Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Ο κριτικός



Το ότι «ο κριτικός (κατά τον Ντιντερό) ντρέπεται να συγκινηθεί από την ανάγνωση», ακούγεται απόλυτα φυσικό και σύμφωνο με την οντολογία της τέχνης και τους κανόνες της πρόσληψης. Η μεθοδική προσέγγιση θεωρεί πάντοτε τη χωρίς όρους αισθαντικότητα έναν ασύντακτο ερασιτεχνισμό, ασύμβατο με την επαγγελματική ευθυκρισία: όπως αν ο σιδηρουργός κόβοντας το μέταλλο ρέμβαζε με τις σπίθες, αν ο γυναικολόγος ένιωθε ταραχή μπροστά στο πεδίο της έρευνάς του , ή ο αγρότης ονειροπολούσε με το βαμβάκι του, που κοιμάται σπόρος και ξυπνά εσώρουχο σ' ένα θεσπέσιο σώμα κοριτσιού.

Κ. ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: ΣΤΕΝΟΓΡΑΦΙΑ (Κέδρος, 2006)

Εγώ είμαι ένας άλλος


Μεταξύ μας, ελάχιστες φορές παίρνουμε τοις μετρητοίς την ποίηση. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, που ο Ρεμπό μάς αφιέρωνε ένα χειρόγραφο με τη διάσημη φράση του «Je est un autre» («Εγώ είμαι ένας άλλος»), θα ήμαστε παρανοικοί, αν αντί γι' αυτόν ψάχναμε να ευχαριστήσουμε τον ά λ λ ο ν. 

Κ.ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: ΣΤΕΝΟΓΡΑΦΙΑ (Κέδρος, 2006)

Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι


Δεκατριών ετών ήδη, έκδοση με μικρές ατέλειες που πρέπει να διορθωθούν, «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι», πυκνές αυτοβιογραφικές καταγραφές, μου δείχνουν πως χρειάζονται μιαν φροντισμένη επανέκδοση, μια καινούργια παρουσία. Ίσως αυτόν το χειμώνα, συγχρόνως με κάποιο πρωτοεμφανιζόμενο βιβλίο, υπάρξουν και πάλι στην αγορά, διαθέσιμες για τον νέο τους αναγνώστη. Απ' το βιβλίο αυτό προέρχονται δύο από τις τρεις αναρτήσεις του σημερινού απογεύματος.

Η άμμος


Δεν μας παραπλανά το περίλαμπρο χρωματολόγιο από τις σεζλονγκ και τις πετσέτες της πλαζ, τα γυμνά σώματα που ακινητούν πλάι στο αντιηλιακό τους, οι υποσχέσεις των σιωπηλών βλεμμάτων. Καθόμαστε πάνω στην άμμο, την πρώτη ύλη του τρομακτικού συμβόλου της κλεψύδρας.



ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: ΣΤΕΝΟΓΡΑΦΙΑ (Κέδρος, 2006)

Λάγκο Ματζόρε


Λάγκο Ματζόρε. Η κυρία κάθεται πλάι στον μετεφηβικής ηλικίας γιο της, σ' ένα παγκάκι της ακτής. Κοιτάζουν ακίνητοι, και οι δύο, την απέραντη έκταση της λίμνης με τα νησάκια Μπορομέε, θαμπά σε μιαν ομίχλη από φως. Τα λευκά πανιά των μικρών σκαφών, η λαμπρότητα της ώρας, τα πλοιάρια που πηγαινοφέρνουν τουρίστες από το Μπαβένο και τη Στρέζα, είναι το σκηνικό του αυγουστιάτικου πρωινού. Απόλυτα ακίνητοι καθώς μένουν, τυφλωμένοι, όπως κι εμείς, από το φως και την αντανάκλασή του στο νερό, θα ορκιζόμουν ότι έχουν προσηλωθεί στο τοπίο, ποιος ξέρει με ποιον εκστατικό θαυμασμό ή νοσταλγία.

Τίποτε απ' αυτά! Επρόκειτο για μιαν συνήθη έξοδο, έναν περίπατο ρουτίνας του παιδιού αυτού στην παραλία. Έπασχε από μογγολοειδή ιδιωτεία.Το αντιλαμβανόσουν δύσκολα, εξαιτίας των γυαλιών ηλίου που φορούσε, ενώ και στη μητέρα, αν πρόσεχες, θα διέκρινες την εικόνα της υπαρξιακής ταλαιπωρίας, ενός ανθρώπου με το ισόβιο χρέος του συνοδού.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: ΟΙ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ ΤΟΥ ΓΚΑΡΙΜΠΑΛΝΤΙ (Νεφέλη, 2000)


Ο τυφλός


Βιαρέτζο. Η κυρία πέρασε μπροστά μας, πριν από λίγο, οδηγώντας με αργό βήμα τον τυφλό. Εκείνος μετέφερε ένα ωδικό πουλί, κρατώντας το κατακόρυφο κλουβί στο αριστερό του χέρι. 

Άμεσο και αυθόρμητο ερώτημα, που ακολουθεί την εμφάνιση της κινούμενης αυτής συνθέσεως: Αν δεν γνώριζα τον πίνακα «Τυφλός οδηγεί τυφλόν» του Θεόδωρου Ράλλη (1853-1909), κι αν αγνοούσα το γλυπτό του Μαγκρίτ, τον «Άνδρα-κλουβί», πόσο θα αντιδρούσα σ' αυτή την εικόνα; Μ'άλλα λόγια, σε τι βαθμό αυτοπροσδιορίζονται ή πόσο αυτοδίδακτα είναι τα αισθητικά μας αντανακλαστικά; 


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: ΟΙ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ ΤΟΥ ΓΚΑΡΙΜΠΑΛΝΤΙ (Νεφέλη, 2000)

Το χρώμα του παρελθόντος

«Τα απομακρυσμένα αντικείμενα βάφονται με ένα ξέθωρο γαλάζιο χρώμα» (Λεονάρντο). Το περίεργο είναι ότι και τα απομακρυσμένα στο χρόνο γεγονότα με το ίδιο χρώμα βάφονται. Ή μήπως είναι μόνο δική μου αυτή η εντύπωση;


Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Δημιούργησε ένα μύθο


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ, Νο 187-188, αφιέρωμα στον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

 του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Ο θάνατος του Θόδωρου Αγγελόπουλου με συγκλόνισε, γιατί ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, και μάλιστα σε εποχές τρυφερές. Ήμασταν μαζί νέοι σπουδαστές στο Παρίσι και συγκάτοικοι, στις αρχές του ’60. Δεν γνωριζόμασταν πριν. Εγώ βρισκόμουν στη Γαλλία από το ’59, ο Θόδωρος ήλθε λίγο μετά. Η σύνδεσή μας, χωρίς να το καταλάβουμε σχεδόν, έγινε βαθιά, παρότι αργότερα, όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα, κάναμε ανόμοια έργα και πήραμε αποστάσεις ο ένας από τον άλλον. Γιατί ήμασταν πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες.
Στο Παρίσι σπουδάσαμε στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σορβόνης, με διάσημους καθηγητές, όπως τον Ζορζ Σαντούλ, τον Αζέλ κ.ά. Μυθικές εποχές. Ήταν εντυπωσιακό το γεγονός ότι είχαμε καθηγητή έναν δηλωμένο κομμουνιστή, τον Σαντούλ, όταν στην Ελλάδα δεν τολμούσες ούτε να αναφέρεις τη λέξη κομμουνιστής. Από την άλλη, ο Αζέλ ήταν Χριστιανός και ερχόταν στο μάθημα με έναν μεγάλο σταυρό στο στήθος. Για μας όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα. Όταν διαβάζαμε τους διαλόγους ανάμεσα στον Σαρτρ και τον Αρόν, νιώθαμε σαν να ζούμε σε παράδεισο.
Ο Θόδωρος ήταν μεγαλύτερος από μένα. Είχε τελειώσει τη Νομική και ήλθε στο Παρίσι με υποτροφία του ΙΚΥ. Αλλά ούτε τα χρήματα της υποτροφίας, ούτε και όσα μου έστελναν οι δικοί μου, μας αρκούσαν για να ζήσουμε. Ήμασταν εξαθλιωμένοι. Μέναμε στη Σιτέ του Πανεπιστημίου, γιατί ήταν φτηνά. Κάναμε τις πιο απίθανες δουλειές. Όταν κατασκευάσθηκε το αεροδρόμιο του Ορλί, σκουπίσαμε σχεδόν όλα τα υπόγειά του. Κάθε πρωί πηγαίναμε εκεί, μας έδιναν στολές και σκούπες και αρχίζαμε την καθαριότητα. Κάναμε, επίσης, λαθραία, νυχτερινή αφισοκόλληση. Ο Θόδωρος ντρεπόταν να κουβαλάει τη βούρτσα και την τύλιγε με εφημερίδες, αλλά έτσι την έκανε πιο εμφανή... Περίμενε πρώτα ν’ αδειάσει ο δρόμος και μετά άρχιζε την αφισοκόλληση. Είχαμε περιπέτειες με γυναίκες. Εγώ, αργότερα, του έλεγα αστειευόμενος: «Εσύ, χάρη σε μένα έγινες σκηνοθέτης...». Γιατί όταν έφερνα κάποια κοπέλα στο κοινό μας δωμάτιο, καρφίτσωνα ένα σημείωμα στην πόρτα: «Θόδωρε, πήγαινε σινεμά και θα σ’ το πληρώσω εγώ...». Αυτό συνέβαινε πολύ συχνά... Μέσα στην απελπισία μας να βρούμε κάποια δουλειά για να φάμε, δεχτήκαμε την πρόταση ενός γάλλου φίλου, του Πολ, που ήταν ενδυματολόγος. Αυτός για να διασκεδάσει, μας έστειλε στο «Καζινό ντε Παρί», όπου μας παρουσίασε ως χορευτές... «Μη φοβάστε... Θα βγείτε στη σκηνή με άλλους εκατό. Θα κουνάτε κάτι φτερά...». Είχαμε φορέσει μαγιό. Αξιοθρήνητο θέαμα. Μας ρώτησαν: «Ποια σχολή έχετε βγάλει;» «Της Ραλλούς Μάνου...». Φυσικά, δεν μας προσέλαβαν. Πιάσαμε δουλειά σε μια ελληνική μπουάτ ονόματι «Τα παιδιά του Πειραιά», ή κάπως έτσι. Εγώ ήμουν ντυμένος τσολιάς και χόρευα, ενώ ο Θόδωρος τραγουδούσε ελαφρό ρεπερτόριο του τύπου «Χάρτινο το φεγγαράκι».  
Κατά τα άλλα, το Παρίσι ήταν ο ιδανικός χώρος για έναν κινηματογραφιστή. Βλέπαμε τρεις ταινίες την ημέρα. Πηγαίναμε στην Ταινιοθήκη που διηύθυνε ο θρυλικός Ανρί Λανγκλουά, ένας άνθρωπος με απίστευτες κινηματογραφικές γνώσεις, ειδικά γύρω από τη βουβή παράδοση. Ήξερε, χωρίς υπερβολή, σε ποια πράξη της τάδε ταινίας υπήρχε ένα συγκεκριμένο πλάνο. Ο μακαρίτης, αγαπημένος φίλος Λάμπρος Λιαρόπουλος είχε στενή σχέση με τον Λανγκλουά, με τον οποίο έκαναν παρέα, διασκέδαζαν, μέθαγαν, μαγείρευαν μαζί. Αυτός μας σύστησε στην Ταινιοθήκη και δουλεύαμε στην είσοδο ως ταμίες. Φυσικά, παρακολουθούσαμε και τις ταινίες. Διάσημοι σκηνοθέτες παρουσίαζαν έργα τους εκεί: ο Ρενουάρ, ο Ράισενμπαχ... Εάν συνδύαζες την Ταινιοθήκη και τα φιλμ που έβλεπες στην οδό Σενπολιόν, όπου βρίσκονταν οι φτηνές αίθουσες τέχνης, μπορούσες να ισχυριστείς ότι είχες παρακολουθήσει την ιστορία του κινηματογράφου, με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι, αναγκαστικά είδαμε και έργα απαράδεκτα από... καθήκον. 


Εγώ έμεινα στο Παρίσι δώδεκα χρόνια, ο Θόδωρος τρία. Στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ακολουθώντας τη μόδα των μουσικών ταινιών με πρωταγωνιστές μουσικά συγκροτήματα (όπως αυτές του Ντικ Λέστερ με τους Μπιτλς), ο Θόδωρος θέλησε να γυρίσει ένα φιλμ για το γκρουπ των Forminx. Πήγαμε μαζί στη Θεσσαλονίκη. Παραγωγός ήταν ο Φαφούτης, γιος ενός μεγάλου εργολάβου. Στο συνεργείο συμμετείχα εγώ ως τεχνικός σύμβουλος, ο Λιαρόπουλος ως διευθυντής παραγωγής, ο Πανουσόπουλος ως οπερατέρ, ο Αρβανίτης ως βοηθός... Κάναμε μερικά γυρίσματα σε μια συναυλία του συγκροτήματος, αλλά η ταινία δεν ολοκληρώθηκε. Με τη συγκεκριμένη σύνθεση του συνεργείου δεν θα ήταν δυνατόν να γυριστεί ποτέ ταινία. Η διαδικασία του γυρίσματος έμοιαζε με διαρκές καλαμπούρι. Ας πούμε, πηγαίναμε για γύρισμα στο σιδηροδρομικό σταθμό που ήταν γεμάτος κόσμο. Ο Θόδωρος μου έλεγε, ως συνήθως: «πανοραμίκ 360 μοιρών με το οποίο θα δείξουμε άδειο το χώρο...». Κάτι αδύνατο, βέβαια. Είχε εμμονή με τα πανοραμίκ 360 μοιρών... Ο Θόδωρος γύρισε το ’68 την ταινία μικρού μήκους Εκπομπή. Εγώ έκανα την Κυριακή. Ο ένας ήταν βοηθός του άλλου στις δύο αυτές ταινίες. Πρέπει να πω ότι ήταν ο χειρότερος βοηθός που είχα ποτέ... Σ’ όλα τα πλάνα ήταν μέσα... Έφαγε πολύ βρισίδι στο μοντάζ. Μετά επέστρεψα στο Παρίσι. 
Μετά την αμνηστία, το ’73, γύρισα. Βρήκα έναν Θόδωρο πολύ αλλαγμένο. Είχα διαβάσει σε μια εφημερίδα δήλωσή του ότι ήταν κομουνιστής. Ενώ δεν ήταν. Σοκαρίστηκα. Στο Παρίσι εγώ του έκανα μαθήματα μαρξισμού. Μου έλεγε τότε: «εγώ δεν διακρίνω τους ανθρώπους σε αριστερούς και δεξιούς»... Ψυχρανθήκαμε. Δεν είμαι θαυμαστής των ταινιών του. Μου αρέσουν πολύ Οι μέρες του ’36. Γιατί ήταν ο πρώτος έλληνας σκηνοθέτης που προσπάθησε να στήσει μια γεωμετρία στα πόδια της· τα κυκλικά, χορευτικά και μουσικά πλάνα της σε έκαναν να ασφυκτιάς. Επίσης, ήταν η μόνη ταινία του Θόδωρου που είχε χιούμορ. Ενώ αυτό το φιλμ θαυμάστηκε για την καθαρότητα της ιδεολογίας του, εμένα με ενδιέφερε η καθαρότητα της φόρμας του. Νομίζω ότι ο Αγγελόπουλος «αδίκησε» τις ταινίες του, γιατί τις προσανατόλισε ιδεολογικά, ενώ δεν είχαν τέτοια ανάγκη. Έτσι κι αλλιώς, σε κάθε ταινία μόνο τη φόρμα μπορείς να ερμηνεύσεις. Όσα του καταλόγισαν ως αισθητικά ελαττώματα, στην πραγματικότητα ήταν η δύναμή του. Γιατί τις ταινίες δεν τις κάνει το πνεύμα, αλλά ο χαρακτήρας του σκηνοθέτη. Ο Θόδωρος ήταν εγωπαθής και νάρκισσος: αυτά τα στοιχεία τα ενέγραψε στις ταινίες του. Η αξία των ταινιών του είναι ευθέως ανάλογη με το χαρακτήρα του. Έστηνε, για παράδειγμα, ένα τράβελινγκ 150 μέτρων. Ήταν τέτοια η μεγαλομανία του που δεν του αρκούσε να πηγαίνει η κάμερα και να τραβάει μπροστά, αλλά έπρεπε να κάνει το ίδιο και προς τα πίσω... Ο ναρκισσισμός του τον οδήγησε, ας πούμε, ώστε ένα ωραίο πλάνο, όπως αυτό των εργατών με τις κίτρινες νιτσεράδες πάνω στους στύλους, που θα μπορούσε να το κρατήσει μερικά δευτερόλεπτα, αυτός να το κρατάει πέντε λεπτά. Αλλά, όμως, δημιούργησε έτσι το στιλ Αγγελόπουλου. Γι’ αυτά όλα τον κατηγόρησαν. Αλλά ας σκεφτούμε: τι θα ήταν ο Αγγελόπουλος χωρίς αυτά τα «αρνητικά»;
Το 1973 γύρισα τα Χρώματα της ίριδος με παραγωγό τον Παπαλιό, τον οποίο γνώρισα μέσω του Θόδωρου. Μετά τις Μέρες του ’36 έχασα το ενδιαφέρον μου για το σινεμά του. Πώς να το εξηγήσω; Πέρα από τη διαφορετικότητα των χαρακτήρων μας, νομίζω ότι από την πλευρά μου υπήρχε και κάποια ζήλια για την επιτυχία του Θόδωρου.
Η σχέση μας ήταν πάντα φιλική. Υπήρχαν αμοιβαία αισθήματα αγάπης. Αλλά είχαμε πολλές διαφωνίες, γιατί είχαμε διαφορετικό αισθητικό προσανατολισμό. Μου άρεσαν μόνο δύο ταινίες του Θόδωρου: οι Μέρες του ’36 και Η σκόνη του Χρόνου. Μπορεί να κάνω λάθος στις εκτιμήσεις μου, γιατί τόσος κόσμος λατρεύει το σινεμά του Αγγελόπουλου. Στην κηδεία του διαπίστωσα κάτι περίεργο· υπήρχε μεγάλη συγκίνηση και σε ανθρώπους που δεν ήξεραν το σινεμά του. Πλανιόταν το αίσθημα μιας μεγάλης απώλειας. Αποδόθηκε τιμή σε έναν άνθρωπο που αντιστάθηκε στις ευτέλειες. Η κρίση της εποχής μας πολλαπλασίασε αυτή την εκτίμηση. Μπορείς να κατηγορήσεις τον Αγγελόπουλο για πολλά. Η καλλιτεχνική του εντιμότητα, όμως, μένει αξεπέραστη. Δεν υπέκυψε σε καμιά σειρήνα εμπορικότητας και ευκολίας. Υπήρξε αγέρωχος και αταλάντευτος.
Ανδρωθήκαμε με τον Θόδωρο σε μια έκρηξη του μοντέρνου σινεμά παγκοσμίως (Νουβέλ βαγκ, Τσίνεμα νουόβο, Φρι σίνεμα, ουγγρική, τσέχικη, πολωνική, σκανδιναβική και γιαπωνέζικη πρωτοπορία κ.λπ.). Εγώ βαθμιαία αποποιήθηκα μεγάλο μέρος του μοντερνισμού και κράτησα την ειρωνεία του. Καταλογίζω στο μοντερνισμό ένα ελάττωμα: γίνεται πολύ γρήγορα ντεμοντέ. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρέμεινε μοντερνιστής, ή μάλλον υπηρέτησε το ποιητικό σινεμά. Τον ενδιέφερε, ειδικά μετά το ’80, η ποίηση καθεαυτή. Δείτε πολλούς τίτλους ταινιών του ή προσέξτε φράσεις σε διαλόγους. Είχε πάντα πολύ καλή σχέση με την ποίηση. Στην πρώτη του περίοδο τον ενδιέφερε το συλλογικό, μετά επικεντρώθηκε στο άτομο, με μεγαλύτερη ποιητική διάθεση.
Γενικά, το σινεμά του Αγγελόπουλου είναι οικοδομημένο πάνω σε «μεγάλες» συλλήψεις. Αυτή η εμμονή συχνά οδηγεί τον καλλιτέχνη σε παρακμή. Δημιούργησε ένα μύθο, και επειδή ο χειρότερος εχθρός ενός καλλιτέχνη δεν είναι μόνον ο εαυτός του αλλά το κοινό, στην περίπτωση του Θόδωρου το κοινό τού ανέθεσε έναν ρόλο, που τον έπαιξε μέχρι την τελευταία στιγμή. Κάποια στιγμή, όμως, το έργο σου απογυμνώνεται. Εάν σε κάθε έργο δεν διακινδυνεύεις τα πάντα, παίζοντας στο όριο, δεν έχει νόημα η προσπάθεια. Ένα έργο πρέπει να βρίσκεται κοντά στη γελοιότητα και στην αποτυχία «παρά γουρουνότριχα». Η τεχνική και η προσωπική μυθολογία είναι πεθαμένα μυστικά. Ο Θόδωρος πίστεψε στη μυθολογία του ρισκάροντας να πέσει σε μια παγίδα, αλλά υποστήριξε τις εμμονές του με τον καλύτερο τρόπο. Από νεαρός ήταν πολύ σοβαρός και πίστευε ότι έπρεπε να υπηρετήσει κάτι σημαντικό. Δεν θα μπορούσε να κάνει μια κωμωδία ή ένα αστυνομικό φιλμ. Μπόλιασε το σινεμά με εξαιρετικά στοιχεία: η αλλαγή του χρόνου μέσα στο ίδιο πλάνο είναι μια πρωτοτυπία διεθνής. Επίσης, τα πλάνα συνόλου και η έντονη παρουσία της Φύσης, τις αλλαγές της οποίας περίμενε υπομονετικά για να τις συλλάβει.
Τελευταία κάναμε πολύ στενή συντροφιά. Τώρα που έφυγε νιώθω ότι έχασα κάποιον της οικογένειάς μου, το ένα μου χέρι. [...]

(Το κείμενο αποσπάσθηκε από μαγνητοφωνημένη συνομιλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με τον Τάσο Γουδέλη, στις 16/2/2012).



Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (Μυτιλήνη, 1941) είναι σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Τελευταία του ταινία: Δεσμά αίματος (2012).

Με εισιτήριο επιστροφής



Έπιασα σήμερα το πρωί, μετά από πολλά χρόνια, να διαβάζω ένα παλιό βιβλίο μου, φτιαγμένο από ακόμα παλιότερες σημειώσεις και καταγραφές. Έχουν περάσει δεκαετίες, αλλά απολαμβάνω ακόμα τον (αυθεντικό) διάλογο που έχω περιλάβει στη σελίδα 31.Πρόκειται για μια σημείωση του 1976, εποχή που στο κέντρο της Αθήνας συγκεντρώνονταν ανήσυχοι περί την πολιτική, ή αργόσχολοι, και συζητούσαν ατέλειωτες ώρες, συχνά με μαχητική ένταση. Να διευκρινίσω ότι η παρατήρηση των δρόμων υπήρξε χρησιμότατη. Μου έδωσε πολύ νωρίς να καταλάβω την κυκλοφορούσα νοημοσύνη, το αίσθημα, και το δημόσιο πνεύμα. 

«Μια κυρία, ηλικιωμένη αστή, σταματά σε πολιτικό "πηγαδάκι" μπροστά στο Πολυτεχνείο και ακούει για αρκετή ώρα, με έκδηλο ενδιαφέρον, τους διαπληκτιζόμενους. Κάποια στιγμή, όταν καταφέρνει να πάρει το λόγο, ρωτά με όλη την καλοπιστία του κόσμου έναν μαχητικό τροτσκιστή:
- Κι αφού παιδί μου, δεν σου αρέσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ποιος να κυβερνήσει;
-Να κυβερνήσουν οι εργάτες!!!
- Οι εργάτες; Άλλο και τούτο! Εδώ παιδάκι μου δεν μπόρεσαν οι στρατιωτικοί και θα τα καταφέρουν οι εργάτες;»

Pink Martini - Una Notte a Napoli

Βενετίες



Ποτέ δεν μπορώ να βρώ ένα βιβλίο τη στιγμή που το χρειάζομαι. Κυρίως εξαιτίας της αταξίας. Τώρα που σκέπτομαι τη Βενετία, ίσως λόγω παλιών καλοκαιρινών ταξιδιών, δεν μπορώ να βρω το βιβλίο του Πολ Μοράν «Βενετίες». Αφορούσε τους τόπους όπου κυβέρνησε η ένδοξη θαλασσοκράτειρα και επισκέφθηκε κατά καιρούς ο Μοράν. Θυμάμαι απ' αυτό το βιβλίο μόνο δύο αναφορές του Γάλλου συγγραφέα στον πατέρα του, σημαντικό εικαστικό τεχνοκριτικό.

Η πρώτη είναι μια συμβουλή που του έδινε για τη ζωγραφική, όταν ήταν νέος: «Να υπολογίζεις σοβαρά τη ζωγραφική, αλλά προσοχή, μέχρι, τον Σεζάν. Για τους μεταγενέστερους αυστηρή επιφύλαξη». Η δεύτερη αναφορά είναι μια ανάμνηση του νεαρού Πολ, όταν έκαναν τις διακοπές τους, αρχές του αιώνα, στη Βενετία. Ο πατέρας του τον προέτρεπε καμιά φορά να αποφεύγει κάποιον γνωστό (Γάλλο που βρισκόταν κι αυτός στη Βενετία) γιατί ήταν ομοφιλόφιλος. «Πού να φανταζόταν ο ανυποψίαστος εκείνος άνδρας», σχολιάζει ο γιός, «ότι ο ίδιος κάθε μέρα χαιρετούσε και έδινε το χέρι του σε πάμπολλους άλλους, ανίδεος για την κλίση τους».

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Tέσσερα τελευταία τεύχη του ΔΕΝΤΡΟΥ

Tέσσερα τελευταία τεύχη του ΔΕΝΤΡΟΥ. «Να μιλήσουμε για ποίηση», «Παπαδιαμάντης», «Βιβλιοθήκες» και «Αφιέρωμα (τρέχον) στον Θόδωρο Αγγελόπουλο», με τον δίσκο όπου έχει επιλέξει ο ίδιος και διαβάζει ποιήματα του Σεφέρη. Για 25 λεπτά απαγγελίας χρειάστηκαν δύο εβδομάδες. Μια αντίληψη για την τελειότητα που, απ' ό,τι διάβασα και στο αφιέρωμα, την είχε και στα γυρίσματα των ταινιών του.

Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζωγράφος, Εγγονόπουλος.



Φόρος τιμής σε μια φωνή που αγαπήσαμε και μας μάγεψε τη δεκαετία του '60. Είναι κρίμα που η αισθαντική αυτή παρουσία έχει αγνοηθεί, καθώς το ρεύμα εκείνο (Νέο Κύμα) φαίνεται και ακούγεται πια παλιό, και κυρίως γλυκερό. Στο «Τετράδιο» της οδού Μνησικλέους περάσαμε ατέλειωτα βράδια, ακούσαμε, γνωρίσαμε, φλυαρήσαμε, πολιτικοποιημένοι υπήρξαμε φορείς μιας αθώας και υπεραισιόδοξης οπτικής για την Ελλάδα. Στην είσοδο, θυμάμαι, υπήρχε ένα χειρόγραφο σημείωμα του ΜΠΟΣΤ, γραμμένο στη θήκη του δίσκου «Ένα πλοίο ταξιδεύον». Τον χάριζε "στον μεγαλύτερο σύγχρονο τραγουδιστή". Ο Ζωγράφος τον άφησε εκεί μέχρι το τέλος. Τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του είμαστε γείτονες, στα Ιλίσια. Φαινόταν, ήταν εμφανής, μια καταθλιπτική διαταραχή. Του μίλησα κάποτε. Μου είπε πως ο Παβαρότι του πρότεινε να κάνουν μαζί έναν δίσκο. Έπινε μια φτηνή ρετσίνα. Ακούμε αυτό το ωραίο τραγούδι, με τους περίφημους στίχους του Εγγονόπουλου. «Ας δρέψουμε τα στήθη των ομορφοτέρων μας κοριτσιών. Ας οδηγήσουμε τους γύφτους προς την θάλασσα».

Kathleen Ferrier - Nun will die Sonn

Henri Jules Jean Geoffroy

 Le 14 juillet des petits écoliers 
Ορισμένοι σ' αυτόν τον πίνακα, όπως και στη ζωή, κερδίζουν. Το βρέφος και ο μικρός που μας κοιτάζει πρωταγωνιστούν. Τι να γίνει, έτσι συμβαίνει, έτσι έχει καθοριστεί να συμβαίνει. Δεν αλλάζουν τα πράγματα του κόσμου.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Η υπογραφή

Έλεγα σε μια προηγούμενη ανάρτηση ότι, μεταξύ άλλων, από την αγορά των ρακοσυλλεκτών αγόρασα και μια φοντανιέρα πορσελάνης (όχι τίποτε ιδιαίτερο) με το σήμα RW και την ένδειξη US Ζone. H μάρκα βρήκα πως είναι Rudolf Wachter, εργοστάσιο που έχει ιδρυθεί το 1893 στη Βαυαρία. Έκλεισε το 1974. Μεγάλο μέρος της παραγωγής του πήγαινε στις Ηνωμένες Πολιτείες, γράφει το σημείωμα. Για φαντάσου, όμως, πέρασε από χέρια και τόπους, ποιος ξέρει πώς και σε ποιές συγκυρίες, για να καταλήξει στην Ιερά Οδό, όπου πωλητής και νέος κτήτορας πούλησαν και αγόρασαν, αγνοώντας, αμφότεροι, την υπογραφή στη βάση του.

Εμβάδιον


Ciambella, λοιπόν, σημαίνει αρτολάγανον, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει τηγανίτα. Ciabatta, είναι το εμβάδιον, δηλαδή, όπως εξηγεί το ωραίο, νέο μου λεξικό, παπούτσι πατημένο. Χαίρομαι την τυπογραφική αισθητική των αρχών του αιώνα και τα άγνωστα στην τρέχουσα γλώσσα ελληνικά που βρίσκω.


Το αφιέρωμα



Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να προμηθευτώ ένα νέο σκάνερ και να μην αναρτώ φωτογραφίσεις. Εν πάση περιπτώσει, χθες, συζητώντας με μια φίλη που ζει για δεκαετίες στην Ισπανία, επαναβεβαίωσα αυτό που ήξερα. Το πόσο σοβαρή παρουσία υπήρξε η πριγκήπισσα Σοφία για τον θρόνο της χώρας. Συμπτωματικά, σήμερα, δηλαδή λίγες ώρες μετά τη συζήτηση, βρήκα το αφιέρωμα, με υπέροχες όντως φωτογραφίες από την ιστορία του εκλιπόντος και της βασιλικής οικογένειας. Υπάρχουν και φωτογραφίες από τον γάμο του Δον Χουάν (κυριολεκτικά παιδί στην εμφάνιση) με τη Σοφία στην Αθήνα. 

Θυμάμαι τη λειτουργία του γάμου στο ραδιόφωνο (από το τρανσίστορ μου). Κάτω από μια παλιά ηλεκτρική κολόνα άκουσα το «Αλληλούια» του Χέντελ, από τον Άγιο Διονύσιο. Δεν το γνώριζα, αλλά με καθήλωσε η επανάληψη και ζήτησα μετά από καιρό να μάθω τι ήταν. Το σύνθημα της εποχής (της αριστεράς) ήταν «Προίκα στην Παιδεία κι όχι στη Σοφία». Εδώ, από το αφιέρωμα πάντα, ο Παύλος με τον Κωνσταντίνο νεαρό.

Η παρωδία



Ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο της Τήνου, όταν πολύ αργά κάποιο βράδυ έφτασε στο λιμάνι ένα πολεμικό του Βασιλικού Ναυτικού. Παρέλαβαν τη γνωστή θαυματουργό εικόνα και την μετέφεραν, όπως μάθαμε, στο δωμάτιο του ψυχορραγούντος Παύλου. Θυμάμαι το κλίμα της βραδιάς, τη συγκίνηση απ' το ότι ο ανώτατος άρχων ή το περιβάλλον του συνδέθηκε εκείνη τη στιγμή τόσο προσδιοριστικά με την μικρή και μίζερη επαρχία μας. Σήμερα, ξαναέζησα εκείνα τα μακρινά, σχεδόν αμφίβολα απ' την απόσταση γεγονότα, βλέποντας σε έναν σωρό από βιβλία, κατσαρολικά, ρούχα και χαρτιά το εντυπωσιακό εξώφυλλο. Από πάνω του έπιναν μπύρες εύθυμοι τσιγγάνοι και ακούγονταν ακατονόμαστες μουσικές. Η ιστορία, σκεπτόμουν, στη μνήμη μας (και όχι με την επανάληψή της, όπως λένε συνήθως) κινδυνεύει να είναι μια χαριτωμένη παρωδία, ένας κακός μίμος του αυθεντικού, ένα πραγματικό φάντασμα.

Ο θησαυρός



Σήμερα το πρωί, περαστικός από την Αθήνα, επισκέφτηκα τον νέο χώρο των υπάιθριων παλιατζίδικων, στην Ιερά Οδό. Οι τιμές, λόγω απουσίας πελατών ήταν πολύ χαμηλές. Μεταξύ άλλων, βρήκα έναν «Θησαυρό» (14 Αυγούστου 1955) με εξώφυλλο που με ενδιέφερε, τις «Εικόνες» (εκτός σειράς αφιέρωμα στον θάνατο του Παύλου), μια πορσελάνινη φοντανιέρα που στη βάση της είδα ότι ήταν γερμανική και μάλιστα με την ένδειξη US Zone, πράγμα το οποίο σημαίνει κατασκευή στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όταν οι περιοχές της Αυστρίας και της Γερμανίας προσδιορίζονταν με τις τρεις ζώνες των συμμάχων. Αγόρασα ακόμα (προς ένα ευρώ) το Ιταλονεοελληνικόν λεξικόν (και το αντίστροφο) του 1913, έκδοση «Εν Μεδιολάνοις» (για τους νεότερους Μιλάνο).Τις εικόνες των αναφορών θα αναρτήσω ευθύς αμέσως.

ΤΡΕΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΑΛΙΑΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗΣ


Jean Lorrain
Σε κάθε μεταφορά υπάρχουν πράγματα που αποκαλύπτονται. Είναι σαν να μην υπήρχαν, διότι δεν τα θυμόμουν ή δεν τα ήξερα. Αυτή τη φορά, ανοίγοντας μια κούτα με αρχεία του ΔΕΝΤΡΟΥ, βρήκα τρείς συραμμένες σελίδες, γραμμένες με γραφομηχανή. Το χαρτί είναι πολύ παλιό. Πρόκειται για ένα διήγημα. Ο συγγραφέας ονομάζεται Ζαν Λορραίν (1855-1906). Είναι ερωτικό, "εποχής", με στοιχεία (του συρμού υποθέτω τότε) παραφυσικά. 


Ετοιμάζοντας για το προσεχές ΔΕΝΤΡΟ ένα αφιέρωμα στην Ερωτική Λογοτεχνία, σκέφτηκα, όταν το διάβασα, ότι θα μπορούσε να είναι μέρος της ύλης. Ποιος ήταν όμως ο μεταφραστής; Η γραφομηχανή (τα στοιχεία) μοιάζει με εκείνη του πατέρα μου, αλλά και του Γιώργου Καραβασίλη, μεταφραστή από τα γαλλικά. Το χαρτί μου θυμίζει κάποια παλιά κείμενα που έχω από τον δεύτερο, αλλά και κείμενα του αείμνηστου Α.Μ. ο οποίος μου έδινε συχνότατα να διαβάσω Γάλλους συγγραφείς.

Στο αίνιγμα έδωσαν απάντηση 4-5 διορθώσεις, που έχουν γίνει με bic. Πολύ μικρές, κυριολεκτικά ψείρες, αλλά αναγνωρίζω τα γράμματα του Γιώργου. Τα θυμάμαι τόσο καλά. Ανανεώνω, άλλωστε, συχνά στα μάτια μου την εικόνα τους, όταν βλέπω καμιά φορά τις αφιερώσεις, με τον γραφικό του χαρακτήρα τόσο αναγνωρίσιμο, στα βιβλία του. Θα το περιλάβουμε, λοιπόν. Τίτλος του είναι «Το βαλς της Ζιζέλ».

 To απρόοπτο εύρημα σε κουτί με παλιά ύλη του ΔΕΝΤΡΟΥ
Αναρωτιέμαι με την ευκαιρία αν είναι πολλά τα χαμένα ή διαφυγόντα κείμενα, που μ' αυτόν τον τρόπο δεν εμφανίστηκαν στις σελίδες του περιοδικού μας. Κι ακόμα: Πώς μπορώ να μάθω αν η συγκεκριμένη μετάφραση έχει εν τω μεταξύ δημοσιευτεί κάπου αλλού;

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Επιστροφή



Και έρχεται η ώρα της αναχωρήσεως. Οι σκύλοι βγαίνουν από το αυτοκίνητο που περιμένει στη σειρά, για μια τελευταία βόλτα. Ο ενοχλητικός δυνατός άνεμος, που σου παίρνει το καπέλλο απ' το κεφάλι (θα το βρεί κάποιος άλλος στη Σύρο), η τρυκιμισμένη θάλασσα, το σφύριγμα στα παράθυρα και το χώμα στο φαγητό, είναι στοιχεία που πιθανόν σε παρηγορούν γι' αυτό που χάνεται, κυρίως αν αγαπάς την εικόνα της νηνεμίας, το τρι-τρι των τζιτζικιών και τα διαυγή νερά. Η γυναίκα μου βγαίνει από το αυτοκίνητο με τα ζώα που περπατούν ασταθώς στο μελτέμι, και σε λίγο θα μπούμε όλοι στο μεγάλο στόμα του σούπερ Φέρι, που το εισιτήριό του για τη Ραφίνα είναι πολύ ακριβότερο από εκείνο που πληρώνουμε για το Πάτρα-Ανκόνα!







Τήνος, Ιούλιος 2012

Εμείς, σ' αυτό ακριβώς το σημείο του λιμανιού, με καλάμια και απλά δολώματα, πρωί-βράδυ, βρισκόμασταν πάνω απ' το νερό περιμένοντας, υπνωτισμένοι, τον φελλό να βουλιάξει. Αν δεν συνέβαινε αυτό, η άλλη μεγάλη «ψυχαγωγία» των θερέτρων ήταν να παρακολουθείς τους αγνώστους στον παραλιακό περίπατο (ποιοι είναι, πώς είναι, τι λένε), γιατί ο επισκέπτης στην επαρχία του '55 ήταν ένα γοητευτικό αίνιγμα. Με την εικόνα αυτή, χθες, δεν σκέφτηκα πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε, γιατί έχει αλλάξει κάτι πιο σημαντικό: η εποχή.

Τήνος: «Μονοπάτι με γρανιτικούς σχηματισμούς», όπως λέει η οδική ένδειξη. Από αύριο, 17 Ιουλίου, αρχίζουν εφιαλτικοί άνεμοι 9 μποφόρ.


...Kαι ενώ φωτογραφίζεις βράχους σε ένα νησί, δέχεσαι τηλεφώνημα από το βιβλιοπωλείο «Πολιτεία», που σε ζητά, γιατί το τηλέφωνο στο γραφείο του ΔΕΝΤΡΟΥ δεν απαντά επί μέρες.

Πόσο έξω από τη φύση της (απρόοπτη και δημιουργική) είναι μια παραγγελία, ενώ βλέπεις τις γλυπτικές φόρμες που φτιάχνει δίπλα σου η τυχαία σύνθεση με τους γρανίτες! «Αν έχω γούστο, δεν είναι παρά για τη γη και τις πέτρες» (Ρεμπό)

Ενδοχώρα της Τήνου, 16 Ιουλίου, πρωί

Παραλία του Αγίου Φωκά, 16 Ιουλίου, πρωί

Τήνος: «Μονοπάτι με γρανιτικούς σχηματισμούς» και εγκατελειμμένο Σιτροέν. Βόρεια πλευρά του νησιού.

Χωριον Κ., Τηνος

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Vieni sul mar


Ὁ Σεζάρ




TΑΞΙΔΕΨΑ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Πα­ρί­σι μὲ τὸ φρον­τι­στή­ριο τῶν γαλ­λι­κῶν. Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1972. Γιὰ τί­πο­τε ἔ­κτο­τε δὲν προ­ε­τοι­μά­στη­κα ἔ­τσι. Ἑ­κα­το­δόλ­λα­ρα στὴν ὀ­δον­τό­πα­στα, στὰ σάν­του­ιτς, σὲ κολ­λημ­μέ­νες σε­λί­δες τοῦ Ζορ­μπᾶ. Θε­α­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τεσ­σά­ρων ὡ­ρῶν. Νύ­χτω­σε λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἄ­φι­ξη. Πρό­λα­βα νὰ δῶ μὲ φῶς, ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ Πα­ρί­σι, ἕ­να τε­ρά­στιο δά­σος. Εἶ­χε δι­α­δε­χτεῖ τοὺς ἄ­πει­ρους ὀρ­θο­γώ­νιους ἀ­γροὺς τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ποὺ ἐ­ναλ­λάσ­σον­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς γή­ι­νους τό­νους, ἀ­πὸ τὸ σκοῦ­ρο μπὲζ μέ­χρι τὸ σκο­τει­νὸ κα­φέ. Μεί­να­με στὴ Ρα­σπά­ιγ. Ἔ­μα­θα γρή­γο­ρα τὸ Με­τρό. Ἀ­πί­στευ­τη ἡ ἀν­το­χή μου νὰ βα­δί­ζω, νὰ στέ­κο­μαι ὄρ­θιος, νὰ κοι­τά­ζω. Λοῦ­βρο, Πάν­θε­ον, Καρ­τι­ὲ Λα­τέν. Τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα Ἐ­θνο­λο­γι­κὸ Μου­σεῖ­ο, Ἄι­φελ, Σὰ­κρ Κέρ. Τὴν τρί­τη, τά­φος τοῦ Βο­να­πάρ­τη, Μου­σεῖ­ο Ρον­τέν, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ Βο­τα­νι­κὸς κῆ­πος μὲ τὸ ζω­ο­λο­γι­κό του τμῆ­μα ποὺ μὲ ἐν­θου­σί­α­σε. Τὸ βρά­δυ, μὲ τὸν ἀ­ρι­στοῦ­χο τῆς τά­ξε­ως, ἀ­νη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν Κον­κὸρντ τὸ δε­ξὶ πε­ζο­δρό­μιο τῆς Σὰνζ Ἐ­λι­ζέ, κα­τά­με­στης καὶ πάν­φω­της γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι εἶ­χαν οὐ­ρὲς στὴν εἴ­σο­δο. Βλέ­πα­με ἀ­χόρ­τα­γοι στὶς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν αὐ­το­κι­νή­των τὰ μον­τέ­λα τοῦ ’73, τοὺς χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κούς, τὰ κο­ρί­τσια μὲ γάν­τια, σκού­φους μέ­χρι τὰ μά­τια καὶ κόκ­κι­νες μύ­τες, νὰ μι­λοῦν μὲ συν­νε­φά­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὶς πα­γω­μέ­νες φρά­σεις τους. Μα­γε­μέ­νοι. Ὁ φί­λος μου ἔ­φυ­γε στὶς πεν­τέ­μι­ση. Χω­ρί­σα­με στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­γά­λου Πρι­ζου­νὶκ ποὺ ἔ­στελ­νε τὴ μου­σι­κή του μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Νὰ μπῶ καὶ νὰ θαυ­μά­σω τὰ ρά­φια ἢ νὰ προ­τι­μή­σω τοὺς δρό­μους; Δὲν πρό­λα­βα νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου θὰ μοῦ ἄ­φη­νε γιὰ 3 λε­πτὰ τὸ σκύ­λο της, ὥ­σπου νὰ κα­τέ­βει στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Δέ­χτη­κα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἁ­πλὸ νὰ ἀρ­νη­θῶ («Μὲ πε­ρι­μέ­νουν», «ἔ­χω ἀλ­λερ­γί­α», «ξέ­ρε­τε, μό­λις ἔ­φευ­γα», «πά­σχω ἀ­πὸ κυ­νο­φο­βί­α» κλπ). Ἔ­μει­να ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἐ­ξην­τα­τρί­α λε­πτά. Πρέ­πει νὰ βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λη εἴ­σο­δο. Μοῦ ἀ­νῆ­κε πιὰ ἕ­να ψη­λὸ Κα­νὶς Ρουα­γιάλ, ἤ­ρε­μο καὶ ὑ­πά­κου­ο, σγου­ρό­μαλ­λο σὰν πρό­βα­το, μὲ ἕ­να σα­κου­λά­κι στὸ πε­ρι­λαί­μιο, δυσ­δι­ά­κρι­το στὸ πυ­κνὸ τρί­χω­μα. Τὸ σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα πρό­δι­δε δι­α­τα­ρα­χή: «Δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή! Ἀρ­κε­στεῖ­τε σ’ αὐ­τό, svp.» Τὸ ξα­νά­βα­λα στὴ θέ­ση του. Θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε; Θὰ πα­ρα­δι­δό­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἔγ­κλη­μα; Θὰ ἄλ­λα­ζε ἤ­πει­ρο; «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ…», ἀ­πευ­θύν­θη­κα σὲ ἕ­ναν ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο σα­ραν­τά­ρη μὲ βαμ­μέ­να μαλ­λιά, γού­να μὲ σκοῦ­φο Ζι­βάγ­κο καὶ μπό­τες ἱπ­πα­σί­ας. Δυ­ὸ μέ­τρα ἀ­πὸ μέ­να, στὸ πιὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο ποὺ εἶ­χα δεῖ ἢ εἶ­χα φαν­τα­στεῖ πο­τέ, μι­λοῦ­σε μὲ κά­ποι­ον ἱ­σπα­νι­κά, ρί­χνον­τάς μου συ­νε­χῶς πλά­γι­ες μα­τι­ές. «Τὸν λέ­νε Σε­ζάρ», εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὴν ταυ­τό­τη­τα στὸ πε­ρι­λαί­μιο. «Ἐ­πι­στρέ­φω ἀ­μέ­σως.» Μὲ κί­νη­ση Μπου­ο­να­ρό­τι, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ δι­κό μου καὶ πῆ­ρε τὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρί.

8.7.2012


Επίδαυρος




Χθές το βράδυ, στην Επίδαυρο. «Οιδίπους Τύραννος». Μια ενδιαφέρουσα παράσταση (λόγος πυκνός, χωρίς το γνωστό στόμφο, εικόνα σκηνικών αφαιρετική, σύγχρονα κοστούμια, ένας Οιδίποδας με εσωτερικευμένο και πειστικό το δραματικό στοιχείο, λιτό ύφος διαλόγων με σημερινά ελληνικά, τους Χειλάκη και Μαρκουλάκη που μπορούσαν να σηκώσουν αντισυμβατικά τους μεγάλους χαρακτήρες). 

Μολονότι πίστευα πάντα πως ο συγκεκριμένος χώρος είναι ένα είδος αυστηρής οδηγίας για το πώς θα εμφανιστούν τα κλασικά έργα και ότι ελάχιστες άδειες παραχωρεί, φαίνεται πως μια πρόταση, πειστική στο νεωτερικό της ύφος, τη δομή και την εικόνα της, μπορεί να προσπεράσει το φράγμα. 

Αυτό που δεν μπόρεσα να καταλάβω (κάτι σαν εκείνο περίπου που σημείωνα σε προηγούμενη ανάρτηση για τον αναντίστοιχο, κάποτε, ποιητικό λόγο στον «Οθέλλο» του Γουέλς) είναι ο μεγάλος σε διάρκεια (και με περιττές επαναλήψεις για το ζητούμενο της αποκάλυψης) διάλογος ανάμεσα στον Οιδίποδα και τον Τειρεσία. Με την ανάγνωση του σύγχρονου θεατή, φαίνεται να βαραίνει και να περνά το όριο του αναγκαίου για τη σύγκρουση των δύο προσώπων. Είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε μεγάλα κλασικά έργα με τα κριτήρια που μας έχει δώσει η αγωγή της αφαίρεσης και η σημασία της, στην εξέλιξη του τελευταίου αιώνα.


«Ας βγάλουμε τώρα τα εισιτήρια και αργότερα ερχόμαστε πάλι». (Πολύ νωρίς το απόγευμα στην Επίδαυρο, με την Χριστίνα Μ.)

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Ο ΕΝΑΣ ΑΚΡΟΑΤΗΣ




Θεωρώ σπουδαία τη σκέψη του πιανίστα Ρουμπινστάιν, όταν κάποτε είπε ότι στην αίθουσα που παίζει βρίσκονται δύο χιλιάδες ακροατές, αλλά ανάμεσά τους υπάρχει έ ν α ς που θα τον ακούσει. «Γι' αυτόν παίζω», πρόσθεσε. 

Είναι μια διατύπωση που επισημαίνει πόσο ελάχιστα αυτονόητη είναι η επικοινωνία με το έργο, πόσο σπάνια (ή ποτέ) ο προικισμένος αποδέκτης τέμνεται βιωματικά από εκείνο που πλησιάζει.

Αυτά, θα πει κανείς, είναι θέματα που έχουν συζητηθεί και έχουν εξαντληθεί ανά τους αιώνες. Και η προηγούμενη ακόμα ανάρτηση με τη σύντομη φράση του Σταντάλ, αυτό φαίνεται να μουρμουρίζει έμμεσα. Προσωπικά είχα κάποτε την τύχη να δω την πιο ακραία εκδοχή τού «ενός ακροατή»: τον κανένα. Στο φεστιβάλ ποίησης μιας γαλλικής πόλης όπου βρισκόμουν κάποιο καλοκαίρι, φωτογράφισα την απαγγελία μιας Καναδέζας ποιήτριας (δεξιά στη φωτογραφία) που διάβαζε στο κενό. Το πιο παράδοξο δεν ήταν αυτό. Η γαλλίδα μεταφράστρια, δίπλα της, με ζήλο και σοβαρότητα μετέφραζε αμέσως από τα αγγλικά για όσους δεν γνώριζαν τη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Αξία

«Όσο λιγότερη αξία έχουν αυτά που λέω, τόσο περισσότερο θα της αρέσουν», σκεπτόταν ο Ιουλιανός (Σορέλ)

Σταντάλ, «Το κόκκινο και το μαύρο»







ΕΥΡΕΘΗ ΝΕΚΡΟΣ


Κακή η φωτογράφιση, η μισή εικόνα έχει πάρει και το ξύλο του τραπεζιού, αλλά ήταν η λιγότερο κουνημένη. Προέρχεται από την 1η σελίδα της «Ελευθερίας» της 4ης Ιουλίου του 1961. Γιατί άραγε ο πατέρας μου είχε κρατήσει αυτό το φύλλο; Για την συγκεκριμένη είδηση, για τη δίκη του Άιχμαν (Γερμανού εγκληματία πολέμου) που γινόταν στην Ιερουσαλήμ εκείνο τον καιρό και ήταν γεγονός με διεθνές ενδιαφέρον, ή για το χρονογράφημα του Σπύρου Μελά που αφορά τις ασχολίες και τα παιχνίδια των παιδιών το καλοκαίρι;


Ο Χέμινγουεϊ (δεινός πότης και καπνιστής) ήταν 62 ετών και έπασχε από καρκίνο. Αυτοπυροβολήθηκε με την καραμπίνα που είχε από τον πατέρα του, αν θυμάμαι καλά. Ήταν μανιώδης κυνηγός και θεωρούσε τη βία και τη δύναμη προίκα του ανδρισμού. Στην τελευταία ταινία του ο Γούντι Άλεν δείχνει αυτή την πλευρά του, λιγότερο με σαρδόνια διάθεση και περισσότερο με ποιητική συγκατάβαση. 

Στην Κούβα το 1979 μας είχαν δείξει κάτι συγκλονιστικό: το περβάζι μιας πόρτας, στο σπίτι όπου ζούσε. Ήταν γεμάτο γραμμές ( μπορεί να ήταν νούμερα, δεν θυμάμαι καλά) σαν κι αυτές που σημειώνουν οι γονείς καταγράφοντας το ύψος των παιδιών. «Ξέρετε τι είναι»; μας είπαν. «Σημειώνει κάθε μέρα τα κιλά που χάνει, καθώς αδυνατίζει από την αρρώστια». 

Θυμάμαι και το 1998 (;), σε ένα μπαρ της Βαλένθια, με τοίχους γεμάτους φωτογραφίες. Μερικές εικόνιζαν εκείνον, καθισμένο στο συγκεκριμένο χώρο. «Έπινε εδώ», μου είπαν με περίφανοι οι κληρονόμοι των κτητόρων.

Για την «Ελευθερία» με τους τόσους συνεργάτες δεν γράφει, ή δεν προλαβαίνει να γράψει κανείς. Το κείμενο είναι ανταπόκριση τριών ξένων πρακτορείων. Το αναρτώ με δύο μέρες καθυστέρηση από την δημοσιευσή του.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Τρίτο πρόγραμμα

Από σήμερα στο ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, στην εκπομπή «Ο ποιητής της εβδομάδος», διαβάζει ποίησή του ο Κώστας Μαυρουδής. 





(πατήστε εδώ

Το αφιέρωμα του Δέντρου στον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Με τιμή από 6 έως 8 ευρώ (ανάλογα με το σημείο πωλήσεως) κυκλοφορεί το Αφιέρωμα του ΔΕΝΤΡΟΥ στον Θόδωρο ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ. Στη συσκευασία του περιέχεται αυτό το CD, όπου ο Αγγελόπουλος έχει επιλέξει και διαβάζει ποιήματα του ΣΕΦΕΡΗ.


Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ανακαλύπτοντας


Σκέπτομαι πως αυτά τα βιβλία που αθροίζονται το ένα πάνω στο άλλο (στο γραφείο του ΔΕΝΤΡΟΥ , για παράδειγμα) εγκυμονούν συχνά, μια μικρή ή μεγάλη αποκάλυψη, που μέσα στο πλήθος των αποστολών συχνά κινδυνεύει. Σηκώνοντας σήμερα διάφορους τόμους αποκαλύφθηκε μια ολιγοσέλιδη συλλογή χάι κου (Ευσταθία Δήμου, εκδ. Αστρολάβος). Το άνοιξα τυχαία στη σελίδα 14. Τι ωραίο το 17ο στη σειρά! 

Τα καλοκαίρια
πλήθυναν. Σαν ένα πια
τ' ανακαλούμε.

Quentin Matsys


Η διακοπή



Η Λου ξάπλωσε στο πεζογραφικό βιβλίο (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό «Διαβάζω»). Επειδή ξέρουμε ότι τα αισθήματά μας προς την άλογη ζωή πρέπει να είναι πηγαία, βαθειά και διαρκή, μιμηθήκαμε κατά πρσέγγιση την παλιά κίνηση του Μωάμεθ: Όταν κάποτε η γάτα του κοιμήθηκε πάνω στο μανδύα του, αντί να την ξυπνήσει για να σηκωθεί, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε το ύφασμα. Θέλω να πω, αντιστοίχως, διακόψαμε για κάμποση ώρα το απολαυστικό διάβασμα, σεβόμενοι το ζώο και την εμφανή στην εικόνα ηρεμία του.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ

Μου ζήτησαν μια συνεργασία για ένα αφιέρωμα στον Μιχάλη Κατσαρό. Γνώρισα τον ποιητή κάπου στη δεκαετία του '70 και δεν υπήρχε μέρα να μην τον δω ή να τον συναντήσω, γιατί ήταν ένας αμετακίνητος πελάτης των καφε του Συντάγματος, επισκέπτης του βιβλιοπωλείου "Δωδώνη" (εκεί που σήμερα στεγάζεται η "Πολιτεία"), και περιπατητής των κεντρικών δρόμων όπως, για άλλους λόγους, κι εγώ. 

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να δημιουργείς την εικόνα ενός απόντος από το να αφηγείσαι περιστατικά που τον αφορούν. Σε αντίθεση με κριτικές σκέψεις για τις σελίδες του που σίγουρα δεν θα είναι κάτι νέο, τα περιστατικά (όσο πιο ιδιαίτερα είναι τόσο πιο ανάγλυφα ανασυνθέτουν ένα πρόσωπο) με την κίνησή τους και τη ζωντάνια τους, στέκονται μπροστά στην απουσία, όπως ένα κάδρο στο αμήχανο κενό της επιφάνειας. Πώς έλεγε εκείνος ο στίχος; «...Την εικόνα ήθελα να σας δείξω, που υποκαθιστά αργότερα τα πράγματα. Τη σκιά, εκεί που βρισκόταν το ζωντανό σώμα του γεγονότος. Με την αναπαράσταση ταριχεύουμε το τρέχον (το εφήμερο ζώο)...»

Είπα να ανακαλέσω για το αφιέρωμα τρία περιστατικά που θυμάμαι, χαριτωμένα όλα, αφού ο ποιητής έπαιζε πάντα με το παράδοξο, φτιάχνοντας μια περσόνα που περιφρονούσε τη λογική, τις συμπεριφορές και τα τρέχοντα. Έχω χρόνο έως τον Σεπτέμβριο που θα το παραδώσω. Εν τω μεταξύ, βρήκα ένα σημείωμα που μου είχε στείλει, θέλοντας να προτείνει δημοσίευση (στο ΔΕΝΤΡΟ) ποιημάτων ενός παλιού φίλου του. Συστάσεις βοηθητικές για κάποιον που δεν γνώριζε το χάρτη. 1986 ήταν, και μολονότι γίνομαι κοινότοπος, τα χρόνια, πρέπει να πω, έχουν περάσει σαν αστραπή.

Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια

Η ΜΥΓΑ

Αυτό είναι το εξώφυλλο από ένα προηγούμενο ποιητικό μου βιβλίο: «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια» (Κέδρος). Εξαντλημένο εδώ και χρόνια (δεν βρίσκω πια πουθενά ούτε ένα αντίτυπο), αν μπορούσε να μιλήσει θα ζητούσε με κάθε τρόπο την παρουσία του, την πιθανή του συνάντηση με νέους αναγνώστες. Δύσκολη εποχή για τους εκδοτικούς οίκους, ειδικά αν πρέπει να κάνουν μια τρίτη έκδοση ποιητικού βιβλίου. Θα δούμε.


Έχω ένα μοναδικό αντίτυπο απ' όπου μπορώ να αποσπάσω το πιο σύντομο ποίημα, επίκαιρο λόγω εποχής, θα δείτε γιατί. Και τα 17 (πολύστιχα) πεζόμορφα ποιήματα αφορούν την επίσκεψη ενός νέου σε έναν υπερήλικα άνδρα με άνοια.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΕ ΑΝΟΙΑ [7]

Δεν με αφήνει, βέβαια, αδιάφορο «ο πόθος του εντόμου για τα άστρα», μια ιδέα του ρομαντισμού που υπαινισσόταν το απρόσιτο, εντούτοις, χάριν του ανήμπορου αυτού κυρίου, είμαι αναγκασμένος να σε εξοντώσω: μύγα που έρχεσαι χειμώνα καιρό, και με τον ήχο σου θυμίζεις παλιές μύγες και μεγάλα δωμάτια.
Μύγα: μισοσβησμένες φράσεις, πράγματα που μόλις θυμόμαστε.

Ο Ντύρερ της Ομονοίας



Αν δει κανείς ξεκομμένο αυτό το πλάνο, πώς να σκεφτεί ότι πρόκειται για έναν τυφλό τοίχο πολυκατοικίας στην οδό Πειραιώς, πλάι στην Ομόνοια, ότι στα πόδια αυτής της εικόνας θριαμβεύει μια απ' τις πιο μίζερες περιοχές της Αθήνας, με την επική της βρωμιά, την απίστευτη ασχήμια και την ανενόχλητη εγκληματικότητα. Το έργο του Ντύρερ με τα χέρια της προσευχής, κατανυκτικό, απόκοσμο, ξένο απέναντι στην υποκοσμική εικόνα του δρόμου, μας κλείνει το μάτι, διότι μας δείχνει (περισσότερο απ' οπουδήποτε αν το βλέπαμε) το ρόλο της τέχνης να ανταγωνίζεται το πραγματικό, να το αγνοεί ή να «αυθαδιάζει» απέναντί του. Το ζωγράφισε στην Πειραιώς 20 ο εικαστικός Μανώλης Αναστασάκος και το φωτογράφισε χθες, διερχόμενος, ο σχολιαστής.