Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

«IL GATOPARDO» («Ο ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ»)

Aπό τη συνεργασία μου με την εφημερίδα Έθνος, 20-10-12


Το Il Gatopardo (1957), μοναδικό βιβλίο του συγγραφέα Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (Παλέρμο, 1896-Ρώμη, 1957), είναι σημαίνον μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το 1860 τα κράτη της ιταλικής χερσονήσου ενοποιούνται. Η Σικελία προσαρτάται, κι αυτή, στο νέο βασίλειο. Η κεντρική κυβέρνηση του Τορίνο, θέλοντας να διορίσει έναν επιφανή Σικελό ως γερουσιαστή, στέλνει στο Παλέρμο κάποιον, για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Δον Φαμπρίτσιο να αποδεχθεί τον διορισμό. Συναντά έναν φινετσάτο και καλλιεργημένο φεουδάρχη, άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα την εποχή. Ο Γκαριμπάλντι ενοποιεί την Ιταλία, η γερασμένη αριστοκρατία και ο κόσμος της αργοπεθαίνει. Ο χρόνος των προνομίων του είναι ελάχιστος πια. Για τον νεοέλληνα αναγνώστη, ο διάλογος ανάμεσα στον πρίγκιπα και τον απεσταλμένο είναι λόγος με δραστικούς συνειρμούς, για να μην πω ότι μας αφορά περισσότερο από έμμεσα.

Να γιατί: «Τι χρειάζεται στη Γερουσία κάποιος που δεν ξέρει να εξαπατά τον εαυτό του, αναγκαία προϋπόθεση για όσους καθοδηγούν τους άλλους»; απάντησε ο Δον Φαμπρίτσιο αιτιολογώντας την άρνησή του [...] Οι Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν, γιατί πιστεύουν πως είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι πιο ισχυρή από την εξαθλίωσή τους. Κάθε παρέμβαση ξένου ή Σικελού διαταράσσει τη φαντασίωση της τελειότητας, αναστατώνει τη φιλάρεσκη προσμονή τους για το τίποτε. Οι Σικελοί πιστεύουν στο ένδοξο παρελθόν τους.[...] Νομίζετε πως είστε ο πρώτος που προσπαθεί να μας εντάξει στον ρου της παγκόσμιας Ιστορίας; Μουσουλμάνοι, ιππότες του Ρογήρου, βαρώνοι των Ανζού, Ισπανοί μεταρρυθμιστές και πόσοι άλλοι... Η Σικελία επέλεξε τον ύπνο, παρ' όλες τις εκκλήσεις, γιατί είναι σοφή, τίμια, πλούσια, που... όλοι τη ζηλεύουν και τη θαυμάζουν [...] και βέβαια, αυτό που εμείς νομίζουμε υπερηφάνεια είναι εθελοτυφλία. [...].

Το επόμενο πρωί ο Σεβαλιέ αναχώρησε νωρίς. Οι πόρτες κάποιων σπιτιών είχαν ήδη ανοίξει και η δυσωδία που ανέδιδαν τα στοιβαγμένα σώματα έφτανε στο δρόμο. Ο Σεβαλιέ σκεπτόταν: «όλα αυτά κάποτε θα αλλάξουν». Ο πρίγκιπας ήταν κατηφής: «Κι όμως, όλα αυτά θα διαρκέσουν για πάντα. Με τους ανθρώπινους νόμους, αυτό σημαίνει ένα-δυο αιώνες. Μετά όλα θα γίνουν χειρότερα. Ήμασταν οι Γατόπαρδοι, οι λέοντες. Θα μας αντικαταστήσουν τα τσακάλια. Όλοι μαζί, τσακάλια, Γατόπαρδοι και πρόβατα, θα εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είμαστε το άλας της γης».


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRTMANIACS_ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ


Η παρακάτω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Varelaki



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Κύριε Μαυρουδή, σας καλωσορίζω στο varelaki !Παρακολουθείτε,φαντάζομαι, τις πολιτικές,κοινωνικές κai οικονομικές εξελίξεις Ζούμε λοιπόν σε ανισόρροπους καιρούς.Σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα ως έθνος και για τους πολίτες της.Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην κρίση .Και δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.Μέσα σε όλα αυτά ,μήπως οι Ποιητές και η Ποίησή τους περισσεύουν;Mήπως δεν είναι τούτη εποχή για Ποίηση και άλλα παρόμοια;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Το ερώτημα αν η ποίηση σήμερα «περισσεύει» μπορεί να αφορά όλες τις εποχές. Όχι ειδικά τη δική μας. Οι εποχές και οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Προτεραιότητές τους είναι πάντα οι άμεσες πρακτικές ανάγκες. Ό,τι τους ενδιαφέρει πέρα απ' αυτό, προσδιορίζεται από  τη θέση τους, την καλλιέργειά τους, τις κλίσεις τους, αυτό που λέμε προσωπικότητα. Οι τέχνες δεν είναι μια ανάγκη που αφορά τον φυσικό άνθρωπο, την καθημερινότητα και την πρακτική του  ζωή. Ούτε τις βλέπω ως  συμπλήρωμα καλλιέργειας και «καλλωπισμού», όπως π.χ. αν διακοσμούσαμε ένα δωμάτιο με άνθη ή αν ακούγαμε ένα τραγούδι. Το έργο είναι ένας πειθαρχημένος κλειστός κόσμος, φτιαγμένος από σύμβολα και κώδικες. Υπάρχει πλάι στον ατελή και σύντομο βίο μας και θέλει να τον συμπληρώσει, να τον υποκαταστήσει, αφήνοντας συγχρόνως τα ίχνη εκείνου που φεύγει.  Καμιά εποχή λοιπόν δεν είναι κατάλληλη ή ακατάλληλη για ποίηση. Η ποίηση αφορά τον κάθε έναν αναγνώστη ξεχωριστά. Δεν σχετίζεται με ειδικές εποχές, ομάδες εγγραμμάτων, δεν απευθύνεται, δεν διδάσκεται, υπάρχει για όποιον νιώθει πως κάτι συμβαίνει εκεί και πάει να χτυπήσει την πόρτα. Ούτε η σχέση μ' αυτήν είναι προνόμιο. Κάποιος που δεν χρειάζεται να ζει με τον πλασματικό κόσμο των τεχνών μπορεί να είναι ο επαρκής άνθρωπος που συνομιλεί αρμονικά με τον εαυτό του και τη ζωή. Αν ποτέ δεν χρειαστεί ένα κονσέρτο, μιαν έντεχνη Μορφή, μιαν αναπαράσταση του πραγματικού που είναι η πράξη της τέχνης, σημαίνει πως συνομιλεί με το περιβάλλον του όπως ένα ευτυχισμένο πλάσμα το οποίο ανήκει ανενόχλητα στη φύση, είναι μέρος της. Εκείνος που έχει ανάγκη το «μύθο», για να ζήσει μ' αυτόν και να τον βάλει απέναντι στο φόβο, είναι κάποιος που ψάχνει «τεχνάσματα» παραμυθητικά για την ύπαρξη. Το έργο είναι τέχνασμα. Μικρή απάτη που οδηγεί σε  μιαν αποκάλυψη. Το ποιος την παράγει και ποιος την αντιλαμβάνεται (μιλάμε πάντα για το αυθεντικό γεγονός και όχι την παραλογοτεχνία ή την παρανάγνωση χιλιάδων ανθρώπων) είναι ένα άλλο ζήτημα.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Προσωπικά θεωρώ ότι η ποίηση [και γενικά η λογοτεχνία ] ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο.Γίνονται όμορφες δημιουργικές ζυμώσεις και ανταλλαγές.(Το εχω μάλιστα υποστηρίξει δημόσια σε σχετικό άρθρο μου στο Protagon).Ποιά είναι δική σας άποψη αναφορικά με το θέμα <<Λογοτεχνία και διαδίκτυο>>.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Το Ίντερνετ είναι περιοχή μεγάλης και ανεξέλεγκτης ευκολίας. Δίνει τη ευχέρεια σε όλους να είναι πομποί και δέκτες αντιστοίχως, αδοκίμαστων ποιοτήτων. Μπορούν να πουν και να ακούσουν τα πάντα, ανεξαρτήτως αξίας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αυταπάτη από το να νομίζουμε ότι όσοι περισσότεροι μιλούν τόσο μεγαλύτερα οφέλη προσκομίζονται στις έννοιες, στις ποιότητες, στις προτάσεις του λόγου. Δεν υπάρχει δημοκρατία στην καλλιτεχνική έκφραση. Ή, να το πω ορθότερα, η πράξη της τέχνης περιφρονεί τη δημοκρατία. Είναι ένα βαθιά αριστοκρατικό παίγνιο. Όποιος έχει μοχθήσει  επιχειρώντας να αναμετρηθεί με τη Μορφή καταλαβαίνει τι εννοώ. Όπως συνέβαινε με τους χρυσοθήρες, συχνά ο μόχθος της γραφής παίρνει χρόνια για να παραγάγει έναν στίχο. Το Ίντερνετ δίνει βήμα στον καθένα να διαβιβάσει στον κόσμο εκείνο που νομίζει άξιο λόγου. Έζησα στο ραδιόφωνο (δεκαετία του '80) τη συμμετοχή των ακροατών στο δημόσιο λόγο. Σκωπτικά, για την πρωτογένεια που μεταδιδόταν έτσι, το  έλεγαν τότε «Το μικρόφωνο στο λαό». Πάντοτε η γενικευμένη ευκολία, η πρωτοβάθμια σκέψη και το αφελές κριτήριο είναι ένα παράσιτο στη σοβαρότητα.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Κάθε μέλλον είναι ζήτημα των προφητών. Ξέρετε πόσες φορές και για πόσους έπεσα έξω; Προσωπικά βλέπω ότι η μεγάλη έκρηξη που έγινε με τη γενιά του '30 μας αφορά, μας επηρεάζει και μας γοητεύει ακόμα. Ήταν έργο μιας ομάδας με βαθιά αστική καλλιέργεια που μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τα ευρωπαϊκά ρεύματα και μέσα απ' αυτά να καλλιεργήσουν ιδιοφυώς την κλίση τους. Σήμερα εμφανίζονται λ ί γ α νέα πρόσωπα με τη γνώση τού πόσο δύσκολος  τόπος είναι η ποίηση, και π ο λ λ ά με ακούραστες φιλοδοξίες τις οποίες η μεγάλη ευκολία επικοινωνίας και άκριτης υποδοχής τα κάνει κινητικά και πομπώδη. Όπως κάθε εποχή,  και η δική μας θα βρει το λόγο της. Όπως μπορεί. Ποτέ άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε εκείνον τον αφορισμό του Λα Ροσφουκό. «Ερχόμαστε πολύ αργά. Όλα έχουν ειπωθεί». Οφείλουμε να επαναλάβουμε ιδιοφυώς ή τουλάχιστον καλόγουστα. Αυτό που με απογοητεύει είναι η έλλειψη κριτηρίων, ο αυστηρός έλεγχος, το δυνατό αισθητήριο, η κριτική οξυδέρκεια του κοινού. Κυκλοφορούν όλες οι ποιότητες χωρίς φίλτρα, χωρίς αξιώσεις διακρίσεως. Απ' όλα αυτά βέβαια κάποτε θα κατακαθίσουν τα βαρύτερα στοιχεία. Χρειάζεται όμως σοβαρή ζύμωση και χρόνος.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Το Δέντρο! Πόσα χρόνια κυκλοφορίας; Mιλήστε μου για το περιοδικό.

 ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Το Δέντρο συμπληρώνει σε λίγο τον 35ο χρόνο της κυκλοφορίας του. Δεν έχω να πω τίποτε, παρά μόνον ότι έγινε από έναν άνθρωπο που μάθαινε, διδασκόταν, φτιάχνοντας εκείνες τις σελίδες. Θέλω να πω ότι ενώ ένα λογοτεχνικό περιοδικό πρέπει να έχει πίσω του τη γνώση, τη φροντίδα, το ασκημένο κριτήριο ενός ώριμου προσώπου, εγώ ωρίμαζα κάνοντας αυτό το έντυπο νέος, με αμφίβολα ακόμα κριτήρια και ανεπαρκή διαβάσματα. Βλέπω τώρα επιλογές μου και καταλαβαίνω ποια πορεία διατρέχει αναπόφευκτα κανείς. Με βοηθά εξαιρετικά στο περιοδικό ότι γράφω ο ίδιος. Θα σας πω γιατί. Γράφω πολύ δύσκολα. Βασανίζομαι πάνω από την παραμικρότερη φράση. Ακυρώνω δημοσιεύσεις μου (δημοσιεύω πάντα σε 2-3 ξ έ ν α έντυπα, για ευνόητους λόγους), αναβάλλω, ζητώ πίσω το κείμενο και στέλνω άλλο, που κι αυτό το διορθώνω, ώσπου ο υπεύθυνος δεν σηκώνει πια το τηλέφωνο για να μην τον βρω. Εκτός από νεύρωση τελειότητας, πιστεύω πως είναι και μια προσπάθεια για την άρτια μορφή (ως γνωστόν ένα έργο δεν τελειώνει ποτέ). Σας εξηγώ ποια είναι η βοήθεια του ότι γράφω. Όντας εξοντωτικά αυστηρός για τον εαυτό μου, έχω το δικαίωμα να είμαι το ίδιο αυστηρός για το ξένο κείμενο.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Θεός....;

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Έχω ένα μικρό αφοριστικό και παιγνιώδες κειμενάκι στο βιβλίο μου Στενογραφία:«Σ' έναν κόσμο φτιαγμένον απ' τον Θεό, το πρόβατο θα μάθαινε αριθμητική μετρώντας τα δόντια ενός λύκου που γελούσε»


 ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Ποιές οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Έχω γράψει δυο τρία βιβλία που δεν ανήκουν σε κάποιο λογοτεχνικό είδος. Μοιάζουν με ημερολόγιο, με αφοριστικό λόγο, με σύντομη κριτική αποτίμηση. Τα βιβλία αυτά είναι Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (εκδ. Νεφέλη, 2000) και η Στενογραφία (εκδ. Κέδρος, 2006). Πεζογραφία με τη μορφή διηγήματος έχω γράψει αλλά δεν έχω εκδώσει. Τώρα προσπαθώ να τελειώσω μια σειρά 60 ταχυαφηγημάτων (διηγήματα «Μπονζάι», τα λένε μερικοί), που όλα έχουν ως θέμα ή ως πρόσχημα έναν σκύλο. Δεν ξεπερνά κανένα τη μία σελίδα. Προδημοσίευσα μερικά σε μια λογοτεχνική εφημερίδα. Δεν δημοσιεύω ποτέ κείμενά μου στο ίντερνετ, παρά μόνον όταν έχουν ήδη δημοσιευτεί σε ένα έντυπο.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Ποιό από τα δικά σας ποιητικά  βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί...

          
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Αγαπώ (αλλά κυρίως εκτιμώ) το ποιητικό βιβλίο μου Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια και το τελευταίο ποιητικό Τέσσερις εποχές (και τα δύο από τις εκδόσεις Κέδρος). Το πρώτο γιατί αγγίζει το ζήτημα του γήρατος, δηλαδή το πρόβλημα του ανθρώπινου χρόνου (κατά βάθος το μόνο και κύριο ζήτημα της τέχνης), και το δεύτερο γιατί μέσα από προσωπικά βιώματα, από τη μακρινή ηχώ τους, προσεγγίζεται πάλι ο χαμένος χρόνος. Σ' αυτό το δεύτερο όμως υπάρχει σκηνογραφία, πλούσια εικονοποιία, αναδρομή και αναφορά σε πρόσωπα και εποχές.


 ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Aγαπημένοι σας ποιητές ,συγγραφείς και μεταφραστές.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Δεν θα χρησιμοποιήσω την έννοια αγαπημένοι. Θα πω ότι σταματώ στην κλασική γαλλική πεζογραφία του 19 ου αιώνα, σε μεταγενέστερους όπως τον Τόμας Μαν, τον Προύστ με το μνημειώδες έργο του, ορισμένα βιβλία του Τσβάιχ, τον Τομάζι ντι Λαμπεντούζα με το μοναδικό (ένα) βιβλίο του Ο Γατόπαρδος.  Στην ποίηση με ενδιέφεραν πολλές διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Από τον δικό μας Ρίτσο (την Τέταρτη Διάσταση) μέχρι τον Αμερικανό Γουάλας Στίβενς. Κυρίως όμως έζησα και πήρα πράγματα από το ευρωπαϊκό ποιητικό σινεμά (Βισκόντι, Φελίνι, Μπουνιουέλ, Τριφό). Αυτά μου έδωσαν την ατμόσφαιρα του ποιητικού εξίσου δυνατά με τη λογοτεχνία. Το ίδιο και η ζωγραφική. Καταλαβαίνω ότι ήμουν κυρίως της εικόνας. Με κέρδιζε ευκολότερα, είχα έναν πυκνότερο και πιο άμεσο διάλογο μαζί της. Κάπως λιγότερο η μουσική. Πιστεύω πως ό,τι έγραψα, ανεξαρτήτως της αξίας του, έχει μεγάλη σχέση με την ατμόσφαιρα, το κλίμα και την κομψότητα του εικονιστικού ποιητικού βλέμματος.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σας κάνω αυτήν την ερώτηση.Παρακολουθείτε θέατρο;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Δεν παρακολουθώ συστηματικά θέατρο. Απέναντι σε μια παράσταση όμως, πιστεύω ότι είμαι επαρκής θεατής. Το καλοκαίρι, για παράδειγμα, είδα έναν Οιδίποδα Τύραννο στην Επίδαυρο. Νομίζω ότι ο αρχαίος χώρος δίνει αυστηρές οδηγίες για τη σκηνοθεσία. Μου φαίνονται εξεζητημένες (συχνά αστείες) οι απόπειρες νεωτερισμών, ενδυματολογικών ετεροχρονισμών. Ωστόσο, αυτή η παράσταση που έγινε με σύγχρονα κοστούμια και αφαιρετικά σκηνικά (από ένα σκηνοθέτη Λιθουανό) ήταν άψογη, είχε μέτρο. Δύο νέοι ηθοποιοί, λιτοί, απέδωσαν τον τραγικό λόγο χωρίς βαρύγδουπες δραματικές ερμηνείες. Σπάνιο αυτό. Δεν έχουμε παράδοση στη δραματική τέχνη, καθώς είμαστε λαός πολύ νέος, ακατέργαστος και κυρίως ε ξ ω σ τ ρ ε φ ή ς. Όλες οι μορφές, όλα τα είδη έκφρασης, πείθουν, ή όχι, με τον ίδιο τρόπο. Χρειάζεται πείρα μιας πορείας αλλά όχι κατ' ανάγκη εξειδίκευση. Απλώς ένα καλλιεργημένο ένστικτο δημιουργεί ορθά αντανακλαστικά.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Πιστεύετε στην κριτική;O ίδιος διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Πιστεύω στην κριτική. Υπάρχουν εμπνευσμένες στιγμές μιας απόλυτης ταύτισης του κριτικού κειμένου με το δημιουργικό κείμενο. Είναι ανάγκη όμως η σύγκλιση δύο στάσεων να υπάρχει, και το κριτικό βλέμμα να αποτοιχίσει μέρη από την παράσταση. Υπάρχουν κριτικά κείμενα που γίνονται μια δεύτερη δημιουργία πλάι στην κρινόμενη, που φωτίζουν περιοχές, και από αίσθημα τις μεταβάλλουν σε ορθό λόγο. Οφείλει όμως ο κριτικός, όπως έλεγε ο παλιός Ντιντερό, «να μην ντρέπεται τη συγκίνηση», να μην θεωρεί την αισθαντικότητα έναν ασύντακτο ερασιτεχνισμό. Να συμπλεύσει με το ξένο συγγενικό πνεύμα. Όπως διαφαίνεται από ό,τι λέω, με ενδιαφέρει η ιμπρεσιονιστική, όχι θεωρητική κριτική. Για τον ανέτοιμο δέκτη του έργου, όμως, η κάθε κριτική είναι κάτι που δεν ξέρει τι να το κάνει. Είναι όπως το ειλητάριο που είχαμε εμείς οι παλιότεροι και αντιγράφαμε τις λύσεις σε μιαν μαθηματική άσκηση. Αν δεν προϋπάρξει η σύμπνοια και η ταύτιση με το έργο είναι άχρηστη οποιαδήποτε κριτική που θα δείξει το δρόμο προς το κείμενο. Δεν υπάρχει γέφυρα για τον αναγνώστη αν δεν έχει προκύψει η σχέση της κατάνυξης.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: Aπό τα διαβάσματά σας....αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Ο χθεσινός κόσμος (Στέφαν Τσβάιχ), διότι μου έδειξε μέσα από βιώματα και ιστορικά γεγονότα το ιδανικό της ευρωπαϊκότητας. Το μαγικό βουνό (Τόμας Μαν), γιατί στις σελίδες του υπάρχουν τα πάντα. Φιλοσοφία, ποίηση, κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, πολιτική, και κυρίως η εστίαση στην ανθρώπινη μοίρα. Ο Γατόπαρδος (Τομάζι ντι Λαμπεντούζα), διότι μου έδειξε πώς οι οι ιστορικές αναστατώσεις και ανατροπές σβήνουν και εξαφανίζουν μεγάλες αξίες, θέλοντας να φέρουν εξισωτικές μεταβολές και να αλλάξουν κοινωνικές ισορροπίες. Ο μοντερνισμός στο μυθιστόρημα δεν με συγκίνησε.


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Οι διασταυρώσεις


Aπό τη συνεργασία μου με την εφημερίδα Έθνος, 7-10-12

Συχνά τρυπώνει σε μιαν αφήγηση, περιπαικτικά θα 'λεγες, ένα στοιχείο καθημερινότητας και γίνεται μέρος της. Να γίνω σαφής. Πριν από πολλά χρόνια, σε ένα θερινό σινεμά, παρακολουθούσα τη νεορεαλιστική ταινία «Salvatore Giuliano» του Φραντσέσκο Ρόζι.
Πρόκειται, απ' ό,τι θυμάμαι, για τη σύλληψη ενός επικηρυγμένου ληστή, ιστορικού προσώπου, στη μεταπολεμική Σικελία. Εκεί, λοιπόν, μια σαύρα που είχε βγει από τα φυτά της πλατείας άρχισε να τρέχει σε έναν χωματόδρομο της οθόνης, πίσω απ' το αυτοκίνητο των ληστών που καταδιώκονταν. Φιλμικός χρόνος και παρόν, δύο μακρινοί άγνωστοι, έδωσαν για λίγο τα χέρια.
Στο Ηρώδειο είδα μια παρεμφερή συνάντηση. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Πρόεδρος τότε της Δημοκρατίας, παρακολουθούσε τους Πέρσες, πλαισιωμένος από τους υπασπιστές και την αθέατη ομάδα της φρουράς του. Κατά τη διάρκεια της παραστάσεως, ένας ρακένδυτος ηθοποιός που υποδυόταν τον Αγγελιοφόρο (=ανώνυμο πρόσωπο της τραγωδίας, που μεταφέρει την είδηση και αμέσως αποχωρεί) εμφανίστηκε από τη σκοτεινή πλάγια είσοδο, τρέχοντας προς τους θεατές της πρώτης σειράς. Η προεδρική ασφάλεια, αντιδρώντας με ετοιμότητα, κατέβηκε από τις κερκίδες και ακινητοποίησε τον ηθοποιό υπό τα χειροκροτήματα του κοινού.
Έχω καταγράψει πολλές πειρατικές εισβολές της καθημερινότητας στην έντεχνη αφήγηση. Η τελευταία που εντόπισα, δραματική και δυσοίωνη, δεν είχε δυστυχώς το στοιχείο της φάρσας. Αφορούσε την ταινία «Τίτλοι τέλους».
Ο σκηνοθέτης Γ. Ζώης (πρόσφατο βραβείο στο Φεστιβάλ Βενετίας) έλεγε σε συνέντευξή του: «... Όταν γυρίζαμε την ταινία, και συγκεκριμένα τη σκηνή όπου μια ουρά αστέγων περιμένει συσσίτιο, ένας πατέρας Έλληνας πήγε και περίμενε σ' αυτήν την ουρά με την κόρη του. Καθώς σε λίγο κατάλαβε πως κάνουμε γύρισμα, η απογοήτευση που φάνηκε στο πρόσωπό του με σόκαρε. Βλέποντας τη σκηνή αντιλήφθηκα ότι η μυθοπλασία είχε γίνει πραγματικότητα!».

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012