επανεκτιμήσεις. «Η Γερμανία [...] υπήρξε ένα όνειρο. Ανοίξτε τα μάτια σας!», γράφει ο Ροτ το 1933. Υπάρχει σε επιστολή του ίδιου χρόνου μια κρίσιμη επισήμανση. Αναχρονιστική, θα την έλεγες. Ο συγγραφέας ζυγίζει την Ιστορία δύσπιστα και ξανακοιτάζει την Αυστροουγγαρία, τη μακάρια σταθερότητα των εννέα αιώνων. Η νοσταλγία δεν είναι μόνο η φυσική μας κλίση προς το «άλλοτε». Είναι και μια ποιητικά ωραϊσμένη «νεύρωση» του ηττημένου.
Μάρτιος, 1933. Παρίσι. Αγαπητέ φίλε, πολλοί δεν συγκινούνται πλέον όταν οι άνθρωποι σκοτώνουν. Τουλάχιστον το 1914 είχαν προσπαθήσει να αιτιολογήσουν την κτηνωδία με ουμανιστικά επιχειρήματα. Σήμερα η κτηνωδία στολίζεται με εξηγήσεις πιο κτηνώδεις από την κτηνωδία: στον βαθμό που ένα κτήνος όπως ο Γκέρινγκ διαφοροποιείται από τον Γουλιέλμο τον Β', ο οποίος παρέμεινε πάντα σε ανθρώπινο πλαίσιο, ναι, σε αυτόν τον βαθμό το 1933 είναι διαφορετικό από το 1914. Γιόζεφ Ροτ.
Απρίλιος, 1933. Παρίσι. Αγαπητέ φίλε, κάθε ελπίδα μοιάζει χωρίς νόημα. Αγαπώ την Αυστρία. Θεωρώ δειλία να μην παραδεχόμαστε σήμερα ότι έφτασε η ώρα να νοσταλγήσουμε τους Αψβούργους. Θα 'θελα να επανέλθει η βασιλεία, και επιμένω να το λέω. Γιόζεφ Ροτ

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Aφορισμοί



"Να σας στείλω", με ρωτά, "διάφορους αφορισμούς που γράφω"; "Βεβαίως", ανταποκρίθηκα αμέσως. "Είναι το είδος που αγαπώ, ο 'ελεύθερος σκοπευτής' της σκέψης, η μόνη αυταπόδεικτη πρόταση", του είπα αφοριστικά κι εγώ, περίφοβος όμως.

Περίφοβος, ότι είναι αδύνατον πια να διακρίνω το σοβαρό από την ελαφρότητα. Είναι καθοριστικά τα καθημερινά λουτρά της ακρισίας, που με την με αξιωματική τους αυταρέσκεια καταναλώνονται λαίμαργα και άκριτα από όλους μας. Χωρίς να το θέλουμε (κάποτε όμως και προγραμματικά), έχουμε κάνει τη light αντίληψη των πραγμάτων κανόνα, απ' τον οποίο κινδυνεύεις αν απομακρυνθείς. Κι όσο περισσότερο καλλιεργείται η εντύπωση του Χαριτωμένου ή του ευφυολογήματος σαν λόγος της εποχής, τόσο περισσότερο κάθε άλλο βλέμμα θα δυσκολεύεται να προταθεί πειστικά.

Εξ όνυχος, χωρίς την άδειά του αποστολέα. Αν το επιτρέψει θα αναρτήσω περισσότερους:



Μνήμη, γραφή Μπράιγ του χαμένου

Υπάρχουν περισσότερα αγαθά από χρήματα. Έχουμε περισσότερες ιδέες παρά λέξεις 

Σκιά, ο Σάντσο του αντικειμένου

Η ποίηση δρα με τις μεθόδους του ταχυδακτυλουργού. Αν πούμε ότι το κανόνι είναι ένας ατσάλινος σωλήνας με μια τρύπα, έχουμε μια λογική διατύπωση. Αν πούμε ότι είναι μια τρύπα που έχει γύρω της ατσάλι, ίσως είμαστε πιο κοντά στον ποιητικό αιφνιδιασμό

Ακόμα κι όταν μας δίνει μια γειωμένη, άμουση ή και χυδαία εικόνα, η πραγματική τέχνη, κατά βάθος, είναι πάντα η ανικανοποίητη νοσταλγία του Θεού.

Να βλέπουμε το έργο με μάτια παιδιού. Να το εκτιμούμε με αγωγή ενήλικου.




ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΒΟΝΑΦΕΝ



Ο παλιατζής που μου πούλησε σήμερα αυτό το κεφάλι είναι και λαχειοπώλης. Τον βλέπω να κατεβαίνει τη Σκουφά και να ανεβαίνει την Ακαδημίας καθημερινά, διαλαλώντας, με έναν μικρό τραυλισμό, τις πεντάδες του. Προφανώς τα καταφέρνει με τους δύο τομείς που καταπιάνεται. Χαρακτηριστικό του: Δεν διαπραγματεύεται την τιμή που προτείνει (κοινώς δεν παζαρεύεις μαζί του). Αγόρασα φτηνά αυτόν τον κύριο του 19ου, γιατί η πλάτη του είναι σπασμένη. Και το υλικό του, άλλωστε, δεν είναι πολύτιμο. Κάτι συνθετικό. Κοιτάζοντάς τον, όμως, καθώς τον έστηνα και τον αρχειοθετούσα φωτογραφικά, μου θύμιζε πολύ, με παρέπεμπε, σε κάποιο γοητευτικό ιστορικό πρόσωπο, περί του οποίου διάβαζα προ ημερών: 

τον πρώτο φαρμακοποιό του Ναυπλίου (1828), Τεργεστίνο γιατρό Βονιφάτιο Βοναφέν, που ταρίχευσε τη σορό του Καποδίστρια. Είναι, ομολογώ, το πιο ωραίο όνομα αλλοδαπού κατοίκου που θυμάμαι. Μακρινό και πραγματικό συγχρόνως, ιστορικό και απόκοσμο. Ο "Βονιφάτιος", λοιπόν. "Κατεχωρήθη", που έλεγε εκείνος ο σχολαστικός ληξίαρχος, στον μαγικό "Γκάσπαρ Χάουζερ" του Χέρτζοκ. "Κατεχωρήθη", αν και στη βιτρίνα (στο μουσείο) η ταυτότητα, όπως λέει η θεωρία, χάνεται, το πορτρέτο γίνεται έργο, ο Βονιφάτιος θα μεταβληθεί σε έκθεμα, καρπό, μάλιστα, ανώνυμων χεριών και άγνωστης καταγωγής. 

Προσπαθώ από ώρα να τον "ταριχεύσω" με πρόχειρο υλικό που θα τον γεμίσει και θα του στηρίξει την πλάτη. Προς το παρόν έβαλα εφημερίδες με ξυλόκολλα. Η προτομή του (15 επί 8) δεν έχει ούτε βάση και μόνον έτσι μπορεί να σταθεί όρθια σε ένα ράφι της βιτρίνας.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

ΛΑΜΠΡΕΤΑ




Κώστας Λινοξυλάκης
Oι λιγότερο νέοι -ή οι φιλίστορες- θυμούνται ή ξέρουν την εποχή της Λαμπρέτας (τέλος της δεκαετίας του '50). Έδινε κύρος, και ταυτότητα σπόρτμαν, να κυκλοφορείς στους αθηναικούς δρόμους με αυτό το δίκυκλο. Ο γνωστότερος αναβάτης ήταν ο θρύλος Κώστας Λινοξυλάκης, ο οποίος στην τρίτη φωτογραφία εικονίζεται στο ανάποδο ψαλίδι, μια πασίγνωστη φάση στην πτωχοπροδρομική ποδοσφαιρικά Ελλάδα, "εμβληματική" όπως λέμε σήμερα. Μανάβικα, κρεοπωλεία, συνεργεία είχαν στους τοίχους τους (πριν αναρτηθούν τα διαφημιστικά γυμνά των εταιριών) αυτό το Ψαλλίδι. Οι φωτογραφίες προέρχονται από τις περίφημες "Εικόνες" της Ελένης Βλάχου (1957). Το τσίγκινο μοντελάκι είναι σύγχρονο.



Λαμπρέτα

Μαθήματα βρεφοκομίας


Η πριγκίπισσα Σοφία, νεαρότατη, παίρνει μαθήματα βρεφοκομίας. Ένα τετρασέλιδο αφιέρωμα στις "Εικόνες" του '57. Αρκετά χρόνια πριν από τον γάμο της με τον Χουάν Κάρλος.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι


Από το ιστολόγιο Ναυτίλος


Κώστας Μαυρουδής, εκδ. Νεφέλη.



"Την εικόνα ήθελα να σας δείξω, που υποκαθιστά αργότερα τα πράγματα. Τη σκιά, εκεί που στεκόταν το ζωντανό σώμα του γεγονότος. Με την αναπαράσταση ταριχεύουμε το τρέχον (το εφήμερο ζώο). Με την αναπαράσταση ακούει πάλι το όνομά του εκείνο που υπήρξε..." 


"Less is more", υποστηρίζουν οι λάτρεις της μικρής φόρμας στην πεζογραφία. Διαβάζοντας τις "Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι" δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί τους. Ο συγγραφέας τους δεν λέει παρά ελάχιστα, τα υπόλοιπα θα τα συμπληρώσει ο αναγνώστης. Πόσοι αναγνώστες όμως, έχουν την όρεξη να κάνουν τη δουλειά του δημιουργού; Ελάχιστοι, πιστεύω! Ο Κώστας Μαυρουδής γράφει μόνον "γι' αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν", γι' αυτούς που τα μικρά του θραύσματα θα αποτελέσουν έναυσμα για μια περαιτέρω επεξεργασία, για μια νέα περιπέτεια στο μικρόκοσμό του. Ο Μαυρουδής είναι στην ουσία ένας ταξιδιώτης και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μας προσκαλεί να βρεθούμε μαζί του στην Τήνο των παιδικών του χρόνων, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην ανάγνωση ενός βιβλίου ή στην παρακολούθηση μιας ταινίας, για να μας φωτίσει μια λεπτομέρεια, ένα αδιόρατο γεγονός. Αν ο αναγνώστης λειτουργήσει ως τουρίστας, δεν πρόκειται να ανακαλύψει τίποτα παραπάνω απ' ό,τι είναι τυπωμένο στο χαρτί, οι "κουρτίνες" θα παραμείνουν κλειστές και o "κόσμος του Γκαριμπάλντι" θα παραμείνει ανεξερεύνητος...




"Ποιος, όταν θυμήθηκε μιαν ημερομηνία του παρελθόντος του, δεν ένιωσε πως χάθηκε κάτι απέραντο;"

Σύντομες καταβυθίσεις στο παρελθόν θα χαρακτήριζα τα περισσότερα πεζά της συλλογής. Αν θα έπρεπε να είμαι πιο σαφής, θα έλεγα πως πρόκειται για διηγήματα-μινιατούρες, για λυρικά δοκίμια και για ταξιδιωτικά πεζά. Όλα τους βέβαια είναι, αυτό που εγώ ονομάζω, μαυρουδικά: Χαμηλόφωνα, εμποτισμένα από μια νοσταλγία για το παρελθόν, που όμως δεν εξιδανικεύεται, μια μελαγχολία για το χρόνο που παρέρχεται και μια αγάπη για την Τέχνη που του αντιστέκεται. Το είδος της γραφής του και η θεματολογία του, είναι απ' αυτά που απολαμβάνω περισσότερο στις αναγνώσεις μου. Πέρα από την αγάπη του για τα ταξίδια, εμφανέστατη είναι και η αδυναμία του στον κινηματογράφο, στη μουσική και στα βιβλία. "Καλός θεατής, μέτριος ακροατής και επαρκής αναγνώστης", έλεγε σε μια συνέντευξή του μιλώντας για τον εαυτό του. Ό,τι ακριβώς θα 'λεγα και για μένα... Διαβάζοντας τις ιστορίες του, είχα την αίσθηση ότι κάθε φορά παραμέριζα ένα πέπλο και μου αποκαλύπτονταν ένα μικρό σύμπαν, που μέρος του ήμουν ήδη κι εγώ.





"Όλα τα πράγματα επιθυμούν να εξακολουθούν να υπάρχουν" (Σπινόζα)

Ο αφορισμός του Σπινόζα, που αναφέρεται σε κάποιο από τα πεζογραφήματα, δίνει το στίγμα ολόκληρης της συλλογής. Σε μια από τις μινιατούρες, ο αφηγητής βρίσκεται "στο Μοντεγκύ, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ναντ και το άρωμα του φρεσκοκομμένου χόρτου εισβάλλει στο αυτοκίνητο, που περνάει με ταχύτητα μπροστά απ' το εξοχικό σπίτι. Κι ενώ ήδη έχει απομακρυνθεί, αφήνοντας πίσω του τον κήπο όπου κοβόταν το χόρτο (ένας σκύλος γαύγιζε στην κοπτική μηχανή), η μυρωδιά, -λες και την κρατά ένα αόρατο πλέγμα-, παραμένει δέσμια στο χώρο των επιβατών. Ταξιδεύει μαζί τους και -περιέργως- είναι αισθητή για αρκετή ακόμη απόσταση".

Ο Κώστας Μαυρουδής είναι ένας αυθεντικός εστέτ της λογοτεχνίας. Είναι δημιουργός ολίγων, μικρών και εξαίσιων βιβλίων και εκδότης του "Δέντρου". "Το Δέντρο" είναι ένα από τα ωραιότερα και μακροβιότερα λογοτεχνικά περιοδικά. Κάποια τεύχη του (όπως τα αφιερώματα στο Χρόνο ή στη Μελαγχολία) παραμένουν, εδώ και χρόνια, σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου.
"Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι" είναι ίσως μία από τις πιο ώριμες δημιουργίες του. Το βιβλίο είναι αγορασμένο για 2.080 δραχμές το έτος 2000! Αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί περίμενα δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια για να το διαβάσω, θα του απαντούσα ότι οι θησαυροί προσφέρουν απόλαυση ακόμα κι αν τους κρατάς κρυμμένους και ανέγγιχτους. Αυτό άλλωστε ισχύει και για τα περισσότερα από τα χιλιάδες αδιάβαστα βιβλία της βιβλιοθήκης μου.

"2000, μεσιέ! Κάποτε αυτός ο χρόνος ήταν μέλλον"





Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι έργο του Ντε Κίρικο ("La piazza d' Italia") και η δεύτερη απεικονίζει ένα από τα περίφημα κουτάκια του Αμερικανού Joseph Cornell (1903-1972). Το μότο της ανάρτησης προέρχεται από το έργο του συγγραφέα: "Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια", εκδ. Κέδρος. Το "γι' αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν" είναι μετάφραση της κλασικής γαλλικής φράσης: "pour ceux qui savent lire". Το "Less is more", που έχει κατά καιρούς υιοθετηθεί από πολλούς, είναι φράση από ένα ποίημα του Robert Browning. Την τελευταία πρόταση της ανάρτησης, με κόκκινους χαρακτήρες, την αναφωνεί κάποιο πρόσωπο σε ένα πεζό της συλλογής, μόνο που αντί για το έτος 2000 αναφέρεται στο έτος 1977. Τον Κώστα Μαυρουδή δεν τον έχω συναντήσει ποτέ μου. Ωστόσο πριν από λίγα χρόνια έλαβα ξαφνικά ένα τηλεφώνημά του (του είχε δώσει τον αριθμό μου ένας κοινός γνωστός). Μου είπε κάποια καλά λόγια για το ιστολόγιό μου και μου ζήτησε τη διεύθυνσή μου για να μου στείλει ένα βιβλίο του, το οποίο κατέφτασε με χειρόγραφη αφιέρωση. Είχα μείνει άφωνος και δεν μπόρεσα να του εκφράσω την αγάπη μου για το έργο του. Ας είναι η ανάρτηση αυτή, η διόρθωση εκείνης της παράλειψης. 

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ


Αξίζει, για τις εικόνες του κυρίως, αυτό το παλιό (1925-1927) λεύκωμα που βρήκα σήμερα το πρωί στους ρακοσυλλέκτες. Διάφορα ενδιαφέροντα σχέδια (μελάνι) υπογράφονται από κάποιον γλύπτη Μ.Τηλιακό, για τον οποίο δεν μπορώ να βρω πληροφορίες που να αφορούν την πορεία του. Άλλες (με διαφορετικές υπογραφές) με χρωματικό ενδιαφέρον και αντίληψη αφαιρέσεως, φτιαγμένες με ξυλομπογιά, και μερικές με πενάκι (ανθρώπινες σιλουέτες).Υπάρχει άφθονη μετάφραση ποιήσεως, γαλλικής περισσότερο. Το λεύκωμα ανήκει σε κάποια Nelly Χαλογλοπούλου (δυσανάγνωστο) που ζει στις Σέρρες, την Αθήνα και τη Σάμο.










Στο κείμενο δεξιά (22.2.25) υπάρχει το μότο του J. Laforgue:... l' amour, l'espoir, la maladie, et puis la mort c'est toujours la meme comedie...




Καλλιγραφία


Ελληνική καλλιγραφία (στη διεύθυνση του παραλήπτη) που μόνον ξενόγλωσσοι, πια, παρατηρώ ότι καλλιεργούν. Συντελεί σ' αυτό η προσπάθεια σωστής επιλογής των ψηφίων και η αργή γραφή που είναι καρπός ανασφάλειας. Να είναι καλά ο αποστολέας για την όμορφη και ευγενική κάρτα των Βερσαλλιών. Αυτά τα προφίλ της Μαριάννας στα γραμματόσημα είναι κλασικά και μας συνδέουν με τον παιδικό μας φιλοτελισμό, όταν σε διάφορα χρώματα εναλλάσσονταν το ίδιο κεφάλι, κρατημένο με προσοχή στο μεταλλικό τσιμπιδάκι.

Είχα πει ότι θα το ξαναδιάβαζα, με ενέπνεε και η έκδοση, αλλά τα πράγματα έχουν δικές τους βουλές και ο χρόνος συνήθως κινείται διαφορετικά.


Writing ink. Parker


Τα σπίτια του Άμστερνταμ


Σπίτια του Άμστερνταμ και μια κούπα Ντέλφτς bloue, με ανάλογο σχέδιο εσωτερικά και εξωτερικά. Επίσης τύπος μελανοδοχείου, με μαύρο μελάνι, που βρήκα επίσης χθές. Η σειρά των σπιτιών του Άμστερνταμ είναι φιαλίδια με ποτό (260 τύποι οικιών περίπου). Τα προσφέρει η εταιρία στα ταξίδια της. Έχω προς το παρόν 28 (μόνον).

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Νο 191-192)



Αυτό είναι ένα προσχέδιο του εξωφύλλου. Είναι μια έκδοση με δύο τεύχη στην ουσία. Το σύγχρονο Σινεμά και οι προτάσεις μας με εγχώρια και μεταφρασμένη λογοτεχνία (+ η σχολιογραφία μας). Χρειάζεται βελτιώσεις και συμπληρώσεις η εικόνα, γιατί λείπουν τα ονόματα πολλών συνεργατών. Αύριο η συνέχεια. Ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ


Για τα 30 χρόνια του ΔΕΝΤΡΟΥ είχαμε εκδώσει ένα μεγάλο αφιέρωμα (Νο 159-160) με τίτλο "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ, Μεγάλα έργα της παγκόσμιας γραμματείας". Τι ήταν εκείνο το τεύχος; Ήταν ένα λεξικό κλασικών έργων της λογοτεχνίας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, με την αξιολόγησή τους. Σελίδες που θα ήταν καλό να γνωρίζει κανείς και να έχει διαβάσει. 


Το επετειακό εκείνο τεύχος των 336 σελίδων, δεν έμεινε, όπως ήταν φυσικό, για πολύ στην αγορά. Σήμερα έχουμε λίγα, ελάχιστα, τεύχη, που έχουν επιστρέψει από διάφορα σημεία της επαρχίας. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο του περιοδικού (210. 380 46 30) και να παραγγείλετε αυτόν τον πολύ χρήσιμο τόμο, με μειωμένη φυσικά την παλιά τιμή του.

Το νούμερο 111383



Από την τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ. Σάββατο 2.2.2013


Το νούμερο 111383
Σαμ Προφέτα (γενν. 1914), Εβραίος της Θεσσαλονίκης, έχει αφηγηθεί σε ένα εξασέλιδο κείμενο την εκτόπισή του στο Αουσβιτς (ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 37-38, 1988). Από το 1928 δούλεψε σε κινηματογράφους ως βοηθός μηχανικού και ως ταξιθέτης. Το 1943, ένας θιασάρχης θέλησε να τον φυγαδεύσει στην Αθήνα, αλλά εκείνος, χάριν της μητέρας του, αρνήθηκε. Ξαναδιάβασα πρόσφατα το κείμενο. Τώρα εστίασα περισσότερο στον αφηγούμενο παρά στη συλλογική μοίρα.
«[...] Επρεπε να επιβιώσεις. Στο προσκλητήριο για ειδικευμένους, σήκωνα πάντα το χέρι μου. Μια μέρα μ' άρπαξε ένας Γερμανός. «Του μπις μάλερ»; («Είσαι μπογιατζής;»). «Για», του απάντησα. «Μάλερ φον μπερούτ;» («επαγγελματίας μπογιατζής;»). Νόμισα πως με ρωτούσε αν είμαι από τη Βηρυτό και του είπα: «Νάιν, Σαλόνικα». [...] Την άλλη μέρα ένας Κάπο μάς έβαλε, μ' έναν Πολωνό, να βάψουμε. Ο Πολωνός άρχισε πρώτος. Ο Κάπο τον σταμάτησε και του είπε να βάψει πιο πέρα. Εκείνος κατέβηκε και μετακίνησε τη σκάλα. «Αν ήσουν επαγγελματίας θα περπατούσες μαζί με τη σκάλα», του είπε [...]. «Εσύ τι είσαι;», ρώτησε εμένα. Εμπιστευτικά του είπα ότι είμαι κλέφτης. Το έκανα, διότι κάθε κρατούμενος είχε ένα διακριτικό. Οι πολιτικοί κόκκινο, οι Εβραίοι κίτρινο, οι ποινικοί μαύρο. Εκείνος είχε μαύρο. Υποθέτοντας ότι ήταν κλέφτης πέρασα για συνάδελφος. Χάρηκε. «Ο γκουτ μάινε φρόιντε», μου είπε. Πέρασα καλά για κανένα εξάμηνο [...] γλίτωσα από επιλογές για τα κρεματόρια».
Τον Σαμ Προφέτα, το νούμερο 111383 του Αουσβιτς, στις 5.5.1945 απελευθέρωσαν οι Αμερικανοί. Τον γνώρισα προσωπικά. Κρατούσε το κυλικείο της Ισραηλιτικής Κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι λεπτομερώς τη συζήτησή μας.
Είπα ότι ξαναδιαβάζοντας το χρονικό εστίασα κυρίως στην απελπισμένη επινοητικότητα. Από το συλλογικό δράμα του Ολοκαυτώματος με κέρδισε η σοφία της καθημερινότητας, τα σωτήρια αντανακλαστικά, η λαϊκή σπιρτάδα. Δεν είδα το γεγονός μόνον ως έναν δαρβινισμό της ευφυΐας, αλλά και σαν κατανυκτικό ύμνο στην επιβίωση, κάτι που οδηγεί στην ταπεινότητα και στην επανεκτίμηση της δικής σου μοίρας. Αντιμετώπισα τον αφηγητή με την ενοχή εκείνου που δεν χρειάστηκε να αποδείξει την αντοχή του, δεν απειλήθηκε από την ανθρώπινη παραφροσύνη, δεν έζησε τον τρόμο της Ιστορίας, επικείμενο κάθε στιγμή (και τώρα που μιλάμε, αν δοθεί η ευκαιρία). Σαν τον αναγνώστη που σταματά μαγεμένος από μια φράση, βλέπω τον 111383 να κερδίζει τη ζωή. Τον ξανακοιτάζω με δέος, σαν σύγχρονό μου, γιατί δεν υπάρχει παλιός κόσμος. Το μέλλον γράφεται με τα πιο αρχαία μας ένστικτα.


Παραλλαγή



Μανιτάρι, που πριν δυο ώρες παρίστανε ανεπιτυχώς τη χελωνίτσα, αλλά δεν γλύτωσε. Και ας λέει ο Σοπενχάουερ (πόσο μεγάλο λάθος) ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που ψεύδεται. Η φύση δε δίδαξε την παραλλαγή;

Νεαρός ναυτικός

    Μικρός Γάλλος ναυτικός. Σελιλόιντ (1950)


                             

Τα βιβλία





Δύο αγορασμένα βιβλία (στην άκρη) και ένα ποιητικό απεσταλμένο (στο κέντρο). Να ευχηθούμε για το ποιητικό (Μαρία Λαϊνά, "Μικτή τεχνική", που είναι πρόσφατο και έχει πορεία.