Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Λόγος για το αφιέρωμα στον Κ. Γ.Καρυωτάκη [και άλλα]


Το κείμενο που ακολουθεί είναι το editorial από το προσεχές αφιέρωμα του «Δ» στον Κ. Καρυωτάκη. Θα κυκλοφορήσει τον Μάιο.


Tο μόνο θετικό στοιχείο της οικονομικής κρίσης και της απαξίωσης της Ελλάδος από τη λοιπή Ευρώπη αποτελεί το γεγονός ότι συνειδητοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό, ίσως για πρώτη φορά με τόση ένταση, η κοινωνική μας παθογένεια. Δεν είχε αρθρωθεί ποτέ άλλοτε μεταπολεμικά ένας τόσο αυτοκριτικός (;) λόγος για την υπαιτιότητα της νοοτροπίας, του ήθους και των συνηθειών ενός τόπου, ο οποίος από την απελευθέρωση και μετά είναι συνεργός σε κάθε είδους λαθροχειρία και δόλια συμπεριφορά απέναντι στον άλλον. Αν και ακούστηκαν πολλές φωνές διαμαρτυρίας (μεταξύ των οποίων, δυστυχώς, και μελών της Εταιρείας Συγγραφέων) εναντίον των αιτιάσεων των γερμανικών μέσων, και άλλων, όσον αφορά την ευθύνη μας για τη δακτυλουργική εγχώρια και εξωτερική οικονομική μας πολιτική, σε κάποιο σημείο έγινε αντιληπτή η δικαιολογημένη δυσανεξία των ξένων, οι οποίοι πάντοτε έφεραν το βάρος της στήριξης αυτής της ανυπόληπτης χώρας.
*
Ως γνωστόν, το δράμα συνήθως καταλήγει σε παρωδία. Αυτές οι αντίθετες καταστάσεις, η συνάντηση των οποίων μεταξύ τους, κάποτε, περιγράφει σαρκαστικά ίσως το κυριότερο παιχνίδι της Ιστορίας μέσα στο χρόνο, στην Ελλάδα συστήνονται πολύ πρωτότυπα: είναι εξαρχής ταυτισμένες. Ομοούσιες. Γιατί δεν μπορεί κανείς να μην εντοπίσει το φαινόμενο αυτό μέσα από την αντιφατική, κοινωνική μας συμπεριφορά, σε ένα σκηνικό όπου οι ήρωες είναι θύτες και θύματα ταυτοχρόνως. Χαρακτηριστικό πεδίο εκτύλιξης του συγκεκριμένου «έργου»: η οικολογία. Για του λόγου το αληθές: συχνές κινητοποιήσεις κατοίκων διαφόρων περιοχών για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, για την επιβάρυνση του οποίου συνυπεύθυνοι είναι οι ίδιοι με τα αυθαίρετα, την παράνομη κυκλοφορία ακατάλληλων οχημάτων, τους εμπρησμούς δασών, τις καταπατήσεις, τη ρύπανση κ.λπ.
*
Μπορεί η εικόνα η οποία παρομοιάζει με την ποίηση με ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου να χρωματίζει αυτή την τέχνη με εντυπωσιακή εξωστρέφεια, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να την εκλάβει κανείς ως αφορμή μιας, άνευ ορίων, «ποιητικής κατανάλωσης». Το γεγονός ότι η ποίηση είναι περιθωριοποιημένη στην εποχή μας επιτονίζει τη μονήρη φύση και τον ασκητικό της χαρακτήρα. Οι ποιητικοί αγώνες σε άλλες, μακρινές περιόδους, λειτουργούσαν διαφορετικά. Το καθημερινό, με άλλα αιτήματα, επέτρεπε στην ποιητική γλώσσα και αρμονίες. Να είναι, σε κάποιο βαθμό, αν όχι κανόνας ζωής, τουλάχιστον ελκυστική ουτοπία.
Σήμερα φλερτάρει με το ευτράπελο κάθε προσπάθεια να διαχειριστούμε με όρους managment την υπόθεση της ποιήσεως στην αγορά, ταυτίζοντάς την με οποιοδήποτε αναλώσιμο προϊόν. Παρ’ όλ’ αυτά, κάποιες πρωτοβουλίες, (των οποίων οι εμπνευστές θυμίζουν με την κινητικότητά τους τον πάλαι ποτέ θεατρικό επιχειρηματία Θεόδωρο Κρίτα, ειδικευμένο στις μετακλήσεις καλλιτεχνών) φτιάχνουν τη χαρωπή εικόνα προσκοπικών εκδηλώσεων. Η προτροπή «Διάβασε κι εσύ ένα ποίημα, δεν είναι δύσκολο» αποκαλύπτει πρωτοβάθμιες αντιλήψεις ή πανηγυρικές διαθέσεις.
Η καταιγίδα των παρουσιάσεων, με διάφορες, όπως πάντα, αφορμές ζωντανεύει τα πατάρια των μπαρ, τα καφενεία, τα βιβλιοπωλεία. Το Γκάζι και του Ψυρρή γίνονται σχολεία λυρικής παιδείας. Πρόκειται, όπως καταλαβαίνει ο σοβαρός αναγνώστης, για έναν ανοικονόμητο πλεονασμό. Ο αναχωρητικός λόγος της ποιήσεως (και η «αγοραφοβία» της), στοιχείο που θα μπορούσε να προάγει ποιότητες, υποβιβάζεται σε ένα κλίμα αναψυχής. Η μόνη δικαιολογία είναι η σεσημασμένη «αθωότητα» των οργανωτών και η αγαθή προαίρεση των μετεχόντων.


Στα αφιερώματα που κάνει το «Δ» στις σημαντικές φωνές της νεοελληνικής γραμματείας το πορτρέτο του Κώστα Καρυωτάκη διεκδικεί, ασφαλώς, μία από τις πρώτες θέσεις.
Η καλλιτεχνική και ιδιωτική παρουσία του δημιουργού των Νηπενθών που έδωσε πλείστες όσες λαβές για συζητήσεις και, κυρίως, αμφισβητήσεις στο χώρο της κριτικής, συνεχίζει ακόμα να προκαλεί αμείωτο ενδιαφέρον. Λανθάνει μέσα στο χρόνο η αντίληψη ότι η δραματική συνάντηση της χειρονο­μίας του αυτοκτόνου της Πρέβεζας με την πεισιθάνατη ποίησή του, που γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα, παραμένει μια οιονεί δυσκολία στην ψύχραιμη προσέγγιση του φαινομένου «Καρυωτάκης».
Τα δημιουργικά βλέμματα, όμως, εκείνων που επιδοκιμάζουν την ποίηση του Καρυωτάκη και τη συνδέουν με τα συμφραζόμενά της, αποφορτίζοντάς την δηλαδή από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό της χαρακτήρα, εδώ και πολλές δεκαετίες πληθαίνουν. Παρόμοιες προσεγγίσεις επιζητήσαμε, με την πρόθεση να συνεισφέρουν τα σχετικά κείμενα (ένας συνδυασμός νέων και παλαιών αναγνώσεων), σε μια επανεκτίμηση ενός έργου που κατόρθωσε να συνομιλήσει άνετα με το χρόνο.
Η προσφορά της καρυωτακικής ποιήσεως μπορεί να συνοψισθεί σχηματικά στο γεγονός που έχει ο βηματισμός και το βάρος του λόγου. Ο μινιμαλισμός της γλώσσας και γενικά οι, εκ πρώτης όψεως, εκφραστικές της «ευκολίες», ένας πρώιμος αντίλογος στην παλαμική μεγαλοστομία της εποχής, αλλά και στη χαμηλόφωνη νεοσυμβολιστική παραγωγή του Μεσοπολέμου, έχουν αποδειχθεί ανθεκτικά διαπιστευτήρια μιας «διαταραγμένης», ποιητικά, φωνής. Γιατί μπορεί ένα είδος προκλητικής ειρωνείας, με βάση τον αντισυμβατικό, «πρόχειρο», στίχο να κυριαρχεί στην καρυωτακική πρόταση, όμως οι αναπνευστικοί ρυθμοί και η αίσθηση του δραματικού, που κρύβει και η πιο γελοία απόχρωση του γίγνεσθαι, δίνουν στο σύνολο αυτής της ποιητικής βαρυσήμαντη διάσταση.
Ο Καρυωτάκης, με άλλα λόγια, παραμένει ένας πρόδρομος, που πέτυχε να σαρκάσει εύστοχα το παραδοσιακό ύφος, υιοθετώντας με γνώση μια ελεγχόμενη αποδιοργάνωση των γνωστών στην εποχή του πρακτικών. Σε αυτό συνέβαλε η εξομολογητική, αυτοσατιρική του διάθεση, αλλά και η γενικότερα απαξιωτική στάση του απέναντι στην ψευδαίσθηση για τη σωτήρια αποστολή της Τέχνης. Έτσι, μορφή και περιεχόμενο αρμονικά ταυτισμένα (όπως συμβαίνει στις ευτυχείς περιπτώσεις) πρότειναν ένα έργο γνήσια υπαρξιακό μέσα στον κλαυσίγελω.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Ένα νέο CD με το προσεχές ΔΕΝΤΡΟ

-


Το εξώφυλλο του CD που θα συνοδεύσει το τεύχος 175-176 του ΔΕΝΤΡΟΥ. Ο Ηλίας Λογοθέτης διαβάζει κείμενα του Κώστα Καρυωτάκη.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Περιεχόμενα τεύχους Νο 171-172

-
T0 ΔΕΝΤΡΟ που κυκλοφορεί (Νο 171-172) περιέχει τα κείμενα που ακολουθούν:

ΤΖΟΡΝΤΑΝΟ ΜΠΡΟΥΝΟ: Περί μαγείας • ΑΔΟΛΦΟΣ ΦΟΝ ΜΕΝΤΣΕΛ: Φρειδερίκος ο Μεγάλος και Ιωάννης... • ΜΟΛΙΕΡΟΣ: Αμφιτρύων • ΒΟΛΤΕΡΟΣ: Για τη συμφορά τής Λισσαβόνας • ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΕΤΕ: Ταξίδι στην Ιταλία • ΙΤΑΛΟ ΣΒΕΒΟ: Η συνείδηση του Ζήνωνα • ΣΑΡΛΟΤ ΜΙΟΥ: Μonsieur qui passe • ΙΒΑΝ ΜΠΟΥΝΙΝ: Η ζωή τού Αρσένιεφ • ΖΙΛΙΕΝ ΓΚΡΙΝ: Η Αμερική μου • ΝΤΕΪΒΙΝΤ Χ. ΛΟΡΕΝΣ: Κετζαλκοάτλ· το πλουμιστό ερπετό • ΟΡΛΑΝΤΟ ΜΠΑΡΟΝΕ: Διάλογοι Μπόρχες-Σάμπατο • ΤΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΣ: Δύο ποιήματα • ΑΛΝΤΟ ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΙ: Ποίηση ονομάζεται οτιδήποτε... • Όταν έχεις κάποιες πολιτικές ιδέες, πρέπει να αγωνίζεσαι γι’ αυτές [απόσπασμα συνέντευξης με τον Λ. Ντάρελ με τον Μ. Αλίν] • ΡΕΪΜΟΝ ΚΕΝΟ: Κλέος πενιχρόν • ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ: Ποιος έριξε τη νάρκη στη θάλασσα; • ΙΡΕΝ ΝΕΜΙΡΟΒΣΚΙ: Κλονισμός ενός γάμου • ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο • ΓΚΙΓΕΡΜΟ ΑΡΙΑΓΑ: Μαβί τελεσίγραφο • ΖΟΡΖ ΡΟΝΤΕΝ­ΜΠΑΧ: Μπριζ, η νεκρή • ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ: Όνειρο και συσκότιση του νου • ΤΖΑΝ ΜΟΡΙΣ: Ο τρόπος τού Βενετσιάνου • ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΓΚΑΛΕΑΝΟ: Οι λίγοι και οι όλοι • ΣΑΧΡΙΑΡ ΜΑΝΤΑΝΙΠΟΥΡ: Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία • ΒΙΚΤΟΡ ΦΡΑΝΚΛ: Η αναζήτηση του νοήματος • ΕΝΡΙΚΕ ΒΙΛΑ-ΜΑΤΑΣ: Η εξαφάνιση του υποκειμένου • ΡΕΪΝΑΛΝΤΟ ΜΟΝΤΕΡΟ: Οι επισκέψεις τού Εμίλιο • ΝΤΡΑΓΚΑΝ ΒΕΛΙΚΙΤΣ: Ρωσικό παράθυρο • ΤΖΟΝ ΜΠΕΡΓΚΕΡ: Από το Α στο Χ, μια ιστορία σε γράμματα • ΝΤΡΙΣ ΣΡΑΪΜΠΙ: Είδα, διάβασα, άκουσα. Αναμνήσεις • ΜΙΣΕΛ ΦΕΪΜΠΕΡ: Σε χαιρετώ, Ναταλία • ΜΠΕΡΝΑΡ ΚΙΡΙΝΙ: Κάποιοι συγγραφείς, όλοι τους νεκροί • ΡΟΛΑΝ ΜΠΑΡΤ: Τετράδια από το ταξίδι στην Κίνα • ΟΥΙΛΙΑΜ Τ. ΒΟΛΜΑΝ: Όπους 40 • ΡΟΜΠΕΡ ΜΠΡΕΣΟΝ: Σημειώσεις για τον κινηματογράφο • Η γενιά μας γοητεύθηκε από τα κείμενα [Μιλούν οι: Άν. Παπασταύρου, Ανδρ. Παππάς, Κ. Παλαιολόγος, Π. Πούλος και Μ. Φραγκόπουλος]



Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

FACEBOOK



ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΕΙΔΑΤΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ τίτλο “Χαμένοι στη Μετάφραση”. Εξαιρετικά κείμενα που, προσεχώς, θα κυκλοφορήσουν, σε βιβλία. Το αφιέρωμα δεν είναι χρηστικό, όπως εκείνα που προηγήθηκαν (Ρίτσος, Λειβαδίτης), αλλά είναι αξιολογότερο, με σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς. Στο CD έκπληξη, που περιέχεται, διαβάζουν η Καρ. Καραμπέτη και ο Αντ. Καφετζόπουλος ποίηση του σκοτεινού ζεύγους Τεντ Χιουζ και Σίλβια Πλαθ. [...] «Τα καφενεία άνετα, διέθεταν ροφήματα πρώτης ποιότητας. Γκαρσόνες ξανθές, με πλούσιο στήθος. Μπύρα πηχτή, σε μπουκάλια που έμοιαζαν σαν μικροί καθεδρικοί. Πουθενά σκουπίδια, ζητιάνοι, άνθρωποι με φθαρμένα ρούχα. Εντύπωση τάξης και πολιτισμού. Στον παράδεισο εκείνον, όμως, γεννιόταν μια μεγάλη συμφορά: Η μοντέρνα ζωγραφική. Μετά 25 χρόνια, μια δεύτερη, ο Ναζισμός». (Τζόρτζιο ντε Κίρικο: Αναμνήσεις) [...] «Κοιτάξτε την λογοτεχνική παραγωγή κάθε μικρού λαού, που δεν έχει την παιδαριώδη έφεση να κατασκευάσει για τον εαυτό του ένα παρελθόν. Η κατά κόρον παραγωγή ποίησης είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Αντίθετα, για την κατασκευή της πεζογραφίας χρειάζεται αυστηρότητα, κοινωνική ωριμότητα και παράδοση. [...] H ποίηση είναι άμεση ή, αντίθετα, εντελώς κατασκευασμένη. Γνώρισμα δηλαδή ή των τρωγλοδυτών ή των εκλεπτυσμένων, αναπτύσσεται απ’ τη μία πλευρά ή απ’ την άλλη, στο περιθώριο πάντως του πολιτισμού. Ενώ η πεζογραφία απαιτεί οργανωμένο πνεύμα και γλώσσα, η ποίηση ταιριάζει με το βάρβαρο πνεύμα και την άμορφη γλώσσα. Λογοτεχνία σημαίνει πεζογραφία». Ε.Μ. Σιοράν La tentation d’ existerΤόσα χρόνια κυνηγώντας την αρτιότητα (διαβάζοντας ή επιμελούμενος κείμενα) δεν είχα σκεφθεί ποτέ την καθημερινή σημασία της σωματικής αρτιότητας. Έσπασα το δεξί χέρι μου. Δεν μπορώ να πατήσω δυο πλήκτρα συγχρόνως. Δε μπορώ να βάλω κάλτσες, πουκάμισο, να ντυθώ. Χθες μου φάνηκε τόσο περίεργο που ήταν αδύνατο να καθαρίσω ένα μήλο. Σαν την ελληνική διαφθορά, χρειάζονταν κι εκεί δύο πόλοι για να συντελεστεί το ζητούμενο. Yπάρχει ένα οστάριο στην παλάμη που λέγεται σκαφοειδές. Άκουγα τον ορθοπαιδικό που, κοιτάζοντας τις ακτινογραφίες, έλεγε ότι στο σκαφοειδές είναι το πρόβλημα. Κι ενώ έχεις προγραμματίσει μια μέρα στο γραφείο σου, ραντεβού με τον διορθωτή, μια πληρωμή, τα πράγματα σε φέρνουν μπροστά σ’ έναν φωτεινό πίνακα όπου προτοακούς εξωτικά ονόματα οστών... Το μόνο θετικό απ’ το ατύχημα είναι ότι γράφοντας με το αριστερό χέρι κατασκευάζω κάτι ασταθή τερατάκια, γράμματα όπως αυτά που κάναμε όταν μαθαίναμε γραφή. Σαν θαυματουργό αντιγηραντικό, η προσπάθεια και το αποτέλεσμα του αριστερού χεριού σε μεταφέρει για λίγο στη μαγική εποχή, που πλέον μόνο με τις μυρωδιές και τις εικόνες ανασυσταίνεται. Ο Φλομπέρ έγραψε νέος: «Είναι μέρες που θάθελα να ήμουν γυναίκα». Σε ώριμη ηλικία: «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Όταν κάποτε ο γιατρός του τον αποκάλεσε «υστερική γριά» βρήκε την έκφραση «βαθυστόχαστη»... Τα γεγονότα αναφέρονται από έναν βιογράφο, σαν ένδειξη παράξενου τραβεστισμού. Πάντως, η απάντηση «Η Μποβαρί είμαι εγώ», μοιάζει με εκείνη του Θερβάντες, όταν τον ρώτησαν από πού είχε εμπνευσθεί τον Δον Κιχώτη. Η λεπτομερής σύνδεση που επιχειρεί κάποτε ο αναγνώστης με το βιβλίο: Σημειώνει τη χρονολογία κτήσεως, αναγνώσεως, περατώσεως της μελέτης του. Τον τόπο, τον καιρό, ορισμένα γεγονότα της εποχής. Για να το ξαναδεί, ίσως, στο μέλλον και να νιώσει (ανέξοδα ακόμα) σαν παιχνίδι, το ρίγος από το χρόνο. Έτσι, στο τέλος του βιβλίου που αγόρασα χθες, διαβάζω: «Άγιος Ευστράτιος, υπό τα κύματα του καύσωνος της 28 Ιουλίου 1957». Κάποιος μοίραρχος της Χωροφυλακής διάβασε την Παναγία των Παρισίων, το 1957 στον Άη Στράτη. Βρήκα το αντίτυπο στο μοναστηράκι. Το ενδιαφέρον είναι ότι περιέχεται χειρόγραφη κριτική του, σε άψογη καθαρεύουσα. Με ηθικολογικά επιχειρήματα, σε 4 σελίδες “καταρρίπτει” το έργο και τους χαρακτήρες του. Π.χ. «Διατί, κ. Ουγκώ, επέλεξες τον Κουασιμόδον, σωματικώς και πνευματικώς ανάπηρον, δια την δικαίαν λύσιν;» κ.λπ. κ.λπ. Θυμάμαι τον δικτάτορα Παπαδόπουλο να ισχυρίζεται ότι «δεν γνωρίζω τι συμβαίνει αλλαχού, αλλά δια τον ελληνικόν ψυχισμόν ο κομμουνισμός είναι ξένον στοιχείον». Τώρα που διαβάζω τον Αυστριακό Μπέρνχαρντ, συγγραφέα με ποικίλες μονομανίες, βλέπω να λέει κι αυτός ότι «ο σοσιαλισμός είναι έννοια ασυμβίβαστη με το ...κλίμα και τα ψηλά βουνά του Ζάλτσμπουργκ»! O τύπος του «ενοχλημένου» συγγραφέα (ο Μπέρνχαρντ ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία) πρέπει μάλλον να γίνεται δεκτός και με κάποια συγκατάβαση. Η ανάγκη για γκρίνια σπρώχνει στη γενίκευση. Ο Μπέρνχαρντ, θέλοντας να βγάλει τη γλώσσα ακόμα και στους ζωόφιλους, γράφει. «Οι άνθρωποι καταδυναστεύονται απ’ τα σκυλιά τους. Ο Σοπενχάουερ κατευθυνόταν από το σκύλο του, όχι το μυαλό του. Θα έσωζαν τον σκύλο τους από τη λαιμητόμο και όχι τον Βολτέρο». • Όμως λίγο πιο κάτω κερδίζει πάλι η πλευρά της λογικής. «Οι άνθρωποι υποστηρίζουν τους σκύλους, γιατί στο βάθος δεν θέλουν να καταβάλουν κάποια προσπάθεια να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ψυχικό μεγαλείο». Κι ύστερα πάλι η συλλογιστική της αυθαιρεσίας. «Ο κόσμος οφείλει τους πιο φοβερούς πολέμους του στην ζωοφιλία των ηγετών του. Οι πολιτικοί, οι δικτάτορες, βρίσκονταν πάντοτε υπό την επιρροή ενός σκύλου και για το λόγο αυτόν έκαναν εκατομμύρια ανθρώπους δυστυχισμένους. Αγαπούσαν έναν σκύλο και προετοίμαζαν συγχρόνως έναν παγκόσμιο πόλεμο». Τι απλή και ωραία ιδέα. Για όσους εντρυφούν περί το ύφος, σήμερα το απόγευμα άκουσα έναν καναδό αρχιτέκτονα που έλεγε ότι «ένα κτίσμα πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ήταν πάντα εκεί». Υπάρχει ένας ροΐδειος σαρκασμός στο κείμενο του Focus. Ορισμένες παρατηρήσεις θυμίζουν το «Η δυστυχία να είσαι Έλληνας» του Ν. Δήμου. Σκέπτομαι ότι το ενοχλημένο βλέμμα του αυτόχθονος είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον υπάρχει σε κάθε εθνική γραμματεία. Σχεδιάζουμε ένα αφιέρωμα στο Δέντρο, με «αλλεργικούς», απέναντι στις χώρες τους, συγγραφείς. Σπουδαία περίπτωση ο προαναφερθείς Τόμας Μπέρνχαρντ, που διάβασα δυστυχώς πολύ αργά. Η δυστυχία του να είσαι Έλλην, είναι ο σωστός τίτλος του βιβλίου που μόλις ανέφερα. Η ανακρίβεια μου θύμισε κάτι που έγραφα προ ετών. [...] «Όταν κάποιος αναφέρει έναν παραποιημένο στίχο σου, νιώθεις μια παράξενη αμφιθυμία. Αφ’ ενός είσαι κολακευμένος γιατί θυμούνται κάτι δικό σου, αφετέρου σε ενοχλεί η αδέξια επίκληση». Από τις επιτυχέστερες, πιο καίριες, παρατηρήσεις του δημοσιογράφου τού Focus, μιλώντας για την Ελλάδα: «Μια προφορική κοινωνία». Μας επιτρέπεται να ρίχνουμε παντού τα σκουπίδια μας, στη γλώσσα θα κάνουμε εξαίρεση; Παρακολουθώ την ηλεκτρονική σελίδα κάποιου συγγραφέα, ο οποίος θεωρεί ότι όσο περισσότερη ερωτική φιλεπιδειξία εκδηλώνει (με την άνευ όρων έκφραση), τόσο περισσότερη προσοχή θα του επιφυλάξουν οι αναγνώστες του. Αδιάφορος για το ελευθεριάζον κιτς, μας αποκαλύπτει ότι γνωρίζει τις πάγιες προϋποθέσεις για τo ενδιαφέρον του ακροατή: Μίλα σα μαστρωπός. Το «νοήμον» κοινό θα σου καταθέσει το χρήμα της προσοχής του. Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστο­ρίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας (Κ. Μαυρουδής, Στενογραφία, Κέδρος, 2006). Ταξιδεύοντας, και βλέποντας τους ρώσους τουρίστες στην Ευρώπη (την προκλητικά νεόπλουτη εικόνα τους, τα θηριω­δη αυτοκίνητα, τις προκλητικής σπατάλης επιλογές τους), σκέφτεσαι αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για το Ανατολικό Βερολίνο. «Στα βιβλιοπωλεία, ο Λέσιγκ και ο Χέλντερλιν έδωσαν τη θέση τους στην Τζάκι Κόλινς. Σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη, η ελευθερία διεκδίκησε το δικαίωμά της να τρώει σκουπίδια». Η αρρώστια, ο πόνος και τα πάθη είναι οι σημαντικότερες αιτίες τής ανθρώπινης θρησκευτικότητας. (Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί). Πρωί. Un canto che s’udia per li sentieri lontanando morire a poco a poco [...] ή Ένα τραγούδι που ακουγόταν στα στενά έσβηνε μακριά λίγο λίγο [...] (Τζ. Λεοπάρντι: «Το βράδυ της γιορτινής μέρας». Μόναχο, γεια σου. Ο παιδικός μου φίλος και συμμαθητής (Τήνος, 1955-1965) αλλάζει διεύθυνση. Από το Μόναχο, που έμενε για 30 χρόνια, θα ζει πλέον, μετά τον Φεβρουάριο, στο Βερολίνο. «Είναι παράξενο να βλέπεις άδειο το παλιό διαμέρισμα», μου γράφει. Πιο συγκινητικό όμως είναι το γράμμα υποδοχής, σταλμένο από τους υπεύθυνους της περιοχής όπου πρόκειται να κατοικήσει. «Είμαστε χαρούμενοι που η νέα σας κατοικία θα είναι εδώ. Είναι τιμή μας να είστε στη γειτονιά μας»!!! [...] «Η Πηνελόπη, πανέτοιμη να ξηλώσει ό,τι έχει υφάνει...» (Ανρί ντε Μοντερλάν, Τα κορίτσια). «Oυδέν άλλο, πλην ημών, έθνος κέκτηται το πλεονέκτημα να έχη ιδιαιτέραν τάξιν φίλων, εχόντων την ειδικότητα να το αγαπώσιν. Ουδέποτε ακούσαμε να γίνεται λόγος περί Φιλάγγλων, Φιλιτάλων, Φιλοτσέχων. Εν τη λέξει Φιλέλλην υπάρχει τι το απόζον προστασίας, συγκαταβάσεως, οιονεί ελεημοσύνης» [...] Εμμ. Ροΐδης. Σε έναν κόσμο φτιαγμένο απ’ τον Θεό, το πρόβατο θα μάθαινε αριθμητική μετρώντας αμέριμνο τα δόντια τού λύκου. «Ο πιο σίγουρος τρόπος να κρύβεις από τους άλλους τι όρια έχουν οι γνώσεις σου είναι να μην τα ξεπερνάς» (Τζάκομο Λεοπάρντι, απ’ όσο νομίζω). Η παρακάτω φράση όμως είναι σίγουρα από τις Σκέψεις (Pensieri) του Λεοπάρντι: «Η ειλικρίνεια μπορεί να ωφελήσει, όταν το αντικείμενό της είναι τόσο σπάνιο ώστε κανένας να μην πιστεύει σ’ αυτό». «To ψέμα είναι και μονάδα μέτρησης της φαντασίας» (Marcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι θυμάμαι). Ο αδελφός μου ο Ρουτζέρο έλεγε συνεχώς: «Πονάω εδώ, πονάω εκεί». Εγώ και οι φίλοι μου του απαντούσαμε: «Είσαι κατά φαντασίαν ασθενής». Μέχρι που μια μέρα, απελπισμένος από την έλλειψη κατανόησης στις αδιαθεσίες του, μας είπε: «Τη μέρα που θα πεθάνω, πάνω στον τάφο μου να γράψετε “Δεν σας το είχα πει πως δεν ήμουν καλά;”» (Μarcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι θυμάμαι). Τόσο χυμώδης, ώστε και μόνο η παρουσία της ήταν αληθινή προσβολή των ηθών (Πολ Μοράν, Βενετίες). […] «Φορτωμένοι δαχτυλίδια και γουργουρίζοντας σαν τα περιστέρια του Αγίου Μάρκου, περνούσαν οι ομοφυλόφιλοι. Η Βενετία τούς είχε πάντοτε αποδεχτεί. Έβλεπα στην πλατεία έναν δαχτυλοδεικτούμενο, τον περίφημο Φέρσεν. “Δεν σφίγγω το χέρι ενός κίναιδου”, έλεγε ο πατέρας μου (χωρίς να του περνάει από το μυαλό ότι όλη τη μέρα αυτό έκανε)...» (Πολ Μοράν, Βενετίες). • Πλειστηριασμός: «Κάτω απ’ το φιλντισένιο σφυρί εξαφανιζόταν μια ζωή αφιερωμένη στη λατρεία της τέχνης. Τα αντικείμενα δεν έχουν αφεντικό». (Πολ Μοράν, Βενετίες). «Όλοι θέλουν να κάνουν στίχους, μολονότι η Ευρώπη έχει ανάγκη στερεότερων πραγμάτων και πιο αληθινών από την ποίηση» (Τζάκομο Λεοπάρντι, το 1826, σχολιάζοντας το ότι πολλοί ασχολούνται με «στίχους και ελαφρότητες»). Ο επαγγελματισμός, που σε αποτρέπει να απολαύσεις το αυτονόητο: η εξέταση ενός κόλπου από τον μαιευτήρα, η ανάγνωση της λογοτεχνίας από τον κριτικό.Η άμμος θυμίζει πάντα τη λογοτεχνία. Όχι μόνο με την έννοια της απειρίας, αλλά ως τόπος όπου ο αναγνώστης-στρουθοκάμηλος κρύβει το κεφάλι του, μένοντας ο υπόλοιπος βορά στον πραγματικό κόσμο. Θυμήθηκα πώς περιγράφει ο Φελίνι την εικόνα του Νίνο Ρότα. «Συναντούσα τον γλυκό αυτόν ανθρωπάκο συχνά στη Βία Πο, να περνάει πάντα χαμογελαστός, να προσπαθεί να βγει από πόρτες που δεν υπήρχαν, ενώ θα μπορούσε να βγει από ένα παράθυρο, σαν πεταλούδα, τυλιγμένος όπως ήταν σε μιαν ατμόσφαιρα εξωπραγματική και μαγική. Σ’ όποιο σημείο κι αν τον εύρισκες, έμοιαζε νάχει πέσει εκεί τυχαία...» «Τι κοινό είχατε με τον Nίνο Ρότα;» ζητά να μάθει ο δημοσιογράφος. «Ίσως μια ακαθόριστη και αβέβαιη αίσθηση που έχουν όσοι περιμένουν ότι θα συμβεί κάτι εκπληκτικό... Όπως τα παιδιά, όπως κάποιοι οραματιστές, κάποια αθώα πλάσματα, ξαφνικά έλεγε εκθαμβωτικά πράγματα». O χειρότερος εφιάλτης στα όνειρα του εφαψία δεν μπορεί να είναι άλλος απ’ το ότι μετοικεί σε μια αραιοκατοικημένη κωμόπολη (Κ. Μαυρουδής, Στενογραφία).«Θάθελα να ξέρω σε ποια σχολή σε μαθαίνουν να νιώθεις». Σχόλιο του Ντενί Ντιντερό (1713-1784) για την Κριτική. [...] «Όταν έγινε δεκατριών ετών, ο πατέρας της την πήγε στην πόλη για να την βάλει στο μοναστήρι. Έμειναν σε ένα ξενοδοχείο, όπου έφαγαν τη σούπα τους από πιάτα με παραστάσεις από την ιστορία της δούκισσας ντε λα Βαλιέρ. Οι λεζάντες με τις εξηγήσεις, γδαρμένες από τα μαχαίρια, υμνούσαν τη θρησκεία και τις λεπτότητες της καρδιάς...» (Γκιστάβ Φλομπέρ, Μαντάμ Μποβαρί).
«...Η ματιά της έφτανε ελεύθερα στον καθένα με αγνό θάρρος” (της Έμα Ρουό, αργότερα Μποβαρί, στην πρώτη συνάντηση με τον Σαρλ Μποβαρί). «...Κι όταν εκείνος πήγε να χαιρετήσει τον πατέρα της για να φύγει, η Έμα κοίταζε από το παράθυρο τον κήπο, όπου οι πάσαλοι για τις φασολιές είχαν πέσει από τον αέρα». «O Σαντ, ο Νέρων... Αυτά τα τέρατα μου δίνουν μια εξήγηση της Ιστορίας». (Γκ. Φλομπερ, 17 ετών). «Το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας: Να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φτάσει ο αστός». (Γκιστάβ Φλομπέρ) [...] Άνθρωποι με μέλλον αντί για πρόσωπο (Τούμας Τράνστρομερ, σουηδός ποιη­τής). 31 Δεκεμβρίου 1954. Το Βήμα. Ιδιαιτέρα υπηρεσία. Ένα τραγικόν και περίεργον δυστύχημα. Εις την πόλιν Τορτόνα, ένας σκύλος εφόνευσε με κυνηγετικόν όπλον ιταλόν κυνηγόν. Επίεσε με το πόδι του την σκανδάλην του όπλου... Το ύφος είναι ο χαρακτήρας της σκέψης. «O συγγραφέας στην αφήγηση πρέπει να είναι όπως ο θεός. Παντογνώστης και αόρατος» (λησμονώ ποιος το είπε). Ο ψίθυρος είναι σπουδαίος όταν όλοι φωνάζουν. «Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του. Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν». (Εμμανουήλ Ροΐδης) • «Οι τόποι που λαχταρούμε κρατούν κάθε στιγμή πολύ μεγαλύτερη θέση στην αληθινή μας ζωή από τον τόπο όπου βρισκόμαστε πραγματικά». (Μ. Προυστ, Από τη μεριά του Σουάν) Αν πράγματι «Ο πόνος βουβαίνει τον άνθρωπο» (Γκέτε), ο συγγραφέας είναι το συνώνυμο της απόλυτης ευτυχίας. O αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα. Όσοι, λοιπόν, πιστεύουν ότι η ετυμολογία σημαίνει και αποκαλύπτει, ας σκεφθούν μόνον ότι ο Θεός ετυμολογείται από το «θεατός». «Ένα πράγμα δεν εξηγείται στην τέχνη και, δυστυχώς, αυτό είναι το μόνο που αξίζει». (Σκέψη του Μπράκ, ελάχιστα, φυσικά, δημοφιλής στους κριτικούς και τους φιλολόγους). • «Ελευθερία είναι η θεραπεία» (Σύνθημα γραμμένο σε τοίχο της Ιατρικής Σχολής). [...] «Το ότι οι βυζαντινοί (είπε ο Στίβεν Ράνσιμαν) δεν είχαν στις φλέβες τους ελληνικό αίμα δεν ήταν κάτι που έπρεπε να μας τρομάξει. Ο μόνος αμιγής λαός, είπε, ήσαν οι Ισλανδοί, αλλά η μοναδική συμβολή τους στον πολιτισμό ήταν ότι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εφοδίασαν με πετρέλαιο ένα συμμαχικό αντιτορπιλλικό και έδωσαν από δύο πλάκες σοκολάτας στους αξιωματικούς του...». Άλκης Αγγελόγλου, Επιλογή. «O Πιζανέλο ζωγράφιζε άλογα τόσο ζωντανά, που εύκολα θυμάσαι τους πίνακές του. Γι’ αυτό λοιπόν ο δούκας του Μιλάνου τον έστειλε στη Μπολόνια, για να του αγοράσει άλογα». Έζρα Πάουντ: H Aλφαβήτα της ανάγνωσης. 1993. Φωτογραφία με το γιο μου στα Ελβετογαλλικά σύνορα. Πού να πήγε, σκέφτηκα, βλέποντας μετά από τόσα χρόνια τη φωτογραφία, εκείνο το ωραίο άνορακ που φορώ. Το είχα αγοράσει απ’ τη Γερμανία. Αμέσως μετά, κατάλαβα πως ήταν σωστότερο να αναρωτηθώ, πού πήγε ο κατά πολύ νεότερος πατέρας που κοιτάζει το φακό έχοντας πίσω του την ομίχλη, κι ακόμα, πριν απ’ αυτόν, το μικρό παιδί που στην εικόνα, περαστικό πάλι, φιλοξενείται στο σώμα ενός άνδρα;
* Ό,τι δεν είναι σε εισαγωγικά έχει πατέρα τον υπογράφοντα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ