Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

H άποψη του Ιησού


Μικρό απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα

του Νόρμαν Μέιλερ Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο


Εκείνες τις ημέρες μόλις είχα φτάσει στη Ναζαρέτ, για να με βαφτίσει ο Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου υποστηρίζει ότι όταν βγήκα από το νερό, άνοιξαν οι ουρανοί και είδα «να κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Μια δυνατή φωνή μού είπε: «Εσύ είσαι ο αγαπητός μου Υιός». Στη συνέχεια το Άγιο Πνεύμα με οδήγησε στην έρημο, όπου παρέμεινα σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και δοκιμάστηκα από τον Σατανά.


Το Ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο δεν θα τολμούσα να πω ότι είναι λανθασμένο, κάπως υπερβάλλει. Όσο για εκείνα του Ματθαίου, του Λουκά και του Ιωάννη, θα ήμουν ακόμα πιο επιφυλακτικός, καθότι αποδίδουν λόγια τα οποία ποτέ μου δεν πρόφερα και με έχουν περιγράψει ως ήπιο χαρακτήρα, ακόμα και όταν ήμουν έξαλλος. Οι αφηγήσεις τους γράφτηκαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου και αρκούνται στο να επαναλαμβάνουν τα όσα τους είχαν αφηγηθεί κάποια ηλικιωμένα άτομα. Πολύ ηλικιωμένα. Δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί αυτές τις αφηγήσεις, έτσι όπως δεν μπορεί να στηριχτεί σε ένα δεντράκι που θα ξεριζωνόταν και θα παρασυρόταν μακριά, από τον αέρα.


Θέλω λοιπόν να ακουσθεί η άποψή μου. Σε όσους αναρωτηθούν πώς τα λόγια μου έφτασαν μέχρις εδώ, θα απαντούσα ότι πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα μικρό θαύμα. (Έτσι κι αλλιώς το Ευαγγέλιό μου θα μιλάει για θαύματα). Γι’ αυτό δεν θα ήθελα να απομακρυνθώ πολύ από την αλήθεια. Ο Μάρκος, ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης προσπαθούσαν να αυξήσουν το ποίμνιό τους. Το ίδιο ισχύει και για τα Ευαγγέλια που έγραψαν άλλα πρόσωπα. Μερικά από αυτά απευθύνονταν μονάχα στους Ιουδαίους που είχαν την πρόθεση να με ακολουθήσουν μετά τον θάνατό μου. Εφόσον ο καθένας προσπαθούσε να ενδυναμώσει τη δική του Εκκλησία, πώς ήταν δυνατόν να μην μπερδέψει την αλήθεια με το ψέμα; Στη συνέχεια επικράτησε όλων αυτών μόνο μία Εκκλησία, η οποία επέλεξε τέσσερα Ευαγγέλια, καταδικάζοντας τα υπόλοιπα διότι είχαν σκεπάσει «θεία και άσπιλα λόγια» με «αναίσχυντα ψεύδη».


Είναι, πάντως, αλήθεια ότι και σα­ράντα αντί για τέσσερα να ήταν τα επιλεγμένα Ευαγγέλια, δεν θα έφταναν. Διότι μια αλήθεια παρούσα στο ένα, σίγουρα θα έχει θαφτεί στο άλλο. Αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία, χωρίς εκπλήξεις. Είναι όμως αληθινή, τουλάχιστον από ό,τι μπορώ εγώ ο ίδιος να θυμηθώ.


ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΪΛΕΡ


Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ


Από το καινούριο τεύχος του Δέντρου, νο 171-172, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Οκτωβρίου.


Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007) υπήρξε ένας από τους διασημότερους και πολυγραφότερους αμερικανούς συγγραφείς της γενιάς του. Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1997.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Ροζαλί Πριντάν

-

του Γκι ντε Μωπασάν

Υπήρχε πράγματι σ’ αυτήν την υπόθεση κάποιο μυστήριο, που ούτε οι ένορκοι, ούτε ο πρόεδρος, ούτε ο ίδιος ο εισαγγελέας κατάφερναν να ξεδιαλύνουν.

H κόρη των Πριντάν (Ροζαλί), υπηρέτρια στο σπίτι των Βαραμπό και σε ενδιαφέρουσα εν αγνοία των αφεντικών της, έφερε στον κόσμο μια νύχτα, στη σοφίτα της, ένα παιδί που στη συνέχεια σκότωσε και έθαψε στον κήπο.

Επρόκειτο για μια συνηθισμένη ιστορία παιδοκτονίας από υπηρέτρια. Ένα πράγμα όμως παρέμενε ανεξήγητο. Από την έρευνα που είχε διεξαχθεί στο δωμάτιο της υπηρέτριας ανακάλυψαν έναν πλήρη βρεφικό ρουχισμό που είχε ετοιμάσει η ίδια η Ροζαλί, περνώντας τις νύχτες της κόβοντας και ράβοντας επί τρεις ολόκληρους μήνες. Είχε έρθει επίσης να καταθέσει ο παντοπώλης, από τον οποίο είχε αγοράσει με το μισθό της το κερί που χρειαζόταν γι’ αυτή την πολύωρη εργασία. Επιπλέον, είχε αποδειχθεί ότι η μαμή της περιοχής, στην οποία η Ροζαλί είχε μιλήσει για την κατάστασή της, της είχε δώσει όλες τις πληροφορίες και τις πρακτικές συμβουλές, αν τυχόν συνέβαινε το γεγονός σε στιγμή που θα ήταν αδύνατο να της παράσχει βοήθεια. Συν τοις άλλοις, είχε ψάξει στο Πουασί να βρει δουλειά στη Ροζαλί η οποία προεξοφλούσε ότι θα την έδιωχναν, διότι οι Βαραμπό δεν αστειεύονταν σε θέματα ηθικής.

Και οι δύο σύζυγοι βρίσκονταν στην αίθουσα και παρακολουθούσαν τη δίκη, επαρχιώτες μικροεισοδηματίες, εξαγριωμένοι μ’ αυτό το παλιοθήλυκο που είχε μαγαρίσει το σπιτικό τους. Θα χαίρονταν ιδιαιτέρως αν την κρέμαγαν την ίδια κιόλας στιγμή, χωρίς καν να την δικάσουν, και τα μοχθηρά τους λόγια, που ηχούσαν στο στόμα τους σαν κατηγορίες, επιβάρυναν τη θέση της.

Η κατηγορούμενη, μια όμορφη μεγαλόσωμη κοπέλα από την κάτω Νορμανδία, αρκετά μορφωμένη για υπηρέτρια, έκλαιγε αδιάκοπα και δεν απαντούσε σε καμιά ερώτηση.

Είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε διαπράξει αυτό το βάρβαρο έγκλημα σε μια στιγμή απελπισίας και παραφροσύνης, αφού όλα έδειχναν ότι αρχικά επιθυμούσε να κρατήσει το παιδί.

Ο πρόεδρος προσπάθησε για άλλη μια φορά να την κάνει να μιλήσει, να αποσπάσει την ομολογία της, και αφού επέμεινε με πολύ ήρεμο τρόπο τής έδωσε τελικά να καταλάβει πως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που είχαν κληθεί να τη δικάσουν δεν επιθυμούσαν το θάνατό της, ενδεχομένως μάλιστα να την λυπούνταν.

Τότε εκείνη αποφάσισε να λύσει τη σιωπή της.

Ο πρόεδρος τη ρώτησε: «Πείτε μας λοιπόν κατ’ αρχήν ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή αρνιόταν επίμονα να το αποκαλύψει.

Ξαφνικά όμως, κοιτάζοντας τα αφεντικά της που μόλις πριν από λίγο είχαν εκτοξεύσει εναντίον της τόσες κακοήθειες, είπε.

«Είναι ο κύριος Ζοζέφ, ο ανιψιός του κυρίου Βαραμπό».

Οι δύο σύζυγοι πετάχτηκαν όρθιοι και φώναξαν συγχρόνως: «Ψέματα. Λέει ψέματα. Πρόκειται για συκοφαντίες».

Ο πρόεδρος τους ανάγκασε να σωπάσουν και ξανάρχισε: «Συνεχίστε παρακαλώ και πείτε μας πώς συνέβησαν τα πράγματα».

Και τότε εκείνη ξέσπασε ξαφνικά σ’ ένα χείμαρρο λέξεων, ξαλαφρώνοντας τη φτωχή, μοναχική και ραγισμένη καρδιά της, αφήνοντας να ξεχυθεί ο καημός, όλος της ο καημός πια, μπροστά σ’ εκείνους τους αυστηρούς ανθρώπους που θεωρούσε μέχρι τότε εχθρούς και άτεγκτους κριτές.

«Ο κύριος Ζοζέφ Βαραμπό, μάλιστα· τότε που ήρθε πέρυσι με άδεια».

– Τι δουλειά κάνει ο κ. Ζοζέφ Βαραμπό;

– Υπαξιωματικός του πυροβολικού είναι κυρ πρόεδρε. Έμεινε που λέτε στο σπίτι δυο μήνες. Δυο μήνες το καλοκαίρι. Εμένα ούτε που πήγε εκεί το μυαλό μου, όταν ξαφνικά άρχισε να με κοιτάει με νόημα κι ύστερα να μου λέει γλυκόλογα και να με πασπατεύει απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ. Πιάστηκα κορόιδο κυρ πρόεδρε. Όλο μου ’λεγε τι όμορφη που ήμουνα και τι χαριτωμένη… και πόσο μ’ εύρισκε του γούστου του… Του λόγου μου, μ’ άρεσε βέβαια… Τι τα θέλετε; Με κάτι τέτοια ξεμυαλίζεται μια κοπέλα άμα είναι μονάχη, ολομόναχη σαν κι εμένα. Είμαι ολομόναχη στον κόσμο, κυρ πρόεδρε… δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω… να πω τον πόνο μου… μήτε μάνα, μήτε πατέρα, μήτε αδερφό ή αδερφή, ψυχή! Όταν εκείνος άρχισε να μου δίνει σημασία, μου φάνηκε σαν να ξαναβρήκα έναν αδερφό. Ύστερα, ένα βράδυ, μου ζήτησε να κατέβω στην ακροποταμιά για να τα πούμε λέει με την ησυχία μας. Πήγα κι εγώ… Πού να ’ξερα… Πού να ’ξερα τι μου ’μελλε… Με βάσταγε απ’ τη μέση… Εγώ, μα το Θεό, δεν ήθελα… α πα πα… δεν μπόρεσα όμως … μου ’ρχόταν να βάλω τα κλάματα έτσι γλυκιά που ’ταν η βραδιά… είχε ένα ολόγιομο φεγγάρι… δεν μπόρεσα… όχι… σας ορκίζομαι… δεν μπόρεσα… εκείνος έκανε τη δουλειά του… Η ιστορία τράβηξε τρεις βδομάδες, όσον καιρό έμεινε στο σπίτι… Εγώ, ακόμα και στην άκρη του κόσμου θα πήγαινα μαζί του… έφυγε… Δεν ήξερα πως ήμουνα σε ενδιαφέρουσα… Τον άλλο μήνα πια το κατάλαβα…»

Ξέσπασε σε τέτοια αναφιλητά που χρειάστηκε να την αφήσουν λίγο να συνέλθει.

Κατόπιν ο πρόεδρος είπε πάλι, με ύφος ιερέα την ώρα της εξομολόγησης: «Ελάτε λοιπόν, συνεχίστε».

Ξανάρχισε να μιλάει: «Όταν κατάλαβα πως ήμουνα σε ενδιαφέρουσα, μήνυσα της κυρά-Μπουντέν, της μαμής, εδώ είναι, να σας το πει και μόνη της και την ρώτησα τι να κάνω άμα τύχαινε και δεν ήταν αυτή εκεί. Έπειτα, άρχισα να κάθομαι ξύπνια ώς τη μία το πρωί για να φτιάξω τα ρούχα του παιδιού. Κι ύστερα έψαξα για δουλειά, γιατί το ’ξερα καλά πως θα με διώχνανε. Ήθελα όμως να μείνω ώς την τελευταία στιγμή για να μαζέψω τίποτα λεφτά, μια που δεν έχω δεκάρα και θα τα χρειαζόμουνα για το μωρό…

– Άρα δεν θέλατε να το σκοτώσετε.

– Εγώ, να το σκοτώσω; Όχι κυρ πρόεδρε…

– Τότε λοιπόν γιατί το σκοτώσατε;

– Να πώς έγινε. Έφτασε πολύ πιο νωρίς απ’ ότι το περίμενα. Με πιάσανε οι πόνοι στην κουζίνα, εκεί που τέλειωνα τα πιάτα.

«Ο κύριος και η κυρία Βαραμπό είχαν ήδη πάει για ύπνο. Πιάνομαι κι εγώ απ’ την κουπαστή κι αρχίζω να ανεβαίνω τη σκάλα με χίλιους κόπους. Ξαπλώνω χάμω στα πλακάκια μη λερώσω το κρεβάτι μου. Κράτησε μπορεί μια ώρα, μπορεί δυο, μπορεί και τρεις, ούτε ξέρω τόσο που πόναγα. Ύστερα το ’σπρωξα μ’ όλη μου τη δύναμη, το ’νιωσα να βγαίνει και το μάζεψα από κάτω.

Τι χαρά ήταν αυτή, Θεέ μου! Ό,τι μου είχε πει η κυρά-Μπουντέν, όλα τα ’κανα, όλα! Ύστερα πήρα το γιόκα μου και τον ακούμπησα πάνω στο κρεβάτι! Και τότε, μου ξανάρχεται ένας πόνος, μα τι πόνος, να πεθάνω! – Ήθελα να ’ξερα, άμα σας έπιανε κι εσάς τους άντρες τέτοιος πόνος, αν θα κάνατε όσα κάνετε! – Πέφτω που λέτε στα γόνατα, έπειτα ξαπλώνω χάμω και να που με ξαναπιάνουν οι πόνοι, μια ώρα, δυο ώρες, εκεί ολομόναχη… και να που βγαίνει άλλο ένα… άλλο ένα μωρό… δυο ήτανε… μάλιστα… όπως σας τα λέω! Το πήρα όπως και το πρώτο και το ’βαλα κι αυτό στο κρεβάτι, το ένα δίπλα στ’ άλλο. Μα πείτε μου, γίνονται τέτοια πράματα; Δυο παιδιά! Εγώ που βγάζω είκοσι φράγκα το μήνα! Όχι, πείτε μου… γίνεται; Ένα, μάλιστα, άμα στενευτείς… δυο όμως, όχι! Κόντεψε να μου στρίψει. Τι να κάνω η έρμη; Μπορούσα να διαλέξω; Όχι, πείτε μου.

«Τι να κάνω! Μου φάνηκε πως ήρθε το τέλος μου! Έτσι χαμένα όπως τα ‘χα, έβαλα πάνω τους το μαξιλάρι… και τα δυο δεν μπορούσα να τα βαστήξω… και ξαναξάπλωσα από πάνω. Κι απόμεινα εκεί να κυλιέμαι πέρα-δώθε και να κλαίω ίσαμε που είδα απ’ το παράθυρο πως ξημέρωνε. Ήταν σίγουρα πεθαμένα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Τότε λοιπόν τα ’πιασα παραμάσχαλα, κατέβηκα τη σκάλα, βγήκα στο περιβόλι, πήρα την τσάπα του κηπουρού και τα ’χωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα μέσ’ το χώμα, το ένα εδώ, το άλλο πάρα κει, χώρια, να μη μιλάνε για τη μάνα τους, αν μιλάνε τα πεθαμένα μωρά. Μήπως ξέρω κι εγώ;

Μετά στο κρεβάτι μου, άρχισα να μη νιώθω καλά, πήγα να σηκωθώ μα δεν με βαστούσαν τα πόδια μου. Φωνάξανε το γιατρό κι εκείνος τα κατάλαβε όλα. Αυτή είναι η αλήθεια κυρ πρόεδρε. Κάντε ό,τι καταλαβαίνετε, εγώ είμαι έτοιμη».

Οι μισοί ένορκοι φυσάγανε κάθε τόσο τις μύτες τους για να μην βάλουνε τα κλάματα. Κάποιες γυναίκες απ’ το ακροατήριο έκλαιγαν με λυγμούς.

Ο πρόεδρος ρώτησε:

«Σε ποιο σημείο θάψατε το άλλο;»

Εκείνη ρώτησε.

«Εσείς ποιο βρήκατε;

– Μα… εκείνο… εκείνο που ήταν κάτω απ’ τις αγκινάρες.

– Α, μάλιστα! Το άλλο είναι κάτω απ’ τις φραουλιές, πλάι στο πηγάδι».

Και άρχισε να κλαίει τόσο γοερά που τα αναφιλητά της σου σπάραζαν την καρδιά.

Η κατηγορούμενη Ροζαλί Πριντάν αθωώθηκε.

Απόδοση για το «Δ»: ΛΙΛΑ ΚΟΝΟΜΑΡΑ

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Λουτσιάνο Παβαρότι μιλά για τον Παβαρότι

-




Το κείμενο του Λουτσιάνο Παβαρότι που δημοσιεύεται εδώ, προέρχεται από το τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο (Νο.171-172). Θα κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτωβρίου. Η κυρίως ύλη του είναι αφιερωμένη στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη.


Μου αρέσει να τολμώ


Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μου αρέσει να δίνω συναυλίες. Από φωνητική άποψη είναι πολύ δυσκολότερη αυτή η υπόθεση από το οπερικό τραγούδι, αν και κανείς δεν ισχυρίσθηκε ότι η όπερα είναι κάτι εύκολο. Στις συναυλίες δεν έχεις ευκαιρίες ανάπαυλας, άλλους να σε βοηθούν στην πρόοδο της βραδιάς, κάποιον να τραβήξει την προσοχή των ακροατών εάν δεν είσαι στην καλύτερή σου φόρμα, έναν συντελεστή –θέαμα, κοστούμια, χορευτές, άλλους τραγουδιστές– που θα κάνει το κοινό να μην προσέχει τις αδυναμίες σου. Οι συναυλίες είναι η καλύτερη δοκιμή για τον τραγουδιστή […]


Αυτό που μου αρέσει ιδιαίτερα όταν δίνω συναυλίες ή ρεσιτάλ είναι το άμεσο αποτέλεσμα. Μετά από κάθε κομμάτι το κοινό εκδηλώνεται. Στην όπερα το κοινό δεν αποφαίνεται οριστικά παρά μόνο στο τέλος της βραδιάς. Και τότε η κρίση του μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες […] Από μια άποψη η συναυλία είναι μάλλον απλή υπόθεση. Τα πράγματα γίνονται εύκολα εάν υπάρχει πλήρης ορχήστρα ή ένα μόνο πιάνο. Εάν μου επιτρέψουν να έχω τον δικό μου συνοδό διευκολύνομαι με σύντομη προετοιμασία. Χρειάζομαι ένα πιάνο, ένα θέατρο και, φυσικά, κοινό.


Μετά την πρώτη μου συναυλία στο Μισούρι, το 1973, χαλάρωσα αρκετά ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο παράστασης. Η φωνή μου δεν είχε πρόβλημα να ανταπεξέλθει και το κοινό δεν είχε βαρεθεί καθόλου μπροστά σε έναν μόνον καλλιτέχνη. Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη όψη πραγμάτων όσον αφορά τις μονοπρόσωπες συναυλίες. Εάν αυτές έχουν επιτυχία, κερδίζουν τις εντυπώσεις με τρόπο που καμία όπερα δεν μπορεί να συναγωνισθεί. Η εμπειρία είναι πιο έντονα προσωπική για όλους: και για εμένα και για το κοινό. Στον μεγάλο κίνδυνο έχεις μεγάλη ανταμοιβή.


Μετά τη δεύτερη συναυλία μου, στο Ντάλας, εγκαινίασα τη συνήθεια να κρατώ ένα λευκό μαντήλι. […] Κρατώντας το λευκό μαντήλι, στέκομαι σε ένα σημείο. Εάν αρχίσω να κάνω θεαματικές κινήσεις, το μαντήλι αιωρείται παντού και τραβάει την προσοχή σαν προειδοποιητική, μικρή σημαία. Τελικά η συνήθεια αυτή με ακολουθεί και με χαλαρώνει. Είναι η κάλυψη ασφαλείας μου ενώ βρίσκομαι στη σκηνή. […]


Έχω δώσει διάφορες συναυλίες σε πολλές πόλεις της Αμερικής. Μου αρέσει να νιώθει όμορφα αυτός ο κόσμος, που ίσως δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει στους τόπους όπου εμφανίζομαι […] Πιστεύω ότι η συναυλία είναι σκληρή δοκιμασία για τη φωνή και τα νεύρα μου. Είχα κάποτε μια δύσκολη εμπειρία, από την τηλεοπτική μετάδοση μιας συναυλίας μου στη Μετροπόλιταν. Ήταν μια Κυριακή απόγευμα. […] Το θέμα είναι ότι εάν τραγουδάς σε τηλεόραση εθνικής εμβέλειας και η φωνή σου κάπως σε προδώσει σίγουρα θα σε επικρίνουν. Όλοι γύρω μου λένε πόσο θαυμάσιο είναι να κάνεις τηλεοπτική καριέρα, πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπαίνεις στο σπίτι ενός τεράστιου αριθμού ακροατών. Βέβαια ξεχνάνε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, οπότε όλη αυτή η προβολή στο μαζικό κοινό μπορεί να στραφεί εναντίον σου. […]


Ευτυχώς, ο Θεός ήταν καλός μαζί μου εκείνη τη μέρα. Το τηλεοπτικό κοινό αριθμούσε δώδεκα εκατομμύρια. Μου είπαν ότι έκανα κάποιο είδος ρεκόρ – είχα το μεγαλύτερο κοινό για κλασικό τραγουδιστή. Πράγματι, ήταν ρεκόρ. […]


Η συναυλία σε νέα πόλη είναι πάντα μια υπέροχη εμπειρία. Ο κόσμος θέλει να με κάνει να νιώθω άνετα και πρέπει να παραδεχθώ ότι μου αρέσει πολύ να με φροντίζουν. […].


Το κοινό

Το κοινό είναι παντού το ίδιο. Μπορεί να σε γνωρίζει και να έχει άποψη προκαταβολικά, αλλά εσύ αναλαμβάνεις πάντα την ευθύνη να επιβεβαιώσεις τις ωραίες αυτές εντυπώσεις. Εάν είμαι σε καλή φόρμα, κι εκείνο ανταποκρίνεται καλά, εάν όχι, αντιδρά χλιαρά. Ποτέ δεν φταίει το κοινό εάν δεν ενθουσιασθεί. Ο λόγος είναι απλός. Όταν τραγούδησα με τρόπο που να με ικανοποιεί, ο κόσμος χάρηκε και απόλαυσε. Εάν το κοινό διαισθανθεί ότι δεν είμαι στην καλύτερη μέρα–πράγμα που κάποτε μπορεί να συμβεί– το γνωρίζω πριν απ’ αυτό. […]


Τώρα παίζω σε μία ταινία. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, όμως περίμενα το ρόλο που θα με ενδιέφερε. Εντάξει, θα το ομολογήσω. Ήθελα να παίξω έναν ρομαντικό ρόλο, όπως και στην όπερα. Είμαι εκ φύσεως ρομαντικός, και αυτό το προτέρημα μπορώ να το αξιοποιήσω υποκριτικά. Ευτυχώς για μένα, το σινεμά έχει εξελιχθεί πολύ τα τελευταία 20 χρόνια και αποτυπώνει ρομαντικές καταστάσεις, οι οποίες δεν αφορούν μόνον νέους και ωραίους. Η ταινία λέγεται Ναι Τζόρτζιο, ερμηνεύω έναν τραγουδιστή όπερας που εμφανίζεται στην Αμερική και ερωτεύεται μια νεαρή γιατρό. […] Είμαι πολύ συγκινημένος που παίζω σε ταινία του Χόλιγουντ. Έχω πει ότι μου αρέσει να τολμώ. Μέχρι στιγμής οι διακινδυνεύσεις δεν μου δημιούργησαν ιδιαίτερα προβλήματα. Πιστεύω ότι επιτρέπεται να είμαι και λίγο επιπόλαιος.


Όλη αυτή η ιστορία της ειδωλοποίησης, ακόμα και σε έναν εξειδικευμένο τομέα όπως η όπερα, έχει άπειρες θετικές συνέπειες, αλλά και πολλά αρνητικά. Ένα από τα καλά είναι ότι πληρώνεσαι αδρά για τις προσπάθειές σου. Εκτός από την οικονομική ευχέρεια, έχεις ακριβά αυτοκίνητα, επαύλεις και ασφάλεια για τα χρόνια που θα είσαι γέρος. Δεν χρειάζεται να εμφανίζεσαι τόσο συχνά και να κουράζεις τη φωνή σου, έχεις τη δυνατότητα να απορρίπτεις προσφορές που θεωρείς κακές είτε για τη φωνή είτε για το ρόλο. Στον διάσημο προσφέρονται πολλά, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες κάτι να είναι πραγματικά ενδιαφέρον. Μου αρέσει πολύ η επαφή με το κοινό, δεν με κουράζει καθόλου να βλέπω νέα πρόσωπα.


Από την άλλη, τα αρνητικά της υπόθεσης αυτής είναι η μακρόχρονη απουσία από το σπίτι και τα συνεχή αεροπορικά ταξίδια. Έχω πει επανειλημμένως πόσο μου λείπει η οικογένειά μου όταν είμαι μακριά της, και επί πλέον το γεγονός ότι δεν έχω καταφέρει να συνηθίσω το αεροπλάνο. Κάθε φορά που προσγειώνομαι υποφέρω. Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της διασημότητας είναι η τάση του κόσμου να κρίνει πολύ αυστηρά το λάθος σου […]


Οι νέοι


Η στήριξη νέων τραγουδιστών δεν είναι πάντοτε και τόσο ευχάριστη εμπειρία, όπως φαίνεται από μια πρώτη ματιά. Σ’ αυτές τις περιπτώ­σεις ο κόσμος ξεχνάει ότι για να υπάρξουν νικητές πρέπει να υπάρξουν και ηττημένοι. Είναι πολύ δυσάρεστο να πεις σε κάποιον που έχει μελετήσει τραγούδι χρόνια ότι θα πρέπει να ψάξει για άλλη δουλειά. Ορισμένοι συνάδελφοί μου δεν έχουν αρκετά γερό στομάχι για κάτι τέτοιο. […]


Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για τον νέο τραγουδιστή είναι να βρει την ευκαιρία να εργασθεί με ένα ταλέντο υψηλών προδιαγραφών. Με όλο τον σεβασμό προς τους δασκάλους μου: δεν υπάρχει καλύτερο μάθημα από τη συνεργασία σου, μπροστά σε κοινό, με ταλαντούχους καλλιτέχνες. […]


Θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια για κάτι που αγαπάω πολύ: τη ζωγραφική. Ζωγραφίζω όποτε βρω χρόνο, ακόμα και στα ταξίδια μου. Όλα ξεκίνησαν σαν αστείο, αλλά από ένα σημείο και μετά η ιστορία αυτή έγινε συναρπαστική για μένα.


Ξεκίνησα τότε που τραγουδούσα την Τόσκα, στο Σαν Φρανσίσκο. Μια και ο (ήρωάς της) Καβαραντόσι είναι ζωγράφος, ένας θαυμαστής έστειλε ένα κουτί με ακρυλικά χρώματα. Έτσι σκέφτηκα: γιατί να μην ζωγραφίζω επί σκηνής; Άρχισα, λοιπόν, και από τότε δεν μπορώ να σταματήσω. Την πρώτη χρονιά ζωγράφισα 30 πίνακες, όχι πάντοτε επί σκηνής […] έχω δουλέψει τόσες φορές στη ζωή μου με τα δημιουργήματα άλλων που είναι πολύ ευχάριστο να δοκιμασθώ σε κάτι δικό μου […]


Η ζωγραφική


Πολλοί γελάνε με τη ζωγραφική μου –οικογένεια, φίλοι– αλλά αυτό δεν με ενοχλεί. Εργάζομαι παντού, στο σπίτι, στα ταξίδια, στα δωμάτια των ξενοδοχείων. Αυτό με κάνει να ξεχνιέμαι. Όταν τελειώνω έναν πίνακα που μου αρέσει αισθάνομαι ευτυχής, παρόλο που υποψιάζομαι ότι δεν έχει καλλιτεχνική αξία. Δεν θέλω να παραστήσω τον καλό ζωγράφο, αλλά αισθάνομαι ότι βελτιώνομαι. Εάν μπορούσα να γίνω μεγάλος ζωγράφος θα σταματούσα το τραγούδι: όμως με τη μοναδική προϋπόθεση ότι θα γινόμουν αξεπέραστος, πράγμα που δεν πρόκειται να συμβεί.


Ένα άλλο πράγμα που με ενθουσιάζει είναι ο αθλητισμός, αλλά από όλα τα αθλήματα με τα οποία ασχολήθηκα μου έμεινε μόνο το τένις. Είναι ωραιότατο παιχνίδι που μπορείς εύκολα να οργανώσεις οποτεδήποτε και οπουδήποτε, έστω και εάν δεν γνωρίζεις πολύ κόσμο. Μετά από το παιχνίδι αισθάνομαι καλύτερα. Προτιμώ να παίζω με άτομα που παίζουν πιο καλά από μένα. Βέβαια, αυτή η προτίμησή μου είναι αντίθετη με το γεγονός ότι μισώ την ήττα. Όμως η επιθυμία μου για καλό παιχνίδι είναι πιο δυνατή. […]


Η ιππασία


Ένα άλλο πρόσφατο ενδιαφέρον μου είναι η ιππασία. Έζησα σε μια αγροικία κατά τη διάρκεια του πολέμου, πάντοτε αγαπούσα τα ζώα, αλλά τώρα τα άλογα είναι για μένα κάτι ιδιαίτερο. Εφόσον το νέο μας σπίτι στη Μόντενα έχει γύρω του μεγάλη έκταση, σκέφτηκα ότι θα ήταν ευχάριστη παρουσία τα άλογα ιππασίας. Το 1979, όταν εμφανιζόμουν στο Δουβλίνο, ζήτησα να μου δείξουν δυνατά άλογα για να τα αγοράσω. Έτσι και έγινε. Έστειλα και τις κόρες μου σε μια σχολή ιππασίας στην Ιρλανδία και έμαθαν να ιππεύουν, αν και στην αρχή δυστρόπησαν. […]


Αυτό το καινούργιο σπίτι έξω από τη Μόντενα με κάνει ευτυχισμένο. Είναι πολύ μεγάλο και διαθέτει στάβλους. Έχει ένα σαλέ που είναι κατάλληλο για πάρτι. Στον τρίτο όρο­φο κτίσαμε ένα αυτόνομο διαμέρισμα για την κουνιάδα μου. Οι δύο αδερφές είναι πολύ συνδεδεμένες και πάντοτε έμεναν μαζί. Τώρα χτίζω ένα ωραίο διαμέρισμα για τους γονείς μου, πάνω από τους στάβλους. Θα υπάρξει χώρος επίσης για την αδερφή μου και το γιό της. Θα ζούμε όλοι μαζί εδώ, γιατί θέλω να αποδείξω ότι οι οικογένειες μπορούν να ζήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και σήμε­ρα. […]


Καθώς γερνώ, τρέφω την ελπίδα να ζω τον περισσότερο χρόνο στη Μόντενα και να φροντίζω το χώρο μου. Όταν ήμουν 9 χρονών καλλιεργούσα τη γη, μου φαίνεται λογικό να καταλήξω κάπως έτσι.


Απόδοση για το «Δ»: Φανή Μουρίκη