Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Amarcord

Τα γωνιακά σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Τα γωνιακά σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

του Μάριο Βάργκας Γιόσα


Το κείμενο που ακολουθεί θα δημοσιευθεί σε ένα από τα προσεχή τεύχη του Δέντρου.


Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έζησε σε πολλά, ανόμοια μεταξύ τους, σπίτια και σε πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους τοποθεσίες- ποτέ δεν έζησε περισσότερο από τρία χρόνια στην ίδια περιοχή– και είχε πάντοτε την έμμονη συνήθεια να κατοικεί σε γωνιακά διαμερίσματα, με τα παράθυρά τους να έχουν θέα σε δύο δρόμους, και να είναι κοντά σε μια εκκλησία, ώστε να μπορεί να ακούει τις καμπάνες: αυτή η μουσική καταπράυνε το πνεύμα του. Το τελευταίο σπίτι, όπου έζησε και πέθανε το 1881, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα, ανάμεσα στην Προσπεκτίβα Κουζνέκνυ και την παλιά οδό Γιάμσκαγια, σήμερα οδό Ντοστογιέφσκι, ικανοποιούσε όλες αυτές τις απαιτήσεις του. Ακόμα και σήμερα όσοι το επισκέπτονται μπορούν να ακούσουν τους χτύπους της καμπάνας της ορθόδοξης εκκλησίας του Βλαδίμηρου, εκεί κοντά, να καλούν τους πιστούς σε προσευχή.

Αυτή η περιοχή της Αγίας Πετρούπολης, γνωστή ως η «συνοικία των αγορών», είναι σήμερα γεμάτη Τσετσένους και άλλους φτωχούς αλλοδαπούς και γι' αυτό το λόγο θεωρείται επικίνδυνη για τους τουρίστες. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το σπίτι, πριν σαράντα χρόνια, ήταν ένα μέρος μάλλον καταθλιπτικό και μοναχικό, πολύ διαφορετικό από αυτό που είναι σήμερα, θορυβώδες, λαϊκό, πολυφυλετικό, ιδιαίτερα ζωντανό. Τότε δεν υπήρχε το μουσείο με τις αναπαραστάσεις των έξι δωματίων στα οποία είχαν μετακομίσει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόρεβνα και τα παιδιά τους Λιούμποβ και Φιοντόρ, τον Οκτώβρη του 1878, για να ξεφύγουν από το διαμέρισμα όπου είχε πεθάνει ο μικρός Αλεξέι: Αυτή ήταν, ίσως, η πιο μεγάλη από τις πολλές τραγωδίες της ζωής του βασανισμένου συγγραφέα των Δαιμονισμένων. Το σπίτι απλό, αν και λιγότερο ασκητικό από τα προηγούμενα, περιέχει και ορισμένα πολυτελή αντικείμενα, όπως το σερβίτσιο τσαγιού από πορσελάνη, διακριτό στη βιτρίνα ενός μπουφέ ή τον αναπαυτικό, αγγλικό καναπέ του γραφείου, όπου ο Ντοστογιέφσκι μπορούσε να ξαπλώσει για μια σύντομη ανάπαυση ανάμεσα στις ατελείωτες και πυρετώδεις αγρυπνίες του, κατά τη διάρκεια της εκστατικής γραφής των Αδερφών Καραμαζόφ, ενός από τα βασικά του έργα. Ήταν ήδη πολύ άρρωστος. Το διαμέρισμα βρίσκεται στον 2ο όροφο και κάθε φορά που ανέβαινε τις σκάλες ο διάσημος ενοικιαστής έπρεπε να σταματήσει ένα λεπτό, για να αναπνεύσει. Ο γιατρός του είχε απαγορεύσει το κάπνισμα, όμως εκείνος υπάκουε στην εντολή μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το βράδυ κάπνιζε ακατάπαυστα γράφοντας. Στο γραφείο του υπάρχει ακόμα το κουτί με τα τσιγάρα που έστριβε με τα ίδια του τα νευρικά χέρια ενώ ξαναδιάβαζε τις τελευταίες σελίδες των γραπτών του.

Στο τέλος Ιανουαρίου του 1881 έκανε την πρώτη αιμόπτυση. Ζήτησε από τη Άννα να του διαβάσει ένα από τα αγαπημένα του αποσπάσματα της Βίβλου, που είχε πάντοτε μαζί του, επί 31 χρόνια: δώρο των συζύγων των «Δεκεμβριστών» (πρωταγωνιστών της συνωμοσίας κατά του Τσάρου Νικολάου του 1ου) στο σταθμό του Τόμπολσκ, όταν όδευε προς τη Σιβηρία, καταδικασμένος σε τετραετή εξορία. Η Άννα ήταν η δεύτερη γυναίκα του, εικοσιπέντε χρόνια νεώτερή του. Την είχε παντρευτεί πριν από 11 χρόνια. Εκείνη, με την ενεργητικότητα, την αφοσίωση και το ταλέντο της, είχε βάλει κάποια τάξη στην πάντοτε άτακτη, στα όρια της αυτοκαταστροφής, ζωή του Φιόντορ. Χάρη σ' αυτή τη νέα και μαχητική γυναίκα, τα οικονομικά του είχαν καλυτερέψει, εκείνη κέρδιζε κάτι πουλώντας βιβλία και εκείνος δεν είχε πλέον ανάγκη να υποφέρει τον καταναγκασμό τής κατά παραγγελίαν συγγραφής. Είχε κατανικήσει το βίτσιο του τζόγου, που του είχε προκαλέσει τόσες χρεωκοπίες. Μετά την πρώτη αδιαθεσία, είχε και άλλες δύο αιμοπτύσεις. Η δεύτερη του στοίχισε τη ζωή. Η ίδια η χήρα του ή κάποιος επισκέπτης σταμάτησε το ρολόι του γραφείου τη στιγμή του θανάτου του: στις οκτώ και τριάντα μία το βράδυ. Το ρολόι είναι ακόμα εκεί, εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, να δείχνει την οδυνηρή ώρα.

Τον έθαψαν στο νεκροταφείο Τίτσβιν, της μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι, στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης, ευχάριστο τόπο, με τον τάφο του Ντοστογιέφσκι περιτριγυρισμένο από δέντρα και άνθη. Ένα ωραίο άγαλμα, που αναπαριστά πιστά τα αυστηρά χαρακτηριστικά και το βαθύ, πυρετώδες βλέμμα του, βρίσκεται δίπλα στους τάφους άλλων εκφραστών του δημιουργικού ρωσικού πνεύματος: του Ρίμσκι-Κόρσακοφ, του Αλεξάντερ Μποροντίν, του Μόντεστ Μουσόργκσκι, του Π. Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, του Γκλίνκα. Το πρωί που πήγα να δω τον τάφο έβρεχε, και κάποιοι επισκέπτες εναπόθεταν άνθη στο μνημείο. Εγώ είχα μαζί μου έξι κόκκινα τριαντάφυλλα.

Παρότι ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε γεννηθεί στην Αγία Πετρούπολη αλλά στη Μόσχα, αυτή είναι η πόλη που τον σημάδεψε περισσότερο. Εδώ ολοκληρώθηκε δημιουργικά, έγινε γνωστός, και από εδώ, μετά από δέκα χρόνια σιωπής στην οποία είχε υποβληθεί διότι δεν είχε γίνει μέλος της επαναστατικής λέσχης των «Δεκεμβριστών», χρειάστηκε να ξαναρχίσει ως συγγραφέας. Στην Αγία Πετρούπολη έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Εξάλλου καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο σφραγισμένη από τις ιστορίες του, τους ήρωες του, από αυτό το μείγμα σκληρότητας, δράματος, πνευματικότητας, διανοητικής διασάλευσης και μυστηρίου, χαρακτηριστικά του έργου του, τα οποία νιώθεις καθώς περπατάς στα παραμελημένα σοκάκια της γειτονιάς Σενάγια κατά μήκος του καναλιού Γκριμποέντοβα: σκηνικά των κυρίων επεισοδίων του Εγκλήματος και Τιμωρίας. Είναι το πιο ρεαλιστικό από τα μυθιστορήματά του. Τουλάχιστον όσον αφορά τους χώρους που περιγράφει, μπορούν όλοι να αναγνωριστούν. Ορισμένοι έχουν και αναμνηστικές πινακίδες. Το σπίτι όπου ο Ρασκόλνικοφ σκοτώνει την Αλιόνα Ιβάνοβνα, στον αριθμό 104 του Καναλιού Γκριμποέντοβα, έχει παραμείνει ανέπαφο όπως το περιγράφει εκείνος, με τα ανόμοια πλακάκια, τους ξεβαμμένους τοίχους και τα σκουριασμένα κάγκελα, συγγενικά με τους μελαγχολικούς και απόκληρους ήρωές του. Ακόμα και το σκοτεινό, βροχερό, πηχτό πρωινό γεμάτο σκοτεινές προειδοποιήσεις μοιάζει ντοστογιεφκικό. Όμως ακόμα πιο εντυπωσιακοί είναι οι χώροι που συνδέονται με τη ζωή του Ρασκόλνικοφ, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν μόλις βγει από τις σελίδες του μυθιστορήματος: ας πούμε, η πνιγηρή ταβέρνα όπου ο ήρωας ομολογεί το πρώτο έγκλημα στον Ζαμέτοφ, ή το σπίτι του. Είναι και αυτό γωνιακό, και μια προτομή του Ντοστογιέφσκι, φαλακρού και καμπούρη, κοσμεί την πρόσοψη. Εκνευρισμένη από τους επισκέπτες μια ενοικιάστρια, η οποία κουβαλάει με δυσκολία το πάχος και το μίσος της για τη ζωή, μας γεμίζει βρισιές. Κάπου νιαουρίζει μια γάτα. Είναι αδύνατον να μην έχεις την εντύπωση ότι ένας δολοφόνος κατατρεγμένος από τις μεταφυσικές του ανησυχίες δεν περιφέρεται εκεί γύρω.

Το σπίτι-μουσείο του Ντοστογιέφσκι επιμένει, ενάντια στο θρύλο, ότι ο συγγραφέας του Σωσία δεν ήταν καθόλου ένας μελαγχολικός, πικραμένος άνθρωπος. Του άρεσε να παίζει με τα παιδιά και επινοούσε διηγήματα που τους διάβαζε. Τους έδειχνε τη συλλογή του από φωτογραφίες διάσημων συγγραφέων και καλλιτεχνών, οι οποίες, σήμερα είναι εκτεθειμένες στο δωμάτιο όπου η Άννα φύλαγε τα βιβλία που πουλούσε. Οι περισσότερες φωτογραφίες απεικονίζουν ρώσους συγγραφείς. Ανάμεσα στις εικόνες των Ευρωπαίων υπάρχει ένας Δον Κιχώτης σλαβικής εκδοχής, κάποια έργα του Σαρλ Φουρνιέ και του Χόφμαν, οι φωτογραφίες του Βικτόρ Ουγκό σε νεανική ηλικία, και της Γεωργίας Σάνδη: μιας συγγραφέως η οποία εξ αιτίας μιας φοβερής παρεξήγησης, έγινε υπερβολικά δημοφιλής μεταξύ των νέων φιλελεύθερων Ρώσων της γενιάς του Ντοστογιέφσκι, όχι τόσο ως μυθιστοριογράφος, αλλά ως προοδευτική ιδεολόγος και κοινωνική ακτιβίστρια. Στον ίδιο χώρο, κάποια αποσπάσματα αλληλογραφίας μας αποκαλύπτουν τη γνώμη που είχε σχηματίσει ο οικοδεσπότης για ορισμένες δυτικές ευρωπαϊκές πόλεις, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Η πιο απροσδόκητη: ότι το Παρίσι ήταν μια πολύ βαρετή πόλη όπου δεν είχε κανείς τι να κάνει.

Μετά από αυτή την περιήγηση στους ντοστογιεφσκικούς χώρους, είναι σχεδόν υποχρεωτικό να κλείσει η ημέρα στο Θέατρο Μαριίνσκι, για να παραστείς σε μια όπερα βασισμένη στον Παίκτη, σε λιμπρέτο και μουσική του Σεργκέι Προκόβιεφ. Παρότι η ιστορία και τα πρόσωπα είναι τα ίδια, αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή δεν έχουν καμία σχέση με το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, τουλάχιστον από όσο θυμάμαι, αφού υπάρχει πληθώρα φαρσικών στοιχείων, περίπλοκων, γκροτέσκο καταστάσεων, ενώ το δράμα καταλήγει με γέλιο. Η μουσική όμως είναι υπέροχη, οι φωνές καταπληκτικές, η ορχήστρα τέλεια και ο χώρος ταιριάζει στο θέαμα.


Απόδοση για το "Δ": ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Μάριο Βάργκας Γιόσα (1936). Περουβιανός συγγραφέας, πολιτικός, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος. Είχε βάλει υποψηφιότητα για την Προεδρία του Περού αλλά απέτυχε. Από το 1994 είναι Ισπανός υπήκοος. Έχει πάρει το βραβείο Θερβάντες και το Γκρινζάν Καβούρ. Το 2010 του απενεμήθη το βραβείο Νόμπελ.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Κείμενα από την ύλη του καινούριου τεύχους του Δέντρου


Tα δύο κείμενα που ακολουθούν προέρχονται από την ύλη του περιοδικού ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (νο 177-178).

Περιέχονται στις σελίδες της "ποικίλης ύλης", μετά το τέλος του αφιερώματος στον Νίκο Καρούζο

Τελευταία απογεύματα με την Τερέσα

του Χουάν Μαρσέ


Υπάρχουν παρατσούκλια που μαρτυρούν όχι μόνο ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής αλλά και σε τι είδους κοινωνία ζει κάποιος.

Τη νύχτα της 23ης Ιουνίου 1956, γιορτής του Άι Γιάννη, ο αποκαλούμενος Λεοντόκαυλος αναδύθηκε από τις σκιές της γειτονιάς του, ντυμένος μ’ ένα ολοκαίνουργιο κανελί καλοκαιρινό σακάκι· κατέβηκε περπατώντας την οδό Καρμέλο μέχρι την πλατεία Σανλέι, πήδηξε πάνω στην πρώτη μοτοσικλέτα που βρήκε παρκαρισμένη και η οποία του προσέφερε σχετικές εγγυήσεις ατιμωρησίας (αυτή τη φορά δεν ήθελε να την κλέψει, απλώς να τη χρησιμοποιήσει και μετά, όταν πλέον δεν θα τη χρειαζόταν, να την εγκαταλείψει) και ξεχύθηκε με ταχύτητα στους δρόμους τραβώντας για το Μοντζουίκ. Πρόθεσή του, εκείνο το βράδυ, ήταν να πάει στο Πουέμπλο Εσπανιόλ στου οποίου το πανηγύρι μαζεύονταν τουρίστριες. Στα μισά όμως του δρόμου άλλαξε ξαφνικά ιδέα και κατευθύνθηκε προς τον οικισμό του Σαν Χερβάσιο. Με τη μηχανή στο ρελαντί, εισπνέοντας τη μυρωδάτη νύχτα του Ιουνίου που ήταν φορτωμένη με αόριστες υποσχέσεις, διέσχισε έρημους δρόμους, με φράχτες και κήπους δεξιά και αριστερά, μέχρι που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μοτοσικλέτα και να καπνίσει ακουμπισμένος στους λασπωτήρες ενός απίθανου σπορ αυτοκινήτου, παρκαρισμένου έξω από μια έπαυλη. Στο εκθαμβωτικό μέταλλο του καπό, πάνω σ’ έναν αντικατοπτρισμό από αεικίνητα φώτα, είδε να αντανακλάται το μελαγχολικό και στρυφνό πρόσωπό του, με το σοβαρό βλέμμα και την κιτρινωπή επιδερμίδα, ενόσω η απαλή μουσική ενός φοξ-τροτ χάιδευε τη φαντασία του· απέναντι, σ’ έναν ιδιωτικό κήπο στολισμένο με φαναράκια και χάρτινες γιρλάντες, γινόταν γιορτή.

Η εορταστική ατμόσφαιρα της νύχτας, η χαρούμενη διάθεση και το κέφι του κόσμου δεν ευνοούσαν τις ασχήμιες, πολύ περισσότερο σ’ εκείνη τη γειτονιά· μια συντροφιά όμως από καλοντυμένα ζευγάρια, που πέρασε ακριβώς δίπλα από το νεαρό, δεν μπόρεσε να κρύψει την αμυδρή ενόχληση που προκαλεί μερικές φορές ένα ασαφές στοιχείο αταξίας, που είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς: αυτό που τραβούσε το βλέμμα πάνω στο νεαρό, ήταν η αυστηρή ομορφιά των μεσογειακών χαρακτηριστικών του και κάποια ανησυχητική ακινησία που διατηρούσε μια παράξενη σχέση –μια ύποπτη ισορροπία, θα ήταν καλύτερα να πούμε– με το εκπληκτικό αυτοκίνητο. Δεν πρόλαβαν όμως να διαισθανθούν κάτι περισσότερο. Παρότι προικισμένοι με λεπτότατη όσφρηση και ευαίσθητοι ακόμα και στην πιο ανεπαίσθητη υλική ασυμφωνία, δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν σ’ εκείνο το ωραίο μέτωπο την ντελικάτη απάθεια που προηγείται των ακραίων αποφάσεων, ούτε στα μάτια που έμοιαζαν με οργισμένα αστέρια την αόριστη εκείνη σκοτεινιά, ενδεικτική βασανιστικών σκέψεων που θα μπορούσαν ακόμα και να δικαιολογήσουν ηθικά τη διάπραξη εγκλήματος. Το σκούρο χρώμα των χεριών του, τα οποία την ώρα που άναβε το δεύτερο τσιγάρο έτρεμαν αδιόρατα, έμοιαζε με στίγμα. Αλλά και στα μαύρα του μαλλιά, που ήταν χτενισμένα προς τα πίσω, υπήρχε κάτι, πέραν της φυσικής γοητείας, που έκανε τα γυναικεία βλέμματα να καρφώνονται με ελαφριά ανατριχίλα: υπήρχε μια μυστική και μάταιη προσπάθεια, μια χιλιοδιαψευσμένη αλλά ακόμα ανέγγιχτη ελπίδα: ήταν ένα από εκείνα τα περιποιημένα χτενίσματα στα οποία συναντά κανείς τα αδιάσειστα στοιχεία της καθημερινής πάλης ενάντια στη μιζέρια και τη λησμονιά, εκείνη τη μανιασμένη κοκεταρία των αδιόρθωτων μοναχικών και των φιλόδοξων μεγαλομανών.

Όταν επιτέλους αποφάσισε να σπρώξει την καγκελόπορτα του κήπου, το χέρι του, όπως το χέρι ορισμένων αλκοολικών όταν πάρουν το δεύτερο ποτήρι, σταμάτησε να τρέμει, το κορμί του ορθώθηκε, τα μάτια του χαμογέλασαν. Προχώρησε στο στρωμένο με γαρμπίλι μονοπάτι και, ξαφνικά, του φάνηκε ότι διέκρινε μια σκιά που κινιόταν ανάμεσα στους θάμνους, στα δεξιά του: μέσα σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, ανάμεσα στα κλαδιά, τον κοίταζαν με προσοχή δυο μάτια που έλαμπαν. Κοντοστάθηκε και πέταξε το τσιγάρο. Ήταν δυο κίτρινα σημεία, ακίνητα, που τον κάρφωναν με θράσος. Ο παρείσακτος ήξερε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το καλύτερο είναι να χαμογελάσεις και να μην δειλιάσεις. Όταν όμως πλησίασε, τα δύο φωτεινά σημεία εξαφανίστηκαν και διέκρινε μια αδιόρατη γυναικεία μορφή να απομακρύνεται βιαστικά προς την έπαυλη· η σκιά κρατούσε στα χέρια της κάτι που έμοιαζε με δίσκο. «Άσχημα ξεκινήσαμε, αγόρι μου», είπε στον εαυτό του, την ώρα που προχωρούσε από το μονοπάτι που όριζαν οι θάμνοι προς την πίστα του χορού, η οποία στην πραγματικότητα ήταν πίστα για πατίνια. Με τα χέρια στις τσέπες, υποκρινόμενος απόλυτη αδιαφορία, κατευθύνθηκε κατ’ αρχάς στον αυτοσχέδιο μπουφέ που είχε στηθεί κάτω από μια μεγάλη ιτιά και σερβιρίστηκε κονιάκ με σόδα, αφού πρώτα πάλεψε ενάντια σ’ ένα συμπαγές τείχος από πλάτες. Κανείς δεν φαινόταν να του δίνει την παραμικρή σημασία. Με το που στράφηκε προς μία κοπέλα που κατευθυνόταν προς την πίστα του χορού, χτύπησε με τον αγκώνα του την πλάτη ενός νεαρού και έχυσε λίγο κονιάκ.

«Συγγνώμη», είπε.

«Δεν τρέχει τίποτα», απάντησε ο άλλος χαμογελώντας και απομακρύνθηκε.

Η γαλήνια αδιαφορία, που έμοιαζε σχεδόν απαξιωτική, και η αυτοπεποίθηση που διέκρινε στο πρόσωπο του νεαρού, τον έκαναν να ανακτήσει τη δικιά του. Κάτω από την ιτιά, στο ημίφως, και με το ποτήρι στο χέρι αισθάνθηκε στιγμιαία ασφαλής. Κινούμενος αθόρυβα, χωρίς να τραβά ιδιαίτερα την προσοχή, αναζήτησε μια ντάμα για το χορό που να του ταίριαζε εκείνη τη στιγμή, ούτε ιδιαίτερα εντυπωσιακή, αλλά ούτε και πολύ συνεσταλμένη.


Απόδοση για το «Δ»: Κωνσταντινος Παλαιολογος

Ο Χουάν Μαρσέ γεννήθηκε στη Βαρκελόνη το 1933. Ανήκει στην αποκαλούμενη Σχολή της Βαρκελόνης (Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, Χουάν Γκοϊτισόλο, Τερένσι Μος, Εδουάρδο Μεντόθα κ.ά.). Στα ελληνικά

κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Η μαγεία της Σαγκάης (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου, Σέλας, 1995) και Η ουρά της σαύρας (μετάφραση Μελίνα Παναγιωτίδου, Bell, 2003). Άλλα σημαντικά μυθιστορήματά του είναι τα Si te dicen que caí (1973), La muchacha de las bragas de oro (1978), El amante bilingüe (1990) και Canciones de amor en Lolita’s Club (2005). Το 2008 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το Βραβείο Θερβάντες, το σημαντικότερο βραβείο των ισπανικών γραμμάτων.


Εισιτήριο να πας ή να έρθεις

του Χουάν Βιθέντε Πικέρας


Όποιον γεννιέται σε χωριό τον μεγαλώνει ο ορίζοντας

και τον παίρνει μαζί του κάποιο τρένο

οποιοδήποτε

οποιοδήποτε απόγευμα.

Μόνη του αποσκευή

είναι μια βεβαιότητα:

πως η ζωή είναι μακριά.

Περνά την εφηβεία του

κοιτώντας χάρτες, σύννεφα,

νοσταλγώντας με πόνο μακρινά τοπία,

γονατιστός μπροστά στη θεά Φυγή.

Μέχρι που κάποια μέρα

παίρνει ένα τρένο και φεύγει

προς αναζήτηση της απόμακρης

φωνής του, και της μητέρας του,

από την οποία δραπετεύει για να μπορέσει να υπάρξει

και έχει πάει στο σταθμό να τον αποχαιρετήσει,

βγάζει ένα άσπρο μαντίλι

και σκουπίζει τα δάκρυά της,

φυσάει τη μύτη της, εγκαταλείπεται

στο ρόλο της εγκαταλειμμένης μάνας

τη στιγμή που το τρένο απομακρύνεται

και την μετατρέπει

σε μακρινό σημείο

σε νιφάδα ενοχής

που τον εκλιπαρεί: γύρνα.

Και εκείνος βλέπει να πετούν ελιές, αμπέλια, ταύροι,

άλλα χωριά, μέρες, χρόνια, σύννεφα

στην οθόνη του παραθύρου.

Διασχίζει χώρες και τοπία.

Νοσταλγεί όλα όσα δεν θα συναντήσει.

Και ζει δραπετεύοντας από τη μοίρα του,

σκοντάφτοντας κάθε μέρα στην ίδια πέτρα,

νιώθοντας ντροπή που νοσταλγεί

όλα εκείνα που θέλησε να εγκαταλείψει.

Να επιστρέψει κανείς ή να μην επιστρέψει: αυτή είναι η απορία,

έτσι λένε, αλλά δεν είναι αλήθεια,

αφού δεν υπάρχει ένα εκεί στο οποίο να επιστρέψει

ούτε ένα εδώ όπου να αποφασίσει να μείνει.

Μόνο το τρέμουλο του τρένου όπου αυτά γράφονται.

Ακόμα δεν έχει φτάσει πουθενά αλλά, παρ’ όλα αυτά,

στο μυαλό του τριγυρνάει ένα ρήμα:

επιστρέφω, επιστρέφω, επιστρέφω…

Επαναλαμβάνει τη λέξη

μέχρι που ξεχνάει τι σημαίνει,

όχι μόνο η λέξη

αλλά το να την προφέρει συνέχεια

έτσι, ξανά και ξανά.

Η ζωή είναι μόνο πήγαινε

αλλά αυτός πιστεύει στο έλα.

Και θα επιστρέψει σ’ ένα χωριό

που πλέον δεν θα είναι δικό του.

Και θα επιστρέψει σε μέρη

που πλέον δεν θα αναγνωρίζει,

μέχρι που πια δεν θα ξέρει

τίποτα ούτε για τον εαυτό του ούτε για το πού

ή γιατί επιστρέφει,

και η επιστροφή θα μετατραπεί

σε φτερούγισμα δίχως φωλιά,

σε μελαγχολική διαστροφή.

Μέχρι που κάποια μέρα θα επιστρέψει για μια κηδεία

που θα δώσει τέλος σ’ αυτό που δεν έχει.

Όποιον γεννιέται σε χωριό

τον μεγαλώνει ο ορίζοντας

και τον παίρνει μαζί του το τρένο

οποιοδήποτε απόγευμα

προς μια θάλασσα ενός άλλου κόσμου,

προς έναν τόπο που δεν έχει σταθμό

ή ένα σταθμό που δεν έχει τόπο.

Είναι πλέον το τρένο, στο θρήνο του, στον παλμό του,

αυτό που επαναλαμβάνει επιστρέφω επιστρέφω επιστρέφω,

και εκείνος ακούει το ρήμα το ρήμα το ρήμα

που γίνεται σιγά-σιγά σάρκα,

που γίνεται σιγά-σιγά απόγευμα.

Και ξαφνικά κάποιος

του λέει πως έφτασε στον προορισμό του,

που είναι και το τέλος της διαδρομής.

Βγαίνει από το άδειο τρένο

σ’ έναν έρημο σταθμό.

Στο τέλος της αποβάθρας

βλέπει τη μάνα του που κουνάει εκείνο το μαντίλι

σαν να τον αποχαιρετούσε

ενώ, αντίθετα, τον προσμένει

εδώ και τόσα χρόνια.

Αντιλαμβάνεται ότι έχει φτάσει σε μια πόλη

απ’ την οποία κανείς δεν επέστρεψε ποτέ.

Τα τρένα, δίχως αυτόν πια,

συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να πηγαίνουν και να έρχονται.



Απόδοση για το «Δ»: Κωνσταντινος Παλαιολογος


Ο ποιητής Χουάν Βιθέντε Πικέρας γεννήθηκε στο Ντούκες δε Ρεκένα (Βαλένθια) το 1960. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.