Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ο μικρός στρατιώτης


Στην Χριστίνα Μαυρουδή


Είπα με τη λιακάδα να κάνω μια βόλτα με την κόρη μου στους παλιατζήδες του Θησείου. Καμιά φορά πέφτουν πράγματα με ενδιαφέρον (στρατιωτάκια, καρτ ποστάλ, βιβλία) και φεύγεις με την ικανοποίηση του ευρήματος, κατά ένα αντικείμενο πλουσιότερος. Πίσω απ' το τραπεζάκι του (στην οδό Αδριανού), ο ρώσσος παλιατζής, με τον οποίο παζάρευα ένα άβαφο ρωσσικό στρατιωτάκι του 1940 (ντεμί πλακέ, μείγμα μετάλλων, όχι μολυβένιο), μάλλον ενοχλήθηκε όταν τον πλησίασε, μιλώντας με υποφερτά ελληνικά, ένας μάρτυρας του Ιεχωβά. Διακόπτοντας τη διαπραγμάτευση, ήθελε να του δώσει το έντυπό του ("Ξύπνα") στα ρωσσικά. "Δεν υπάρχει τίποτε εκεί, φίλε", του είπε ο ρώσσος και έδειξε τον ουρανό." Είμαι βέβαιος, βρες κάποιον άλλον που ψάχνει". Ο μάρτυρας του Ιεχωβά ήταν ένας νεαρός πολωνός με την μικρή του κόρη. "Έχω αποδείξεις ότι υπάρχει", αντέτεινε, ευγενικά. "Αν θέλεις μπορούμε να συζητήσουμε". "Ο Γκαγκάριν πάντως δεν είχε δει τίποτε", ανταπάντησε με πειρακτικό χαμόγελο ό Ρώσσος, μολονότι φαινόταν ότι ήθελε να τελειώσει η συζήτηση και να μου δείξει τα μεγάλα μπρούντζινα καπίκια του 1775, αυθεντικά, όπως με είχε βεβαιώσει λίγο πριν. "Πιστεύεις κι εσύ ότι πέταξε ο Γκαγκάριν;", είπε ο μάρτυρας του Ιεχωβά, απευθυνόμενος λίγο και σε μένα που έμενα σιωπηλός. "Στην Πολωνία όλοι ήξεραν ότι ήταν προπαγανδιστικό κόλπο εκείνη η ιστορία. Έπρεπε να δείξουν ότι συναγωνίζονται την Αμερική". Ο Ρώσσος πήρε μια έκφραση που είχε κάτι από έκπληξη και ενόχληση. "Κόλπο;" είπε. "Και ο Κολόμβος, ξέρεις, προπαγάνδα της Ισπανίας και του Φερδινάνδου ήταν". Στράφηκε πάλι σε μένα, υπερήφανος για το ευφυολόγημα. "Έχω και μια χρυσή λίρα του Νικολάου", είπε, ενώ ο συνομιλητής του απομακρυνόταν άπραγος. Είναι 999 χρυσός, και στο ίντερνετ πουλιέται 700 ευρώ. Εγώ την δίνω 600. Και έβγαλε μια χρυσή λίρα από έναν μικρό διαφανή φάκελλο. Το προφίλ του αυτοκράτορα διαγραφόταν περίφημο, χωρίς φθορές. Η μύτη και το μέτωπο, με τη φινέτσα της ευγένειας, ήταν έξοχα λεπτουργημένα. Το μικρό νόμισμα έλαμψε για μια στιγμή στο δυνατό φως του μεσημεριού. "Το προφίλ που βλέπω στα δημοσιεύματα για τη δυναστεία των Ρομανόφ", πρόλαβα να σκεφτώ, μαγεμένος απ' τη χρυσή εικόνα. Πήρα τελικά τον μικρό στρατιώτη (5.5 cm). "Δες την αυστηρή του έκφραση και τη στολή", μου είπε καθώς τον τύλιγε σε ένα κομμάτι εφημερίδας. "Και τη λεπτομέρεια στο καπέλο του!". Ήταν το κράνος που φορούν οι στρατιώτες όταν στήνουν τη σημαία στο Ράιχσταγκ. Πράγματι, διακρίνεται ακόμα και το αστέρι του Κόκκινου Στρατού.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Τρυφερή μνήμη

του Archibald macLeish (+1982)


Ναι. Όταν ο ζεστός καιρός φτάνει έξω απ' τις εποχές,

στο τέλος του χρόνου, πηγαίνοντας έναν χρόνο πίσω,

κι ο νοτιοδυτικός αέρας, που μυρίζει βροχή και καλοκαίρι,

γυμνώνει τα μεγάλα κλαδιά από τα φύλλα τους,


εσυ γύρω στο απόγευμα, στη Friedrichstrasse

ή στο Παρίσι, εσύ, πάνω στην αποβάθρα που φυσά,

σκορπώντας τα πεσμένα φύλλα μπροστά σου

με σκέψεις που αλλάζουν σαν τα γκριζα σύννεφα


δεν θα καταλάβεις για ποιο λόγο μια αιφνίδια τέρψη

σε επισκέπτεται, γιατί γεμίζουν δάκρια τα μάτια σου.

Θα σταθείς μέσα στον άνεμο του Ιουνίου και τα φύλλα


Πότε ήταν έτσι πριν, θα αναρωτηθείς. Mε ποια;...

Δεν θα μπορέσεις να το θυμηθείς, εκεί θα μείνεις,

νιώθοντας τον άνεμο να σου φυσά το πρόσωπο,

να μπαίνει στα μανίκια σου.

Θα μυρίσεις τα πεθαμένα φύλλα στο χορτάρι ενός κήπου,

θα κλείσεις τα μάτια: Mε ποια, θα πεις, και πού;...




Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Αμφίδρομες διασταυρώσεις χώρου και χρόνου



Κώστας Μαυρουδής, Η ζωή με εχθρoύς. Μελάνι, 2009


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Η Ζωη με ΕχθρουςΚείμενα μιας δεκαετίας, 1985-1995, περιλα
μβάνονται στο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή Η ζωή με εχθρούς, δημοσιευμένα τα περισσότερα, στο διάστημα αυτό, στις σελίδες Φύλλα του περιοδικού Το Δέντρο, εκδότης και διευθυντής του
οποίου είναι ο Μαυρουδής. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1998. Στην παρούσα έκδοση, αναφέρεται στην κατατοπιστική εισαγωγή, τα κείμενα ξαναδουλέυτηκαν λιγότερο ή περισσότερο, καθώς κάθε κείμενο έχει το δικαίωμα να υφίσταται και αυτό «τη φυσική του ωρίμανση» και καθώς, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η γραπτή σελίδα «δεν είναι παρά η δοκιμή ενός επιδεχόμενου πολλές αναθεωρήσεις κειμένου». Δύο φορές μάλιστα προσθέτει και ένα συμπληρωματικό υστερόγραφο που, κάτω από το αρχικό κείμενο, αναψηλαφεί την παλιά άποψη. Για τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στα Φύλλα την ίδια δεκαετία αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν στη Ζωή με εχθρούς ο συγγραφέας δίνει την εξήγηση ότι δεν έκρινε σημαντικά τα θέματα που πραγματεύονται, για να εμφανιστούν τώρα στον τόμο.
Ύστερα από όλα τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πληροφορία που δίνεται πάλι στην εισαγωγή ότι υπάρχει ένα τμήμα, από τις σελίδες 215 και μετά, που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε αυτή την έκδοση. Πώς υποστηρίζουν τα κείμενα αυτά το αρχικό σώμα; Με την πρώτη ματιά διακρίνει ο αναγνώστης τη χρονολογική συνέχεια, μετά το 1995, ως το 2008. Οι άλλες παράμετροι θα αναφερθούν πιο κάτω.

Ο Κ. Μαυρουδής προσδιορίζει την έννοια της λέξης «εχθρός» ως «άβολη ή αντίπαλη συγκυρία». Ο συγγραφέας συνθέτει, μέσα από την πολυπρισματική εικόνα που παρουσιάζει, την – σύμφωνα με την οπτική του – πολυπρισματική εικόνα της πραγματικότητας. Αλλά και τη δική του
προσωπική πραγματικότητα, με τους «εχθρούς» που δεν ανέχεται. Αντανάκλαση της προσωπικής εικόνας η γενική.

Χρησιμοποιώντας τους δικούς του όρους, κράτησα την ιδιότητά μου ως αναγνώστριας της λογοτεχνίας και αναζήτησα την υφολογική γοητεία της γραφής (σ. 261). Ήταν παρούσα στο κείμενο. Επιπλέον, με την ιδιότητα της φιλολόγου με έμφαση στη μελέτη της γλώσσας, πρόσεξα την ποιότητα των επιχειρημάτων και αν και πόσο αβίαστα καταλήγουν στο συμπέρασμα. Τη στήριξη στη λογική ή και την αναφορά στο συναίσθημα. Την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην αντίθετη άποψη και την επίθεση στο ήθος του «αντιπάλου». Την επίκληση της αυθεντίας.
Και κατέληξα ότι, παράλληλα με τη γοητεία του λόγου, έχουμε ένα κείμενο εξαιρετικά δομημένο, με παρούσες πολλές και ποικίλες «αυθεντίες»-αναφορές σε κείμενα και σε συγγραφείς, που πάντα όμως έχουν έναν οργανικό ρόλο να εξυπηρετήσουν. Η κριτική σε απόψεις και στάσεις γίνεται με τρόπο που προσπαθεί να ανοίξει συζήτηση για θεωρητικά θέματα σκέψης και λογοτεχνίας. Θα ονόμαζα τα κείμενα αυτά σύγχρονα δοκίμια ποιητικής υφής, όπου ο αναφορικός λόγος και η λογική οργάνωση συνδυάζονται εξαιρετικά με τη συνειρμική αλληλουχία και τη συγκινησιακή έκφραση.

Eχθροί

Ορισμένοι από τους «εχθρούς που μπορεί να εντοπίσει στα κείμενα ο δέκτης τους, είναι: Το ασήμαντο, ακαλαίσθητο, «ευτελές», «εξαρθρωμένο» περιβάλλον, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σε επίπεδο καθημερινότητας και παιδείας. Ο τύπος απέναντι στην ουσία. Τα φαινόμενα και η αλήθεια πίσω από αυτά. Η πόζα αντίθετα στη χαμηλόφωνη αξία. Η ηθική στο χώρο της λογοτεχνίας, οι ηθελημένες αποσιωπήσεις, ο διακαής πόθος για προβολή. Το γλωσσικό, οι εμμονές σε τύπους, η ατελής έκφραση των σκέψεων. Ο χρόνος που περνά και σβήνει τα χνάρια των περασμένων. Ο Μαυρουδής αναμετράται έντονα με το χρόνο1. Προσπαθεί να
κρατήσει τα χνάρια από το πέρασμά του καταγράφοντας στιγμές. Και τον πολιορκεί και οριζόντια και κάθετα. Κάθετα με συνεχείς αναφορές σε άλλους χρόνους και σε κείμενα άλλων εποχών, και με συγκρίσεις, οριζόντια με την επικουρία κειμένων από Ελλάδα και άλλες χώρες και ταυτόχρονα με συμβάντα τοπικά και αλλού, σαν τη σύνθεση ενός παζλ. Ήδη, κάποια από τα στίγματα που καταγράφει ο συγγραφέας έχουν γίνει παρελθόν ή αλλάζουν εν μέρει. Για παράδειγμα, οι κίτρινοι φάκελοι της Kodak, με τις τυπωμένες φωτογραφίες των διακοπών (σ.139, Επιστροφή). Σήμερα η εικόνα αυτή έχει αντικατασταθεί από τις ηλεκτρονικές φωτογραφίες που αποθηκεύονται στον υπολογιστή. Εντούτοις, καθόλου δε χάνει την αξία της η παρατήρηση για τις φωτογραφίες που λειτουργούν ως «εμπράγματη απόδειξη από τόπους και ημέρες της σχόλης». Καθώς επίσης η φράση του Γάλλου στοχ
αστή που παρατίθεται, ότι «Η φωτογραφία δεν αναπαράγει ό,τι συνέβη. Απλώς βεβαιώνει ότι υπήρξε».

Αισθητικά πρότυπα

Το δεύτερο μέρος έρχεται σαν ορμητικό crescendo να συμπληρώσει το πρώτο και να κλείσει το βιβλίο. Αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου αυτού ότι συμπληρώνει το αρχικό σώμα χρονολογικά. Επιπλέον, απόψεις και γεγονότα αναψηλαφούνται μέσα στο χρόνο, ιστορικές αλλαγές σημειώνονται με τις μεταβολές που προκαλούν σε φυσιογνωμίες ανθρώπων και πόλεων. «Ο γραπτός τόπος είναι ακατάβλητος τόπος», ο συγγραφέας καταλήγει αποφθεγματικά. Η γραφή διασώζει μνήμες και γεγονότα, πριν χαθούν ή μεταβληθούν. Και η κορύφωση: το τελευταίο κείμενο, όπου με τρόπο δωρικό, έμμεσο και κομψό χαρτογραφείται η προσωπικότητα
του συγγραφέα και εμφανίζεται σε πλήρη προβολή η οπτική του.

Δεν έχει νόημα να ψάχνει ο αναγνώστης σε κάθε κείμενο για «εχθρούς». Είναι καταπληκτική η άνεση του Μαυρουδή να σεργιανάει στο χώρο και στο χρόνο οριζόντια και κάθετα, τουτέστιν σε κείμενα παλιότερα και τωρινά, σε συμβάντα αλλοτινά και σύγχρονα, σε τόπους άλλους και σε αυτόν εδώ. και να επιλέγει ένα γεγονός, ένα στιγμιότυπο πολλές φορές παραμικρό, όπως για παράδειγμα οι εξαιρετικές πινελιές στο Καθώς έφευγε το τραίνο, σ. 157) και να το καταγράφει με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, με τον τρόπο του να πείθει για την ομορφιά του περιγραφομένου ή για την αλήθεια του. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή διαφωνείς. Σημασία έχει το κείμενο
και οι καταγραφές-ψηφίδες μιας ιδιαίτερης πραγματικότητας, που ενέχει την αξία μιας ιστορικής καταγραφής σε μικροκλίμακα, σε επίπεδο καθημερινότητας αλλά και σε επίπεδο ιδεών και σκέψεων, σε σύγχρονο ιστορικό πλαίσιο με παλαιότερες διασταυρώσεις, με κέντρο την ελληνική πραγματικότητα και ακτινωτές αμφίδρομες αναφορές στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή, ή, αντίστροφα, με έμφαση σε κάποιο θέμα ευρωπαϊκό και αρμούς στην εδώ κατάσταση. Η πραγματικότητα επιλεκτική, όπως ειπώθηκε, υποκειμενική κατ’ ανάγκη, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ανακαλυπτική, οπότε και αποκαλυπτική. Φυσικά από την οπτική ενός υποκειμένου με πολύ υψηλά αισθητικά πρότυπα, κάτι που τονίζει την ιδιαιτερότητα αυτής της
καταγραφής. Ο Μαυρουδής συλλέγει «αντικείμενα», είτε αυτά είναι μικροπράγματα της καθημερινής ζωής είτε σκέψεις άλλων είτε αποσπάσματα κειμένων. είτε είναι σκηνές από παλιές ταινίες, εικόνες από πόλεις, σκηνές ζωής. Αυτές είναι οι ψηφίδες του. Αν και δε γίνεται συνειδητά, πιστεύω ότι η προσέγγισή του συνάδει με μια τάση ενός αυξανόμενου αριθμού κοινωνικών επιστημόνων να καταθέτουν την προσωπική τους μαρτυρία ως επιστημονικό τεκμήριο, οπότε η προσωπική ιστορία γίνεται αποδεκτή ως αφετηρία για ευρύτερη ιστορική καταγραφή.

Αν θα πρόσθετα κάποιο κείμενο στα υπάρχοντα του βιβλίου, θα ήταν το Ένας αδύνατος διάλογος, ανάρτηση από τον συγγραφέα στην ιστοσελίδα του στις 30 Μαΐου 2009 (δημοσιεύεται στο Δέντρο, τ. 171-172, φθινόπωρο 2009), και γιατί συμπληρώνει την εικόνα του ευτελούς περιβάλλοντος σε αντίστιξη με την αισθητική, και γιατί, στο σημείο της ενδομουσειακής εκπαίδευσης, μπορεί να είναι από τα θέματα που εξελίσσονται θετικά στην ελληνική πραγματικότητα.

Προτείνω το βιβλίο να διαβαστεί οπωσδήποτε παράλληλα με την εκπομπή του «Παρασκηνίου» Με το βλέμμα στο παρωχημένο, για τον Κώστα Μαυρουδή, που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του (εξαιρετικός τίτλος, εξαιρετική η δουλειά του Ηλία Δημητρίου, αλλά και η παρουσία και οι εμφάσεις του Μαυρουδή, όντως με το βλέμμα στο παρωχημένο, πατώντας στο παρόν). Οπτικοποιείται με θαυμαστό τρόπο η αγάπη του μικρού και «ασήμαντου», το σεργιάνι στους τόπους και στους χρόνους – στον παρελθόντα και στον παρόντα. Καταγράφεται σαφέστερα, σε συνδυασμό με τα κείμενα των «Εχθρών», αυτό που προανέφερα, δηλαδή ένα τμήμα της
προσωπικής ιστορίας-αυτοβιογραφίας του συγγραφέα, ταυτόχρονα με τη γενικότερη ιστορία, σε σχέση μέρους και όλου αλλά και σχέση αλληλεπίδρασης των δύο.

Κούλα Αδαλόγλου

Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή, 6-12.2009


image: Jason de Caires Taylor-sculptor


Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Με αφορμή ένα εξώφυλλο


Στα τρια χρόνια ενδιαφέρουσας συναναστροφής (1973-1976) με τον Ηλία Πετρόπουλο, ποτέ, δυστυχώς (ως νέος που πρόκειται να μεταφέρει μνήμες και πληροφορίες στον μεταγενέστερο εαυτό του) δεν κράτησα σημειώσεις από τις συζητήσεις που είχαν ενδιαφέρον να καταγραφούν. Συχνά, στη νεαρή ηλικία μας, έχουμε την εντύπωση ότι θα είμαστε πάντα ένα ευανάγνωστο ημερολόγιο και ότι χωρίς κανέναν κόπο θα το ξεφυλλίζουμε για να αναψηλαφούμε τον παλιό εαυτό μας. Έχασα αρκετά, θεωρητικά και μη, θέματα για τα οποία μιλήσαμε σε εκείνη τη σχέση της μαθητείας, στην οποία το ένα μέρος είναι έτοιμο να δεχθεί ευφρόσυνα το πολύτιμο υλικό. Γιατί επιχειρώ σήμερα αυτή τη σύντομη αναδρομή στην παλιά σχέση; Διότι είδα στο δρόμο τυχαία, κρεμασμένη στο περίπτερο, τη λογοτεχνική εφημερίδα "books journal".


Στο εξώφυλλο υπήρχε ένα μοντέρνο, αφαιρετικό σκίτσο του Ηλία Πετρόπουλου. Κάθεται σε μια καρέκλα και καπνίζει ένα "τσιγάρο". Θυμήθηκα, λοιπόν, απέραντους μονολόγους του για τους ρεμπέτες. Το θέμα (η συγκεκριμένη μουσική) δεν με ενδιέφερε ούτε με αφορούσε ποτέ, καταλάβαινα όμως ότι έχω το προνόμιο να ακούω πληροφορίες πρωτογενείς και σχόλια με οξυδέρκεια. Κάποτε, στο Παρίσι, τον είχα ρωτήσει για έναν "μεγάλο" της ρεμπέτικης Ιστορίας, ζητώντας του πληροφορίες για το πρόσωπο. "Moυ έφερνε", είπε, " μεγάλα κομμάτια κάναβης, πράγμα όμως που καθόλου δεν με ενδιέφερε. Πάντα τον ευχαριστούσα και την επέστρεφα. Δυο τρεις φορές. Μετά, καταλαβαίνοντας ότι δεν έχω αυτή την κλίση, έπαψε να μου φέρνει". Και συμπλήρωσε: "Δεν έχω καπνίσει ποτέ. Δεν με αφορούσε αυτό το πράγμα ως κατάσταση". Θυμάμαι ότι μιλώντας με κοίταζε στα μάτια, θέλοντας προφανώς να γίνει πειστικός.


Έχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια από τις παλιές εκείνες συζητήσεις, που αφορούσαν από το πού θα παραχωρήσει (μετά θάνατον) το αρχείο του, μέχρι τον τρόπο που τραγουδούσαν οι παλιοί ρεμπέτες (κουνούσαν, μου έλεγε και συγχρόνως μου έδειχνε πώς, το κάτω σαγόνι δεξιά-αριστερά). Δεκαετίες λοιπόν μετά, σήμερα, είδα το σκίτσο τού εξωφύλλου στο "books journal". Ο παλιός φίλος σε ένα κάθισμα, με μια τσιγαρούκλα σε σχήμα χωνιού στο στόμα. Σκέφτηκα ότι αυτό που γνωρίζω από πρώτο χέρι είναι ακριβέστερο από το εξώφυλλο και το μήνυμά του. Ότι μεταφέρω μια γνώση τόσο αυθεντική, που μεταβάλλει το (καλόγουστο, κατά τα άλλα), σκίτσο σε αυθαιρεσία και ανακρίβεια. Μεταφέρω μιαν ακλόνητη βεβαιότητα, που όμως είναι βουβή μπροστά στην ανάγκη να αποδοθεί η δημαγωγική εικόνα του "καταραμένου" και της παρέκκλισης. Αυτήν που, αναμφίβολα, περιμένει ένα έτοιμο και ευρύ ακροατήριο.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Η νοσταλγία της ποίησης


17/04/2011- Κυριακάτικη Αυγή

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ, Τέσσερις εποχές, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 60

Όταν τα πράγματα μας διώχνουν, όταν οι άνθρωποι δεν μας επαρκούν ως κοινωνικό περιβάλλον, έχουμε την επιλογή της σάτιρας, της κριτικής διάθεσης, της αντιδικίας, ίσως και της μελαγχολίας, ενίοτε και τη σοβαρότερη όλων στάση της αποστασιοποίησης. Μια άλλη επιλογή είναι η αναχώρηση σε επιλεκτικές περιοχές της μνήμης, που γίνονται εμμονές, εξιδανικεύονται, οργανώνονται ως απείκασμα του πραγματικού κόσμου, όπου ακόμα και το περιβάλλον, η φύση, συνεργάζεται, συγκατανεύει, ακολουθεί τη μελαγχολία των ημερών, όπως κυκλικά εναλλάσσονται στην κλίμακα του χρόνου, ακολουθεί τη μελαγχολία των εποχών, όπως αναβλύζουν φιλτραρισμένες από το υπόστρωμα των αναμνήσεων, τη μελαγχολία των τόπων, όπως εγγράφονται στον εμμονικό χάρτη της προσωπικής γεωγραφίας. Ο ποιητής εγκαταλείπει κάθε αξίωση να ορίσει τα πράγματα μέσα στη φωνή του, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο μέσα στις λέξεις του, να οριστεί ως πρόσωπο μέσα στην προσωπική του μυθολογία. Η ήττα της ποίησης δεν είναι κάτι περισσότερο από την ήττα του ποιητή - ταυτίζεται με τα όριά του.

Το θέμα βρισκόταν απέναντί μου

(ένας "Αναπαυόμενος" σε ανάκλιντρο της παραλίας)

έβλεπα την κατακόκκινη τομή στο στέρνο του

την κόκκινη πετσέτα

το σπάνιο πια Delial

(με ρίγη δεκαετιών

με ανακλήσεις)

βάδιζε υπολόγιζα στα εξήντα

Είναι μια στάση, μια κίνηση, ακριβώς αντίστροφη από εκείνη της καρυωτακικής ποίησης. Την ήττα της ποίησης βίωσε, έψαυσε, διανοήθηκε, περιέγραψε ο "αυτόχειρας της Πρέβεζας", παρ' ότι σίγουρος για την προσωπική ποιητική νίκη του επί της τρέχουσας ποίησης των ημερών του, επί της πάντα τρέχουσας ποίησης. Γιατί αυτή, η "δικιά του" νίκη δεν του αρκούσε, δεν αναπλήρωνε το φρυγμένο έδαφος της ποίησης, τη χαμένη λάμψη του ήλιου, την απόξενη φύση. Επέλεξε την πλέον απόλυτη αποστασιοποίηση, την ανοικείωση. Και έτσι λειτούργησε ως ποιητής.

Καρυωτακισμός δεν υπήρξε στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως διατείνονταν ευφάνταστοι, έντρομοι και διατεταγμένοι γραφιάδες τύπου Καραντώνη, παρά μόνο ως σάβανο, για να παραχωθεί όπως όπως ο ενοχλητικός υπαλληλάκος που έθεσε αυτό το όριο της ανοικείωσης, ως εναρκτήριο και συνάμα τελικό όριο στη γλώσσα του μοντερνισμού. Καρυωτακισμός όμως υπήρξε στο μεταπόλεμο, στο έργο τόσων και τόσων ποιητών, που περνώντας μέσα από την εμπειρία του πολέμου και της αριστεράς, αναζήτησαν μια διαφυγή από τη σκιά του Σεφέρη, που μονοπωλούσε τη νέα ποιητική γλώσσα. Αλλά εδώ ο Καρυωτάκης έγινε απλώς καταφύγιο, όχι εφαλτήριο. Αναπαράχθηκε το κλίμα μέσα στο οποίο έδωσε τη γενναία απάντησή του - σχεδόν κανείς δεν άντεξε τη γενναιότητά της. Η ανοικείωση, εν προκειμένω η αισθητική απομάκρυνση από το σεφερικό υπόδειγμα, το οποίο σιγά σιγά κυριαρχούσε, δεν αποτολμήθηκε. Η καρυωτακική εμπειρία κατέληξε άλλοθι.

Καρυωτακισμός υπήρξε, ως θεματική τώρα, και στο έργο πολλών ποιητών του '70. Η αμφισβήτηση βρήκε εύκολα διαύλους επικοινωνίας με τα απόνερα του απογυμνωμένου λυρισμού και της κριτικής διάθεσης του ποιητή. Όμως τα χρόνια πέρασαν, οι κύκλοι όπου να 'ναι κλείνουν, το διά ταύτα έρχεται όλο και πιο απαιτητικό. Κι εδώ είναι που συμβαίνει η αναδίπλωση, η επιστροφή στα πάτρια της μνήμης, οι απαντήσεις που ανασκαλεύουν όλο εκείνο το μπαγιάτικο -στην εποχή του Καρυωτάκη, για τα γούστα του Καρυωτάκη, με μέτρο την ποίηση του Καρυωτάκη- νεορομαντικό υπόστρωμα. Μικροαστός ήταν και ο Καρυωτάκης, αυτό το βιωματικό υλικό διαχειρίστηκε, όχι όμως για να το νομιμοποιήσει, για να το χρησιμοποιήσει ως κοινωνικό προφίλ, ως αδράνεια, εφησυχασμό, πόζα, αλλά για να το απορρίψει, σημείο προς σημείο, κόκκο προς κόκκο, απογυμνώνοντας την ποίηση από τα πέπλα της μιζέριας και της συμβατικότητας που την περιβάλλουν, σε κάθε περιβάλλον, σε κάθε εποχή. Η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντες κοινωνικούς προσδιορισμούς της ανέδειξε τους βαθύτερους και διαρκείς κοινωνικούς προσδιορισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή.

Στον Μαυρουδή θα πρέπει να αναγνωρίσουμε συνέπεια, ποιητική εντιμότητα, καλλιέργεια, λεπταίσθητο γούστο, ευρύτητα οριζόντων, όλα τα υλικά και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γραφούν ωραία ποιήματα, τα οποία όμως δεν αναπληρώνουν τη χαμένη γοητεία της ποίησης. Η νοσταλγία της είναι το τεκμήριο της απουσίας της, όπως η ανοικείωση είναι το απωθημένο, το εσαεί ανεκπλήρωτο του εκλεκτικισμού.

Βράδυ λοιπόν στο Λουτράκι

για να επιστρέψω στο θέμα

κινούνταν όπως είπα οι βεντάλιες

μύριζαν άνθη στο παραθαλάσσιο σινεμά

και η θεία εκείνη

με κάρτες από το Εβιάν

τη Ρώμη και απ' το θέρετρο του Κορινθιακού

[...]

πέθανε ήσυχα μου είπαν στο κρεβάτι.

Το βιβλίο του Μαυρουδή, η ποιητική στάση που αποτυπώνει, αποτελεί ένα ασφαλές τεκμήριο για τη θέση και τη διάθεση της ποίησης των ημερών μας, τεκμήριο και κριτήριο οπωσδήποτε ασφαλέστερο από εκείνο που μας δίνουν οι αμέτρητες ποιητικές εκδηλώσεις, οι καθημερινές ποιητικότροπες εκφάνσεις, η αγχωτική περιφορά της ποίησης στο έρημο παζάρι των κοινωνικών αξιώσεων. Το βιβλίο του Μαυρουδή μας προσφέρει ένα σημείο επανεκκίνησης, απ' το οποίο μπορούμε είτε να ανακαλύψουμε πάλι το χαμένο νήμα της καρυωτακικής ανοικείωσης, είτε, απλώς, να ομολογήσουμε την ήττα της ποίησης, νεκράν όπου σκυλεύουν αλλοφρονούντα τέκνα της.

Πολλοί πιστεύουν, με περισσή ελαφρότητα, πως τα ποιήματα γράφονται εν κενώ, πως ο κάθε μορφωμένος ή και λόγιος άνθρωπος, αν προσπαθήσει, μπορεί να γράψει ένα ευπρεπές ποίημα. Το κενό είναι η διαδρομή της ποίησης, ως πραγματωμένο έργο, το κενό είναι το σημερινό της αδιέξοδο, ο τρόμος μπροστά στο "βάραθρο το αγριωπό", κι αυτό δεν καλύπτεται, δεν "πληρώνεται", με την οποιαδήποτε προσωπική καλλιέργεια, με καμιά ποιητικίζουσα ή φιλολογίζουσα ευκολία. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο του Μαυρουδή, ακριβώς επειδή προϋποθέτει και ανακαλεί πολύ συγκεκριμένα τη διαδρομή της ποίησης, αξιώνεται τη θέση του ως σημερινό ποιητικό έργο, και ακριβώς επειδή προκύπτει ως ουσιωδώς φιλολογικό, είναι ένα σημαντικό βιβλίο.

Υ.Γ. Αυτή η στήλη, που την επισημαίνω με τον τίτλο "Στους δρόμους της ποίησης", σκοπός μου είναι να υπάρχει κάθε Κυριακή, ώστε να χαρτογραφήσουμε το ποιητικό τοπίο, όπως διαμορφώνεται εκ νέου σήμερα, αφού φαίνεται πως η "έκρηξη" της πεζογραφίας αραίωσε τόσο πολύ τα μόρια του λόγου, που προσελκύει πια μικρότερο το ενδιαφέρον, παλαιοτέρων αλλά και νεοεισερχομένων στο λογοτεχνικό στίβο

--- ------ ------ ------- -------- --------

Σκέψεις από μια κριτική

"Οι Τέσσερις Εποχές", τo τελευταίο βιβλίο μου (δανείζει το εξώφυλλό του σ' αυτή τη σελίδα), κρίνεται και σχολιάζεται από τον Κ. Βούλγαρη στις σημερινές "Αναγνώσεις" της "Αυγής". ("Αυγή", Ένθετα","Αναγνώσεις", στο ίντερνετ). Πρόκειται για ένα καλογραμμένο και ενδιαφέρον κείμενο, που προσπαθεί (αυτό αντιλαμβάνομαι) να εντάξει τη συλλογή και την ποίησή της σε ένα φιλολογικό κοντέξτ, να δει μια διάθεση (κοινωνική και ψυχολογική), απομάκρυνσης από το παρόν, μια δυσανεξία γι' αυτό. Θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάθεση εκδηλώνεται στο βιβλίο με νοσταλγία για το χαμένο κομμάτι του χρόνου, με την επιστροφή στα γεγονότα και τα πρόσωπά του. Η οπτική είναι ενδιαφέρουσα, αν και δεν σκεπτόμουν ποτέ ότι η ποίηση αυτού του βιβλίου δείχνει διάθεση αναχωρητική (από την εποχή μου), που προσδιορίζεται απ' αυτά τα κίνητρα. Η αναφορά στο παρελθόν και η αναδρομή, είμαι βέβαιος ότι είναι περισσότερο προσωπική κλίση. Το τοπίο της είναι εμμονή που χαρακτηρίζει όλα τα βιβλία μου. Ένας πληθωρισμός Παρατατικού και μνήμης. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να τον δω ψυχαναλυτικά, πόσο μάλλον κοινωνιολογικά. Το βλέμμα της κριτικής (της φιλολογίας περισσότερο), κατά κανόνα εντάσσει την προσωπική έκφραση σε ένα σύνολο γνωρισμάτων που ο γράφων δεν βλέπει και δεν αντιμετωπίζει. 'Οπως, για παράδειγμα, ο ανύποπτος άνθρωπος που λέει τη φράση "δούναι λαβείν", χωρίς να σκέπτεται τα απαρέμφατα και το χρόνο τους. Το κείμενο της "Αυγής" έχει ως αφετηρία τη διάθεση να εντάξει σε ένα ρεύμα, ή σε μια ροπή με κοινωνικούς προσδιορισμούς, το ποιητικό υλικό του βιβλίου, να βρει την αισθητική του ιδεολογία και τις αθέατες ζυμώσεις πίσω απ' αυτήν. Ο κριτικός, με τις γνωστές απόψεις του για την σημασία του Καρυωτάκη στα νεοελληνικά γράμματα, βλέπει στην άρνηση του παρόντος, την ανυπαρξία ενός ποιητικού "ενθάδε". Νόμιμο απολύτως. Η τελευταία φράση της κριτικής: "η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντας προβληματισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή" είναι, βέβαια, κάτι που έχει καθολική ισχύ, αφορά όλη την πινακοθήκη των ποιητών της αναδρομής. Απεριφραστα, με ενδιέφερε πολύ το κείμενο.Το θεωρώ μια σοβαρή άποψη προς σκέψη και συζήτηση.


ΥΓ. Ένα τυπογραφικό λάθος. Στο μικρό ποιητικό απόσπασμα (από το 4ο ποίημα της συλλογής) που παρατίθεται στην κριτική, εκεί που ο ποιητής κοιτάζει κάποιον στην καλοκαιρινή παραλία της Μπανταλόνα, η "κατακόρυφη τομή στο στέρνο του" γίνεται, αλίμονο, "κατακόκκινη τομή στο στέρνο του". Ο Κ.Βούλγαρης σαν να στράφηκε στο παρελθόν της ιστορίας μου και του ποιήματος. Είδε το σημάδι της τομής στο στήθος του λουόμενου, χρόνια πριν, στο χειρουργείο!!!


K.Mαυρουδής



εικόνα: Alex Roulette

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Μια πρώιμη καλαισθησία



Tο "Σύνδρομο Σταντάλ" είναι ιατρικός όρος. Αφορά ορισμένα συμπτώματα που προκαλεί η "υπερβολή" του αισθητικού βλέμματος, ο θαυμασμός, συγκεκριμένα, σε έργα της μεγάλης τέχνης. Λιποθυμικές κρίσεις, κυρίως, αίσθημα απώλειας του προσανατολισμού, κ.ά. Συμβαίνει όπως λένε, σε πρόσωπα που προέρχονται από χώρες με πενιχρή αισθητική παράδοση, όταν αυτά βρεθούν μπροστά σε περιβάλλον υψηλού κάλλους, σε αρχιτεκτονικούς θησαυρούς που ερεθίζουν, γοητεύουν και αιφνιδιάζουν. Ονομάζεται έτσι, γιατί η πρώτη αναφορά του συμπτώματος είναι η περίπτωση του Γάλλου συγγραφέα Σταντάλ ("Το κόκκινο και το μαύρο", "Το μοναστήρι της Πάρμας"). Μέσα στον περίφημο ναό του Αγίου Πνεύματος, στη Φλωρεντία (ένα είδος ιταλικού Πανθέου, με τάφους διαπρεπών ανδρών) ένιωσε ισχυρό αίσθημα ιλίγγου. Θυμήθηκα σήμερα το "Σύνδρομο Σταντάλ", διαβάζοντας ένα κείμενο του Ristoro d' Arezzo, συγγραφέα του 12ου αιώνα. Άρχισα να σκέπτομαι πως η αισθητική στάση, το εκλεπτυσμένο βλέμμα και οι "κλινικές" αντιδράσεις, δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των μετά τον Μεσαίωνα χρόνων. Γνωρίζουμε τη μεγάλη καλαισθητική συγκίνηση (και τις εκδηλώσεις) των Ρωμαίων στρατιωτών όταν βρέθηκαν μπροστά στα κορινθιακά αγγεία. Σήμερα, λοιπόν, για να έρθω στην αφορμή του σημειώματος, διάβαζα για τη συμπεριφορά ανθρώπων του 12ου αιώνα όταν είδαν ορισμένα ρωμαϊκά αγγεία. Προέρχονταν από την περιοχή του Αρέτσο, γνωστή για την ερυθρόμορφη κεραμική στους ρωμαϊκούς χρόνους. "...μισή γαβάθα, πάνω στην οποία απεικονίζονταν σε ανάγλυφο παραστάσεις τόσο εκλεπτυσμένες, που οι γνώστες όταν τις έβλεπαν άρχιζαν να φωνάζουν με δυνατές κραυγές, έχαναν το ύφος τους ή έμεναν σαν ηλίθιοι". Πρώτα δείγματα αισθητισμού, μπορούμε να πούμε, με την υπερβολή που αργότερα θα γίνει πόζα και εκζήτηση, αν δεν τη δούμε συνολικότερα ως καλλιτεχνικό ρεύμα. Αυτό που αντιμετώπισε την εμπειρία και την καθημερινότητα εν πνεύματι τέχνης.

Louis Armstrong-What a wonderful world

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Διαστάσεις


Σαν απάντηση στον φίλο Γ., που συχνά (όπως πριν από λίγο) παραπονείται ότι ποιοτικά του σχόλια δεν βρίσκουν απήχηση και δεν επιδοκιμάζονται στη σελίδα του, έχω να του αφηγηθώ μια σύντομη ιστορία. Δεν αφορά, φυσικά, κυρίως το μικρόκοσμο του Φέισμπουκ, αλλά σύμπασα τη δημοκρατία των βλεμμάτων και των αντιλήψεων, που (όπως κάθε δημοκρατία) είναι μια παρωδία ασυνεννοησίας και ασύμπτωτων κρίσεων. O Iβάν Γκοντσάροφ, λοιπόν,συγγραφέας του "Ομπλόμοφ" (απολαυστική ταινία, αλλά δεν θυμάμαι τώρα τον σοβιετικό σκηνοθέτη), ταξίδευε κάποτε σε ανοιχτή θάλασσα, όταν εκδηλώθηκε μια σφοδρή καταιγίδα. Ο καπετάνιος έστειλε να τον φωνάξουν για να τη δει, θεωρώντας πως ένα τέτοιο θέαμα πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί στην εμπειρία του σημαντικού συγγραφέα. Ο Γκοντσάροφ ήρθε στο κατάστρωμα, σήκωσε το γιακά του και κοίταξε γύρω του. "Πράγματι, είναι ενοχλητικό", είπε. Και κατέβηκε πάλι κάτω.


Από το Βερολίνο


Έχει 6 βαθμούς Κελσίου, την ώρα που ο φίλος μου Δ. μου γράφει απ' το Βερολίνο. "Δεν υπάρχει", μου λέει, "πιο ωραίο θέαμα απ' το να παρακολουθεί κανείς πώς γίνεται μια φωλιά. Μπροστά στον κήπο υπάρχει ένα δέντρο λιλά, μια λιλά Syring γύρω στα 6 μέτρα και στην κορυφή το αποφάσισαν δύο ασπρόμαυρες καρακάξες (Pie, Elster) να φτιάξουν τη φωλιά τους. Αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι μόνο η θαυμάσια κατασκευή, αλλά η επιμονή, το κουράγιο, η θέληση, η εξυπνάδα, ο ζήλος για τελειότητα. Και όλα αυτά, για να τοποθετηθούν 3-9 αυγά που σύντομα θα έχουν. Όταν το έργο θα ολοκληρωθεί θα είναι σφαιρικό, με δύο εισόδους και με μια σκεπή για να προστατεύει τα νεογνά από επιδρομές αρπακτικών".


Και σαν σύμπτωση ένα δεύτερο μήνυμα, σε λίγη ώρα, από την ίδια πόλη.Η Β.(μια οξυδερκής φίλη μου) ,θέλει ν' ακούσει κάποιες ιδέες για τη Ν. Γαλλία πού θα ταξιδέψει σε λίγες μέρες. "Το παραθαλάσσιο κοιμητήριο", στην πόλη Σετ, σκέπτομαι αμέσως. Είναι θαμμένος εκεί, εκτός απ' τον Valery, o Charles Trenet.Το κοιμητήριο (με θάμνους λεβάντας και το χαρακτηριστικό φως του νότου) μπαίνει στη θάλασα, και η θάλασσα σχεδόν ακουμπά τον περίβολο. Χωρίζονται από έναν στενό δρόμο. Έχω τραβήξει μια φωτογραφία γεμάτη χρώμα, όπου τα λευκά πανάκια των ιστιοφόρων φαίνονται σαν να βρίσκονται πλάι στους σταυρούς. Κι ύστερα το Μονπελιέ (ένα οικιστικό δοκίμιο κομψότητας) και ο δρόμος για την Ισπανία. Όχι όμως το καλοκαίρι, της λέω. Φυσά ένα δαιμονιώδες μελτέμι (Μιστράλ) που μου θυμίζει τις ανυπόφορες βόρειες Κυκλάδες. Είδε την πρότασή μου στο μήνυμα και μου τηλεφώνησε. "Έχετε 6 βαθμούς", της είπα για να δείξω ενήμερος. "Όχι, τώρα είναι 12. 6 ήταν το πρωί". Ετοιμάζει, μου είπε, κάποιες κατασκευές στο ύπαιθρο. Μιλήσαμε για τις ιδέες της που τις βρήκα ενδιαφέρουσες, κι ας μη με συγκινεί η εικαστική νεωτερικότητα. Περάσαμε στα προσωπικά και οδηγήσαμε, τέλος, τη μακρά συζήτηση στην "τεμπελιά μας", στην απώλεια χρόνου, στο dolce far' niente, που ήταν ένα κοινό μας φρόνημα για πολλά χρόνια. Με αιφνιδίασε με την άποψη ότι έργο μπορεί να είναι και μια αόρατη αύρα, μια διαίσθηση, μια πνευματικότητα ανεντόπιστη, καθόλου χειροπιαστή. Δεν συμφώνησα με την αντίληψη αυτή, ενός αθέατου, δηλαδή, δαιμόνιου. Είπα πως ναι, ξέρω, η ποίηση υπάρχει πριν απ' το ποίημα, το τελευταίο όμως "πρέπει να είναι οι λέξεις του για να το δεις". Κι έφερα έτσι στην επιφάνεια έναν παλιό στίχο μου. Όχι επέμεινα. "Απ' το 'αόρατο' έργο που σίγουρα έχω (κι είναι μεγάλο), θα προτιμούσα τρία βιβλία περισσότερα.


Κι όμως, αναρωτήθηκα αργότερα. Ο Φάουστο Μελότι, ένας άγνωστος στην Ελλάδα γλύπτης της μοντερνικότητας (και συγγραφέας αφορισμών) δεν έχει γράψει ότι "ακόμα και αν τα έργα του Απελλή δεν είχαν βρεθεί ποτέ, αν τα αγνοούσαμε, και πάλι θα υπήρχαν, διότι τα έργα είναι πνεύματα που δεν χάνονται";


Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Το επιτυχές τέλος μιας πορείας


Απόγευμα της 7ης Απριλίου. Λίγες ώρες πριν, σε ένα ηλιόλουστο καφενείο.Tι ωραία και διδακτική ιστορία! Για όσους μάλιστα έχουν την επιφύλαξη (ή την υποψία) ότι η ψυχανάλυση, οι επιστημονικές της προυποθέσεις και η πρακτική της υπήρξε για τον 20ό αιώνα ένας ελπιδοφόρος και άγονος μύθος που συντροφεύει το άλλο απελευθερωτικό όραμα (του σοσιαλισμού), η αφήγηση που μου εμπιστεύτηκαν δεν αιφνιδιάζει απολύτως. Ο γνωστός μου, για μια δεκαετία αναλυόμενος σε επώνυμη προσωπικότητα της σχετικής επιστήμης, κατάλαβε σε μια απ' τις συνεδρίες (ήταν η δεύτερη φορά που το αντιλαμβανόταν) ότι η σιωπηλή αυθεντία κοιμάται αντί να προσέχει την εξομολόγηση. Το πράγμα τον κλόνισε. Είχε προηγηθεί μια άλλη, μικρή απογοήτευση. Είχε δει να κυκλοφορεί στην αγορά ένα βιβλίο του "θεραπευτή" του, όπου στο βιογραφικό δεν αναφερόταν η ηλικία. Για να ακριβολογούμε, ο συγγραφέας την απέκρυπτε. Η σχέση τελείωσε εκεί. Ώσπου, μετά από ένα μήνα, ο ερευνητής του υποσυνειδήτου, για να μάθει την αιτία της απουσίας (μετά από τόσα χρόνια), τηλεφώνησε γεμάτος περιέργεια. "Νομίζω ότι δύο φορές δε με προσέχατε, με απογοήτευσε όταν κατάλαβα ότι μιλούσα στον εαυτό μου", απάντησε κομψά ο ερωτώμενος. "Ε, λοιπόν, για να μπορείς να μου μιλάς με την παρρησία αυτή, είναι εμφανές ότι δεν με χρειάζεσαι πια. Εχεις απαλλαγεί από όσα ξέρουμε. Χαίρομαι για το επιτυχές τέλος αυτής της πορείας."


Υ.Γ. Χαμογελώ πάντα όταν σκέπτομαι μια φράση του Ναμπόκοβ από το μαγικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του "Θυμήσου Μνήμη". Ξέρουμε πόσο "εκτιμούσε" ο ρώσσος συγγραφέας τις θεωρίες του Φρόιντ για την ψυχανάλυση. Θέλοντας κάπου να μιλήσει για την εποχή που τον εγκυμονούσε η μητέρα του, λέει (παραθέτω από μνήμης) με το απαράμιλλο χιούμορ του: "τότε, λοιπόν, ήμουν έμβρυο στην κοιλιά της μητέρας μου και όπως όλοι βέβαια μισούσα με πάθος τον πατέρα μου".

La mer -Charles Trenet

Δύο αφιερώματα

Aπό σήμερα ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη με την ανάγνωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου σε CD) κυκλοφορεί και στην επαρχία (Πρακτορείο εφημερίδων ΕΥΡΩΠΗ). Προμηθευτείτε το. Εν τω μεταξύ συμπληρώνεται η ύλη του προσεχούς αφιερώματος στον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. Η πρωτοτυπία θα είναι ότι το τεύχος δεν θα έχει θεωρητικό χαρακτήρα. Δεκάδες συνεργάτες (έλληνες και μή) γράφουν με βιωματικές προσεγγίσεις για τον συγγραφέα και τις αφηγήσεις του. Πώς διαβάσαμε τον Παπαδιαμάντη, πώς ακούσαμε τις ιστορίες του, κι ακόμα πόσο συνομιλεί μαζί μας το έργο του ;

Το Δέντρο Περιοδικό

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Ταξίδι


"Γιατί γράφεις τη λέξη 'Ταξείδι' με 'ει' ;" με ρώτησε (κάπου στη δεκαετία του '70) ο παλιός μου φίλος Ηλίας Πετρόπουλος. Νέος περί τα γράμματα τότε, και με κάπως ρομαντική αντίληψη για τη γραφή και την εικόνα της, απάντησα ότι μου φαίνεται πως με "ει" το "ταξείδι" εμπλουτίζεται, κερδίζει σε περιεχόμενο. Με κοίταξε για λίγο στα μάτια και μου είπε. "Άσε τις αρλούμπες, μικρέ. Η λέξη προέρχεται από το 'τάξις'. Βάλε ένα γιώτα, κι αν θέλεις τα ταξίδια σου να έχουν περιεχόμενο, κοίτα να αποδείξεις το ταλέντο σου με την περιγραφή τους. Κάντα αξιανάγνωστα.''

.



        • Demetrius Chryssikos Σωστο ειναι νομίζω «Ταξείδιον»....
          Monday at 7:40pm ·
        • Aliki Zervakaki Το ταξίδι τ χρόνου κ τ ζωής αλήθεια πως γράφεται?? :-)
          Tuesday at 12:59am · · 1 person
        • Demetrius Chryssikos ‎"Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" (Γεώργιος Βιζυηνός)
          Tuesday at 4:52am · · 1 person
        • Costas Mavroudis Για κάποια χαρακτηριστικά περιστατικά στη σχέση μου με τον Ηλία Πετρόπουλο δες στο μπλογκ μου costas-mavroudis.blogspot.com
          Tuesday at 7:26am · · 1 person
        • Dimitris Petsetidis Πολλάκις ήμαστε δεμένοι με τις εμπειρίες μας. Εγώ, λοιπόν, που έβλεπα τα τραίνα με <<αι>>και ταξίδευα με τραίνο νιώθω σαν να εκτροχιάζεται όταν το βλέπω με <<ε>>
          Tuesday at 8:02am · · 5 people
        • Ioanna Avramidou κι εγώ επίσης δεν μπορώ να συνηθίσω τη νέα ορθογραφία, όσο για τα ταξείδια μου αρέσει να τα κάνω με το τραίνο!!! καλημέρα
          Tuesday at 8:49am · · 2 people
        • Regina BOu Δεν είχε δίκιο;
          Tuesday at 11:13am ·
        • Regina BOu Κανείς δεν το γράφει με ει πλέον από τότε που εγώ ήμουν μαθήτρια δημοτικού. Και η μητέρα μου η οποία ήταν άριστη ορθογράφος -λόγω της δουλειάς της- πάντα το έγραφε με γιώτα.
          Tuesday at 11:17am ·
        • ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ Εδώ έχουμ προσαρμοστεί σε κοτζάμ μονοτονικό, για ένα τρένο θα μιλάμε
          Tuesday at 2:09pm ·
        • Costas Mavroudis Παιδιά, η άκρη αυτού του κειμένου, η παραίνεση δηλαδή του παλιού φίλου μου, δεν είναι η ορθογραφική εκδοχή. Είναι η ανάγκη ενός λόγου με φορτίο.
          Tuesday at 4:26pm · · 4 people
        • Αλέκος Φλωράκης Ταξείδι ή ταξίδι ειναι αυτό που σε κάνει να ξεχνάς τα ει και τα ι...
          Tuesday at 11:58pm · · 3 people
        • Irene Manganaris ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ!!!
          20 hours ago ·