Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Σοβαρά δήλωσις επί του Ελληνικού





Δεν υπάρχει πιο χρησιμοποιημένο στερεότυπο στη λογοτεχνία από τα παλιά χειρόγραφα που υποτίθεται ότι βρίσκει κάποιος (πεταμένα, ξεχασμένα) κι αργότερα γίνονται η ύλη ενός βιβλίου.

Δεν είναι σπάνια όμως η περίπτωση πράγματι να ανακαλύψεις κάτι, όντως να βρεθεί απέναντί σου το αλλόκοτο εύρημα και να το προβάλεις όπως είναι. Όταν δηλαδή η σύμπτωση είναι πέρα για πέρα αληθινή και ο τρόπος που κάτι εμφανίστηκε μπορεί να μοιάζει επινοημένος, όμως έτσι ακριβώς έχει συμβεί.


Γιατί, ποιος θα διαφωνήσει ότι είναι απίθανο να περπατάς, για παράδειγμα, αμέριμνος το βράδυ, μετά τη βροχή, και να δεις στα πόδια σου ένα πεταμένο έντυπο στεγνό, σε άριστη κατάσταση, που έχει την ηλικία σου. Κάτι που εξακολουθεί, δηλαδή, να είναι α ν α γ ν ώ σ ι μ ο και σ π ά ν ι ο. Δεν θα τολμούσα να το πω άχρηστο, αφού δεν είναι μεν σε χ ρ ή σ η, δίνει όμως, κατά την ετυμολογία του, χ ρ η σ μ ό. Βρισκόταν, λοιπόν, στην προθανάτια κλίνη της ασφάλτου, χωρίς κτήτορα, αγνοημένο. Ήταν εννέα το βράδυ, σ’ έναν δρόμο στο Μοναστηράκι. Είχαν περάσει τα απορριμματοφόρα του Δήμου και το αγνόησαν, το είδαν, νηφάλια ακόμα νεαρά ζευγάρια (πριν καταλήξουν στα εντευκτήρια της περιοχής με την τριτοκοσμική ομίχλη τους), κάποιος παλιατζής, δίπλα, έκλεισε την πόρτα του μαγαζιού του και το άφησε ανενόχλητο στο έδαφος, δυο κύριοι πάρκαραν και δεν το πάτησαν. Πέρασες λοιπόν εσύ, το σήκωσες, χάρισες την προσοχή σου στην αγνοημένη ύλη και εκείνη σου το ανταπέδωσε.


Στα πόδια μου βρισκόταν πεταμένη (διπλωμένη στα τέσσερα) μια Καθημερινή του 1948. 9η Ιανουαρίου, ημέρα Παρασκευή. Αν προσωποποιήσω τη χρονολογία που διαβάζω κάτω απ’ τον τίτλο (έτσι ώστε να την κάνω οικεία και να τη φέρω στα μέτρα μου), τον μήνα εκείνο είμαι ένα έμβρυο δύο μηνών. Το πράγμα δεν είναι βέβαιο ότι έχει γίνει αντιληπτό στους συντελεστές του γεγονότος. Έχω μεν μια φωτογραφία της μητέρας μου όπου διακρίνεται η εγκυμοσύνη, αλλά η εφημερίδα πρέπει να υπολείπεται κάποιους μήνες απ’ την εικόνα εκείνη. Η από έτη επιθυμία να υπάρξει απόγονος φαίνεται να έχει πραγματοποιηθεί εκείνον τον Ιανουάριο και ίσως, αν είναι εν γνώσει τους, το ζεύγος κάνει εορταστικές σκέψεις και τέρπεται από το ενδεχόμενο. Αυτή είναι η εποχή.


H παλιά εφημερίδα (στοιχίζει 300 δραχμές) απ’ την πλευρά της αποκαλύπτει μια διαφορετική εμπειρία. Είναι, βλέπουμε, ένας πολύ κρίσιμος χρόνος για τη χώρα και τη μοίρα της. Μια τραγωδία έχει τελειώσει αλλά διαρκεί ακόμη μια άλλη. Ο Εμφύλιος συνεχίζεται στα βόρεια σύνορα. «Ο αμερικανός στρατηγός κος Λίβσεη εδήλωσεν ότι η ανταρσία θα κατασταλή μέχρι το τέλος της ανοίξεως». Είναι η πρώτη είδηση. Ο στρατηγός ήρθε στην Ελλάδα, ερεύνησε την κατάσταση και θα συστήσει την παροχή περισσοτέρων όπλων, πολυβόλων και πυροβολικού, στον εθνικό στρατό. Συστήνει να αυξηθεί ο στρατός κατά 12.000, διότι ο εχθρός «έχει αναδιοργανωθεί επί περισσοτέρων γραμμών». Οι προβλέψεις του είναι αισιόδοξες. Έχουν καθοριστεί —μαθαίνουμε από τις δηλώσεις του στο «Ρόιτερ»—, και οι περαιτέρω δικαιοδοσίες των συμμαχικών στρατών.Οι Βρετανοί θα έχουν την οργάνωση και την εκπαίδευση. «Η αμερικανική αποστολή θα έχει το λογιστικόν μέρος, τον εφοδιασμόν και τας συμβουλάς».



Οι Βρετανοί από την πλευρά τους ανακοινώνουν ότι σε λίγο θα πάψει να υπάρχει το στρατηγείο τους εν Ελλάδι. Η επιρροή αλλάζει χέρια και ο αμερικανικός παράγων είναι εκείνος που θα διαμορφώσει στο εξής το μέλλον της χώρας. Η «συμμοριακή δράσις» όμως συνεχίζεται. Η Μάχη της Κονίτσης έληξε με πλήρη συντριβή των επιτεθέντων συμμοριτών. «Αι τελευταίαι προσπάθειαι να κρατήσουν τα υψώματα Νικάνορος και Εξοχή απέτυχον. Οι συλληφθέντες εκεί συμμορίται βεβαίωσαν ότι 150 μέτρα από τα αλβανικά σύνορα υπάρχει ρωσικό υγειονομικό συνεργείο»! Στον Όλυμπο, στην Χαλκίδα, στο Βόλο, στην Πάτρα, οι δυνάμεις του στρατού καταδιώκουν τον εχθρό.


Τις μέρες εκείνες υπάρχει, απ’ ό,τι βλέπουμε στο καλά συντηρημένο τετρασέλιδο, μια έντονη φημολογία για τον θάνατο του Στάλιν. Η ελβετική εφημερίδα Μπουντ πληροφορεί τους αναγνώστες της ότι ο Στάλιν πιθανόν πέθανε. Οι φήμες προέκυψαν όταν ένας σουηδός καρκινολόγος ταξίδεψε στη Μόσχα, εκείνος όμως αρνείται να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο. Δηλώνει ότι επισκέφθηκε απλώς ένα κέντρο και είδε τις εφαρμοζόμενες μεθόδους για τον καρκίνο του οισοφάγου.



Στην αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας ο κος Μάρσαλ ζητεί έγκριση του σχεδίου του «ίνα μη υποταγή η Ευρώπη εις τα αστυνομικά κράτη». Η αντίδραση των ρεπουμπλικανών φαίνεται ότι κάμπτεται Ο νέος κόσμος πρέπει να βοηθήσει τον παλαιόν. Πρέπει, λέει ο Μάρσαλ, «να αντιμετωπιστεί η οικονομική καχεξία της Ευρώπης. Η πείνα, η ένδεια, η απόγνωση. Οι λαοί αυτοί δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνο με τους δικούς τους πόρους». Κέρδισε η επιμονή του. Όσοι υπήρχαμε τη δεκαετία του ’50 θυμόμαστε το «Σχέδιο Μάρσαλ», κυρίως από τον αντίκτυπό του. Ραδιόφωνα, συζητήσεις, δημόσια έργα. Ακόμα και εκπαιδευτικές ταινίες πρόλαβα να παρακολουθήσω σε υπαίθριες προβολές. Είδα κινούμενα σχέδια ένα βράδυ που περιέγραφαν τον πόλεμο… μεταξύ ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων! Πότε άραγε να ήταν; Η οθόνη είχε αναρτηθεί στην πλατεία, στο παλιό λιμάνι της Τήνου. Καθόμουν στο έδαφος και παρακολουθούσα το πιο πληκτικό θέαμα. Δεν καταλάβαινα το σκοπό της αλληλοεξόντωσης τους και βαριόμουν θανάσιμα, όπως αργότερα βαριόμουν το σινεμά του Γκοντάρ, το νεοελληνικό θέατρο και τα μυθιστορήματα της Ναταλί Σαρότ. Αυτό, λοιπόν, που θυμάμαι ως πραγματοποιημένη πολιτική, ως αιμοδοσία μιας πάμπτωχης χώρας, το βλέπω στην παλιά εφημερίδα, σχέδιο για μελλοντική έγκριση.


Σελίδα 2. Στις 7 το απόγευμα το ατμόπλοιον «Σοφία Τόγια» αναχωρεί δια Σύρον, Τήνον κλπ. Μπορεί κανείς να πληροφορηθεί και την κίνηση των ελληνικών εμπορικών σκαφών (το «Μεγαλόχαρη» έφτασε από τη Ρουέν στην Βαλτιμόρη την 6η του μηνός). Στην ίδια σελίδα. Το υπουργείο Προνοίας μοίρασε ρούχα για τους συμμοριόπληκτους της Ηπείρου. Και λίγο πιο κάτω, στις «Μικρές Αγγελίες», η έλλειψη διατρέχει το χρόνο. Στην οδό Τζορτζ 11, στην Κάνιγγος, ζητούν επειγόντως στρεπτομυκίνη. Τηλέφωνο 22663.


Ιδού και ο θάνατος του φημισμένου τενόρου Ρίτσαρντ Τάουμπερ, που πέθανε στο Λονδίνο. Παρά το πλευρόν του ευρίσκετο η σύζυγός του, ηθοποιός Ντίνα Ναπίρ. Ήταν 55 χρόνων μόνο. Υπάρχει κάπου στα ράφια μου ένας δίσκος της Ε Μ Ι με τραγούδια του. Έχω να τον ακούσω χρόνια, αλλά θυμάμαι το πρόσωπό του στο εξώφυλλο και ένα δυο ερμηνείες από τη Χώρα του μειδιάματος του Λέχαρ. Είχε γεννηθεί, γράφει η σύντομη είδηση της εφημερίδας, στο Λίντς της Αυστρίας και πρωτοεμφανίστηκε το 1912, ως Ταμίνο στον Μαγικό Αυλό.


Το εύρημα του περιπάτου μου στο Μοναστηράκι έγινε αφορμή να μάθω επιπλέον την κίνηση του πληθυσμού της 1ης.Ιανουαρίου του 1948. Όλες οι εφημερίδες δημοσίευαν, ακόμα και πολύ αργότερα, τέτοια στοιχεία. 107 γεννήσεις, λοιπόν, 54 γάμοι, 29 θάνατοι. Στο σταυρόλεξο της ημέρας, το πρώτο οριζοντίως ζητούμενο είναι «η πατρίς του μεγαλύτερου γεωγράφου της αρχαιότητος». Το πρώτο καθέτως είναι «Πόλις της Γαλλίας, γνωστή δια τα αρχαία μνημεία της».


Στην πρώτη σελίδα υπάρχει μια στήλη με τίτλο «Ο έξω κόσμος». Ειδήσεις που αφορούν τον ελάσσονα βίο των ανθρώπων. Διαβάζω ότι οι ελέφαντες φροντίζουν για την ταφή των νεκρών τους. Ο ταγματάρχης κος Κιούμινγκ, που υπηρετούσε στον Άνω Νείλο, το είδε με τα μάτια του. «Φονεύσας έναν ελέφαντα επέστρεψε την επομένην εις το ίδιο σημείον δια να τον μεταφέρη. Το ζώο δεν ανευρέθη πουθενά, αλλά μετ’ ολίγας ημέρας οι ιθαγενείς το ανεκάλυψαν θαμμένον εις βάθος μισού μέτρου υπό την γην. Πέριξ του τάφου του ευρέθησαν αποτυπώματα χαυλιοδόντων».


Βλέπω ακόμη ότι μια Ιταλίδα, η Μαρία Τέσα, έπεσε θύμα κλοπής δύο φορές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο Τορίνο, ενώ «περιεργάζετο με ακόρεστον περιέργειαν τας προθήκας των καταστημάτων», λέει η είδηση. Αφού έχασε και τις τελευταίες αποταμιεύσεις της, δηλαδή 60.000 λιρέτες, χωρίς να καταγγείλει τίποτε στην αστυνομία, ρίχτηκε στον ποταμό Ντόρα και επνίγη.


Μερικά εκτεταμένα αφηγηματικά ποιήματα του Ρίτσου (γράφτηκαν γύρω στο ’57 και μοιάζουν πολύ με την Τέταρτη Διάσταση), μου αρέσουν ιδιαίτερα «Ο τελευταίος παραθεριστής» για παράδειγμα. Ένα απόσπασμά του, μάλιστα, βρίσκω ότι μπορεί να είναι επίλογος των όσων προηγήθηκαν, επειδή αφορά το παρελθόν και το χαμένο. «…Γιατί ό,τι μένει πίσω μας, αυτό που αφήνουμε και μας αφήνει, το νιώθουμε για λίγο να προχωρεί μονάχο του πίσω απ’ την πλάτη μας, σ’ αντίθετη κατεύθυνση, και νιώθουμε να προχωρούμε μόνοι μας, αντίθετα απ’ αυτό που ήταν δικό μας. Ώσπου το ακούμε κάποτε και πάλι […] να επιστρέφει, να προχωρεί στο βάθος μπροστά μας και κει να μένει, μ’ ένα χαμόγελο βαθειάς κατανόησης. Το βλέπουμε να περιμένει εκεί, με το χαμόγελό του, για να γίνει ολόκληρο δικό μας».



Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Blogs και βιβλιοφιλία

-

Από την καθημερινή μας συγκυρία (που πάντα τη βρίσκουμε πενιχρή) επιλέγουμε, μέσω της λογοτεχνίας, τη δοσοληψία με μια λαμπερότερη συνθήκη. Όπως κάποια άγνωστα κίνητρα μας κάνουν να πάρουμε το αυτοκίνητο και να «εξαγνιστούμε» οδηγώντας μερικές δεκάδες χιλιόμετρα, κάποιες άλλες αιτίες (ένας συμπυκνωμένος νόστος για τη μ ε τ α φ ο ρ ά και το π λ α σ μ α τ ι κ ό), μας οδηγούν, μέσω του έργου, σε έναν επινοημένο τόπο, περιοχή, εν τέλει, νέου νοήματος.


Ας μην αμπελοφιλοσοφήσω, σαν να απαντούσα στο ερώτημα «Γιατί διαβάζουμε». Ας αρχίσω με την πρόθεσή μου να πω ότι η σχέση μας με το κείμενο, με την ανάγνωση της λογοτεχνίας ειδικότερα, είναι συνθήκη διαφορετική από εκείνη που μας κάνει να χρειαζόμαστε το επίκαιρο, διαφορετική απ’ την παρορμητική διάθεση να γνωρίσουμε κάτι που έχει σημασία επειδή παράγεται τ ώ ρ α και φωτίζει ένα δημιουργικό παρόν. Έτσι, μπορώ να ισχυριστώ ότι θα μου έκανε θετική εντύπωση αν έβλεπα να κρίνονται βιβλία που έχουν γραφτεί ή έχουν εκδοθεί πολλά χρόνια πριν, αν στους πάγκους των βιβλιοπωλείων στη θέση της σύγχρονης παραγωγής συναντούσα (ως αλληγορία της δ ι α ρ κ ο ύ ς νεότητας του έργου) βιβλία του Ουίτμαν, του Γκόρκι, του Τουργκένιεφ. Μ’ αυτή την έννοια μπορώ να προσθέσω, ότι πραγματικό βιβλιοπωλείο, χώρος δηλαδή ο οποίος εμπορεύεται το θαύμα ενός υλικού που παλιώνει αλλά δεν γερνά (γι’αυτό άλλωστε μας ενδιαφέρει) είναι το παλαιοβιβλιοπωλείο.



Θυμάμαι πάντα (ορισμένες αναγνώσεις διαθέτουν ανεξήγητη αντοχή) τον Χέρμαν Έσε, όταν περιγράφει την πρώτη βραδιά του ταξιδιού του σε μια γερμανική πόλη. Αφού εγκαθίσταται στο ξενοδοχείο του, βγαίνει στους δρόμους για να επισκεφθεί ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Θέλει να βρει και να αγοράσει κάτι για να διαβάσει το βράδυ. Τώρα που το ξανασκέπτομαι, δεν είμαι σε θέση να βεβαιώσω αν η αφοριστική ιδέα που θα παραθέσω βρίσκεται, όπως ετοιμάζομαι να πω, στο Ταξίδι στη Νυρεμβέργη ή αν προέρχεται από κάποιον άλλο συγγραφέα (η φιλοπαίγμων ασάφεια της μνήμης!), από τον Καζανόβα του Τσβάιχ. Νομίζω, εν πάση περιπτώσει, ότι η φράση βρίσκεται στις σελίδες του πρώτου. Άλλωστε, τη θυμάμαι κατά προσέγγιση: «Να κλείνεσαι στο δωμάτιό σου και να ανοίγεις τον Πλούταρχο, περιφρονώντας τα πλήθη». Απ’ όπου κι αν την ανακαλώ (ευτυχώς, το μέσον όπου γράφω δείχνει απέραντη κατανόηση στο λάθος και στην ανακρίβεια), η συγκεκριμένη αποστροφή αποδίδει δύο από τα στοιχεία που θέλω να θίξω σ’ αυτό το σύντομο κείμενο. Τη σχέση της λογοτεχνίας μ’ έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο και, δεύτερον, τη λειτουργία της σαν μέσον άρνησης του επίκαιρου.

Διαβάζω βιβλιοπαρουσιάσεις που εμφανίζονται σε blogs (υπάρχει μια ολόκληρη σειρά βιβλιοφιλικών, ας πούμε, blogs) που προσπαθούν, συχνά με επάρκεια, να παρακολουθήσουν την επικαιρότητα της εκδοτικής κινήσεως. Πρόκειται όμως για δραστηριότητα που ακόμα κι αν επιδιώκει να μιλήσει για σημαντικά βιβλία, μένει αφοσιωμένη σε ένα πνεύμα που την κάνει ενασχόληση ελάχιστα ανήσυχη και κινητική απέναντι στον χρόνο της λογοτεχνίας. Την καθηλώνει σαν μαρτυρία του τ ρ έ χ ο ν τ ο ς. Πίσω από τα blogs αυτά μπορεί να μου γνέφει μια γνήσια αφοσίωση στην ανάγνωση, όμως η διάθεσή τους μένει επίμονα στραμμένη σε κάτι που μοιάζει με ατζέντα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση (ακόμα κι αν τη δω ως πάθος ενημέρωσης) κινδυνεύει να ταυτίσει (στη συνείδηση του ανώριμου αναγνώστη) την ιδέα του πνευματικού με την παραγωγικότητα των ημερών του, με ένα παιχνίδι εποπτείας της αγοράς. Δεν ξέρω, αλλά από μια ηλικία και πέρα με συνόδεψε η εμμονή για αξιοκρατικές π ρ ο τ ε ρ α ι ό τ η τ ε ς. Κι αυτό, όταν κατάλαβα πως είχα δαπανήσει πολύτιμο χρόνο (vita brevis) σε μιαν αναγνωστική γυμναστική, καθώς (όπως όλοι) στρεφόμουν σε έργα συγκαιρινής μου παραγωγής, χωρίς να έχω διατρέξει αναγκαίους τόπους, τα «βιβλία» όπως λέει ο Χάζλιτ «που επέζησαν του συγγραφέα τους μετά από δύο ή τρεις γενιές». Μ’ αυτό το πνεύμα, περιηγούμενος σήμερα τα περί την λογοτεχνία blogs (ημεδαπά και ξένα) ενδιαφέρομαι περισσότερο (και θεωρώ ουσιωδέστερο) να συναντώ εκείνη τη γραμματεία (εγχώρια ή μεταφρασμένη) που μας οικειώνει με το βάθος της λογοτεχνικής ιστορίας, φέρνει μπροστά μας και ξετυλίγει έναν μεγάλο και υποβλητικό Κανόνα γραμμάτων. Πολλοί από τους αναγνώστες (κι εγώ μεταξύ τους) νιώθουν τη συγκεκριμένη σχέση ως ένα υψηλό βαθμό συνείδησης και, κυρίως, ως έναν ιδιότυπο συγχρωτισμό με το «ιερό», αφού αυτή η θαυμαστή παράμετρος της τέχνης φωτίζει τη μοίρα δύο διαφορετικών και άνισων δεδομένων : της βραχύβιας ανθρώπινης εμπειρίας και της μορφής που πραγματώνει τα όρια της Διάρκειας.

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Ένα μικρό εύρημα

>-


Ανακάλυψα τον περασμένο Ιούλιο, στη βιβλιοθήκη του πατρικού σπιτιού μου, έναν τόμο των παλιών εκδόσεων Αλικιώτης: Αλεξάνδρου Δουμά, Οι τρεις Σωματοφύλακες. Παιδική σειρά που διηύθυνε η Αντιγόνη Μεταξά. Το βιβλίο έχει καλόγουστη και λιτή εικονογράφηση. Γραμμικό μονόχρωμο σχέδιο.


Όποτε επισκέπτομαι την Τήνο, πάντα βρίσκω στην βιβλιοθήκη ένα βιβλίο μου από τα χρόνια του ’60. Όταν εργαζόταν στη Σύρο, ο πατέρας μου είχε κάνει μια σειρά όχι καλαίσθητων, αλλά πάντως επιμελημένων βιβλιοδεσιών. Έτσι, όλα τα βιβλία παραμένουν ομοιόμορφα, σε καλή κατάσταση. Έχω συνδέσει, όπως πολλοί άλλοι της ηλικίας μου, τα παιδικά και εφηβικά αναγνώσματα με περιόδους ιώσεων, γρίπης και κατ’ οίκον αναρρώσεων. Έχω ακούσει χαριτωμένες ιστορίες γύρω απ’ αυτές τις «ασθένειες» και τους τρόπους της παρατάσεώς τους από μερικούς φίλους. Για παράδειγμα, τι σκαρφίζονταν για να ανεβάζουν το θερμόμετρο, να αυξήσουν τις ημέρες που θα έμεναν εκτός της τάξεως. Εν πάση περιπτώσει, θυμάμαι ότι πολλά αναγνώσματα (ήταν αδιανόητη τότε η μαγική εικόνα της τηλοψίας) τα γνώρισα και εγώ πυρέσσων, υπό την φροντίδα του περιβάλλοντός μου. Ίσως με ανάλογες συνθήκες είχα διαβάσει και το συγκεκριμένο, που αποφάσισα φεύγοντας να το πάρω μαζί μου στην Αθήνα, κυρίως γιατί μου άρεσαν τα σχέδιά του αλλά και διότι η εποχή και ο τόπος της αφήγησης (ως χρόνος και περιβάλλον περιπετειών), εξακολουθεί να γοητεύει. Καθώς σκόπευα να αναρτήσω δύο εικόνες απ’ τις σελίδες του, πράγμα που δεν θα κάνω διότι χάλασε το σκάνερ μου, θυμήθηκα ότι στις αρχές του καλοκαιριού μού είχε ζητηθεί, για τον Κατάλογο της «Έκθεσης Βιβλίου», να γράψω κάτι σχετικό με τις πρώτες αναγνώσεις μου. Για την ακρίβεια, ποιο ήταν (ή ποιο θυμάμαι πως ήταν) το πρώτο βιβλίο που διάβασα. Επειδή το blog χρειάζεται υλικό για να αιτιολογεί την ύπαρξή του, κι επειδή βλέπω ότι τα αντικείμενα των αναδρομών οι επισκέπτες τα εκτιμούν, παραθέτω εκείνο το κείμενο.


ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ '50



Ιούλιος Βερν, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος. Δεν ξέρω πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο εκείνο με το σκληρό κόκκινο εξώφυλλο. Ενδεχομένως ήταν ένα δώρο για τα Χριστούγεννα, κάποιου χρόνου στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ανήκε στη θρυλική σειρά των εκδόσεων Αστήρ, που εξέδιδαν διασκευές όλων των έργων του Βερν. Τα βιβλία εκείνα κυκλοφόρησαν σε πολλές χιλιάδες αντίτυπα. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που τα βρίσκει κανείς εύκολα (και ιδιαιτέρως φθηνά) στα σημερινά παλαιοβιβλιοπωλεία.


Καθώς έχει πια χαθεί απ’ τη βιβλιοθήκη μου, και έχοντάς το διαβάσει εδώ και πενήντα χρόνια, αμφιβάλλω αν μπορώ να ανακαλέσω τη μυθοπλασία και τους ήρωες, τις σελίδες δηλαδή που νομίζω να ήταν η πρώτη μου ολοκληρωμένη ανάγνωση.


. Μια αμερικανίδα μητέρα με το δεκαπεντάχρονο γιο της (λεγόταν Ντικ Σαντ) μέλη οικογένειας πλοιοκτητών, επιστρέφουν από την Ευρώπη στην Αμερική με το δικό τους (εμπορικό ή φαλαινοθηρικό;) πλοίο. Ο πανούργος μάγειρος του πλοίου, (είναι Πορτογάλος και ονομάζεται Νεγκορό), βάζει κάτω απ’ την πυξίδα ένα μαγνήτη και κατορθώνει μ’ αυτόν τον τρόπο να αλλάξει την πορεία και τη μοίρα του ταξιδιού. Έτσι, αντί να φτάσουν στα ανατολικά παράλια των Ηνωμένων Πολιτειών, βρίσκονται στη δυτική Αφρική. Όλα είναι προσχεδιασμένα. Ο Νεγκορό ανήκει σε μια ομάδα δουλεμπόρων. Το πλήρωμα και οι πλοιοκτήτες συλλαμβάνονται και οδηγούνται μέσα από απρόβλεπτες περιπέτειες στο κέντρο της ηπείρου.


Πέρασε ασύλληπτο υλικό ζωής απ’ τον καιρό εκείνης της ανάγνωσης. Είναι απόλυτα φυσικό ότι δεν θυμάμαι με ακρίβεια την εξέλιξη. Έχει μείνει κυρίως η γενική αίσθηση της ιστορίας και μικρές ανεξίτηλες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, ο σκύλος (ήταν άραγε του πλοίου ή της οικογένειας;) που έπαιξε έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη λύση του τέλους, όταν ξανασυναντά τον Νεγκορό, τον αναγνωρίζει και του επιτίθεται. Συγκρατώ επί πλέον την εικόνα του ζώου στο κατάστρωμα, να «διαβάζει» τα γράμματα της αλφαβήτου τοποθετώντας το πόδι του πάνω στους κύβους του δεκαπεντάχρονου γιού. Χαρακτηριστικό πρόσωπο και καταγράψιμο στη μνήμη ήταν και ο «Εξάδελφος Βενέδικτος», που ταξίδευε μαζί τους, ένας σχολαστικός εντομολόγος με μεγάλη μύτη, στρογγυλά μυωπικά γυαλιά και μιαν απόχη, μονίμως, στον ώμο.


Το βέβαιο είναι πως όταν επιτέλους συντελείται το χάπι εντ, παύει η ένταση και η αγωνία. Ησυχάζει από την έγνοια ο μικρός αναγνώστης, αλλά χάνει την ανεπανάληπτη σχέση του με το κείμενο και το μύθο, που ποτέ πια δεν θα ξαναδιαβαστεί με την ίδια κατάνυξη. Ίσως αυτό ήταν το πρώτο στοιχειώδες, αναγνωστικό δίδαγμα ενός παρθένου βλέμματος απέναντι στη μυθοπλασία,. Ότι η Κ ά θ α ρ σ η έχει τόσο ενδιαφέρον όσο και η μ έ θ ε ξ η της ανάγνωσης. Ότι η ικανοποίηση από τη θετική έκβαση έχει το ίδιο βάρος με τη συγκίνηση της συμμετοχής.


Τώρα, λιγότερο «αθώος» αναγνώστης, που ξανασκέπτομαι την περίπτωση του Βερν, καταλαβαίνω γιατί μέχρι σήμερα δεν κουραζόμαστε να παρακολουθούμε τις ιστορίες του. Δεν είναι μόνο η προφητική έκλαμψη ενός παραμυθά της ρεαλιστικής φαντασίας ούτε το τολμηρό σε συλλήψεις μυαλό του. Δεν είναι ο εξωτισμός της περιπλάνησης, η Ασία, η Αφρική, το κέντρο της γης και ο ουρανός. Στα βιβλία του πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι (περισσότερο από τον Ναυτίλο ο Βέρν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τον πλοίαρχο Νέμο), χαρακτήρες εφευρετικοί, ιδιαίτεροι, ευγενείς.


«Δεν έχουν όμως το βάθος των ηρώων του κλασικού μυθιστορήματος!», μας ψιθυρίζει ο διανοούμενος μέσα μας. «Καμιά σημασία. Μπορούν να ξετυλίγουν μπροστά μας περιοχές ανυπόκριτης γοητείας, έναν κόσμο χωρίς σύνορα, όπου λάμπει η αγαθή τους προαίρεση, ο ανθρωπισμός και η αθωότητα» απαντά ο πιστός στη χαρά της αφήγησης. Αυτό το στοιχείο, σ’ όλες τις εποχές είναι σημαντικό υλικό για τους ονειροπόλους και τους αναγνώστες.


Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Ο άνθρωπος που επέκρινε τη Γουόλ Στριτ του 14ου αιώνα

-

Επειδή οι ημέρες είναι εορταστικές νομίζω ότι μπορώ να παρουσιάσω προώρως ένα κείμενο που πρόκειται να δημοσιευτεί και θα διαβάσουμε στο προσεχές τεύχος του Δέντρου (Νο 167-168). Είναι μια χαριτωμένη σάτιρα για την εποχή, τα πρόσωπα και τα ήθη, γραμμένη από τον ηθοποιό Ρομπέρτο Μπενίνι. Η απόδοση έχει γίνει από την Φανή Μουρίκη .



Όταν μου μιλάνε για τον Δάντη, η ψυχή μου και το σώμα μου ανταποκρίνονται. Πρόκειται για έναν αιώνιο ποιητή, τον οποίο πάντοτε θεωρούσα φίλο. Θέλω να του εκδηλώσω το σεβασμό μου: τα όσα λέω δεν έχουν επιστημονικό χαρακτήρα, αλλά προσωπικό.


Ποιος ήταν αυτός ο Δάντης Αλιγκέρι; Στο παρελθόν έχω κάνει διάφορες διαλέξεις σε Πανεπιστήμια μιλώντας για αυτόν, μια φορά ακόμα και στην Αμερική, τότε που με είχαν κρατήσει αιχμάλωτο εκεί ατελείωτους μήνες κάνοντάς με να γυρνάω σαν σβούρα πριν από το Όσκαρ. Με είχαν καλέσει στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες να μιλήσω για τον Δάντη και μάλιστα στα αγγλικά. Φυσικά ήμουν ήσυχος διότι κανένας δεν θα με καταλάβαινε: έλεγα ό,τι μου κατέβαινε.


Γνωρίζουμε πραγματικά πολύ λίγα πράγματα για τον Δάντη. Δεν γνωρίζουμε ούτε την υπογραφή του, ούτε τι νούμερο παπούτσια φορούσε, ούτε τι νούμερο ρούχα… Εν πάση περιπτώσει δεν θα έπρεπε να τον φανταζόμαστε όπως τον έχουν παρουσιάσει στα αγάλματα και τους πίνακες, σοβαρό, με μακρύ μανδύα και κουκούλα στο κεφάλι: ήταν ένας νεαρός 35 ετών όταν έγραφε τη Θεία Κωμωδία, πολύ νέος, και φορούσε χαρούμενα χρωματιστά παντελόνια. Διότι κατά τον Μεσαίωνα, αντίθετα από το ότι τον περιγράφουν σαν σκοτεινή και τρομερή περίοδο, άρεσαν πολύ τα χρώματα. Στην πραγματικότητα ήταν μια θεαματική εποχή: Η Φλωρεντία ήταν η Γουόλ Στριτ του 13ου αιώνα και το φιορίνι ένα πολύ δυνατό νόμισμα. Όλοι ήθελαν να πάνε στην Ιταλία και ειδικά στην Φλωρεντία.



Η Φλωρεντία


Οι Φλωρεντινοί ήταν τσιγκούνηδες. Είχαν επινοήσει τις τράπεζες …. Δάνειζαν με 60-70% τόκο και καθότι η Εκκλησία καταδίκαζε την τοκογλυφία, οι τραπεζίτες έλεγαν: « Ναι, εμείς κάναμε την εταιρεία όμως η εταιρεία δεν έχει ψυχή … αν θέλετε να στείλετε στην Κόλαση την εταιρεία είναι ένα θέμα, εμείς δεν φέρουμε όμως καμία ευθύνη.» Και η Εκκλησία απαντούσε: « Ίσως και να έχουν δίκιο …».


Πάντως έβαζαν τόσο υψηλούς τόκους στα δάνεια ώστε τη στιγμή του θανάτου τους ζητούσαν συγνώμη για την τοκογλυφία. Σήμερα, δεν έχει αλλάξει τίποτα, μόνο ότι οι τραπεζίτες δεν ζητούν πλέον συγχώρεση τη στιγμή του θανάτου τους.


Μολονότι ήταν πολύ εξαρτημένοι από τα χρήματα οι Φλωρεντινοί αγαπούσαν πολύ τους φτωχούς. Δεν έκαναν αγαθοεργίες, όπως γίνεται τώρα, αλλά έδιναν ελεημοσύνη, λέξη που είχε επινοήσει ο Χριστός. Και η ελεημοσύνη στη Φλωρεντία ήταν πραγματική, μαζεύονταν εκεί όλοι οι φτωχοί της Ιταλίας, διότι ο κόσμος τους περιποιόταν και τους καλούσε ακόμα και στα σπίτια του. Γι’ αυτό το σκοπό δημιουργήθηκαν οι αδελφότητες, μερικές από τις οποίες υπάρχουν ακόμα και σήμερα.


Η ζωή στη Φλωρεντία ήταν πολύ όμορφη. Όλα ήταν γεμάτα χρώματα, οι ιππότες φορούσαν φανταχτερά ρούχα και τους προστάτευαν σωματοφύλακες οι οποίοι έδιωχναν όσους τους πλησίαζαν φτύνοντάς τους. Οργάνωναν λιτανείες με χορογραφία και σκηνοθεσία που θα ζήλευε ακόμα και ο Φεντερίκο Φελίνι. Οι κηδείες διαρκούσαν επτά-οκτώ ώρες: όσο πιο σημαίνων ο νεκρός τόσο μακρύτερη η τελετή. Κάθε μέρα γίνονταν γάμοι. Παντού υπήρχαν ντελάληδες, χωριάτες που έμπαιναν στην πόλη με τα βόδια τους για να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Στους δρόμους, στις πλατείες, στις αγορές, επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση, ένας συνεχής κρωγμός. Οι ιεροκήρυκες γυρνούσαν στους δρόμους προειδοποιώντας: «Έρχεται η συντέλεια του κόσμου …».


Περί του σεξ


Επίσης το σεξ ήταν αχαλίνωτο. Οι πάμπολλοι οίκοι ανοχής ήταν αποδεκτοί αρκεί να μην ήταν κοντά σε εκκλησίες, και στις πόρνες απαγορευόταν να πηγαίνουν με ασθενείς για να μην εξαπλωθούν επιδημίες.


Αντίθετα στους προαγωγούς έκοβαν τα χέρια και τους ευνούχιζαν. Κάποτε είχαν φωνάξει κάποιον Πατέρα Τζιορντάνο από την Πίζα, έναν άγιο άνθρωπο, ο οποίος αφηγήθηκε ότι είχε ακούσει μια κοπέλα να προσεύχεται στην εκκλησία με αυτά τα λόγια: « Παναγίτσα μου, εσύ που έμεινες έγκυος χωρίς να κάνεις έρωτα, κάνε με να κάνω έρωτα χωρίς να μείνω έγκυος!». Ανήσυχος ο καλόγερος αποφάσισε να δώσει κάποιες λύσεις. Λεγόταν ότι η Φλωρεντία ήταν η πόλη με τις 11.0000 παρθένες, και εφόσον τα ήθη ήταν αρκετά χαλαρά, ο πατήρ Τζιορντάνο άρχισε να τις εξομολογεί. Μέσα σε ενάμισι μήνα τις είχε εξομολογήσει όλες. Φτάνοντας στην τελευταία είπε: «Δεν υπάρχει πλέον καμία. Πάνω από τα δεκαεφτά ξεχάστε τες … Και όχι μόνον δεν υπάρχει πλέον καμία παρθένα αλλά αμαρτάνουν και παρά φύσιν!»

Η ομοφυλοφιλία ήταν πολύ διαδεδομένη, τόσο που στους ομοφυλοφιλικούς κύκλους χρησιμοποιούσαν τη λέξη «φλωρεντινός». […].


Περί μνήμης


Πριν από λίγο καιρό ο καθηγητής Ουμπέρτο Έκο συμβούλευσε τους φοιτητές να αποστηθίζουν ποιήματα. Με αυτόν τον τρόπο εκτός από τη λέξη αισθάνεσαι και τον ήχο, που είναι σαν μια υπέροχη μουσική. Η μαμά μου έλεγε πάντοτε: «Αποστήθισε: Βλέπεις τον Δάντη; Ήταν φοβερός. Πρέπει να γίνεις σαν κι εκείνον που τα ήξερε όλα απέξω, γνώριζε τα πάντα!»



Μου διηγόταν το περίφημο ανέκδοτο της πέτρας: Ο Δάντης κάθεται σε μια πέτρα μπροστά στο Ντουόμο της Φλωρεντίας. Έρχεται ένας κύριος και του λέει: « Ποιος είναι ο καλύτερος μεζές;» Και ο Δάντης απαντά: «Το αυγό!». Ο άλλος φεύγει. Ένα χρόνο αργότερα ο ίδιος κύριος επιστρέφει στο ίδιο μέρος. Ο Δάντης κάθεται πάνω στην ίδια πέτρα και ο κύριος τον ρωτάει απότομα: « Με τι;» Και ο Δάντης: « Με αλάτι!».


Αυτό το ανέκδοτο μου το επαναλάμβανε συνεχώς η μητέρα μου, για να με κάνει να καταλάβω ότι ο Δάντης είχε ατσάλινη μνήμη και ότι και εγώ είχα την ίδια ατσάλινη μνήμη με τον Δάντη. Και όμως ο πατέρας μου ήθελε να βελτιώσω τη μνήμη μου και με πέταγε στη σκηνή μαζί με τους στιχοπλόκους για να με κάνει να συναγωνιστώ μαζί τους στον αυτοσχεδιασμό ομοιοκαταληξίας.


Η αφήγηση


Ο Δάντης Αλιγκέρι μάς άφησε την κορυφαία λογοτεχνία. Εγώ είμαι άνθρωπος του θεάματος, και ως εκ τούτου προέρχομαι από την αφήγηση, διότι για να σταθώ στη σκηνή πρέπει να είμαι ικανός να αφηγηθώ. Άρα είμαι και άνθρωπος των γραμμάτων, και αρκετά απαιτητικός, με την έννοια ότι όταν διαβάζω θέλω να χαίρομαι αυτό που διαβάζω. Γι’ αυτό όταν λέω ότι η Θεία Κωμωδία είναι η κορυφή των λογοτεχνικών έργων, το λέω διότι είναι πολύ ευχάριστο να τη διαβάζεις, και ποιος ξέρει τι το εξαιρετικό έχουμε κάνει για να δικαιούμαστε ένα τόσο ωραίο δώρο. Είναι σαν ο Θεός να είχε πει:


«Κοίτα, είναι καλοί και θέλω να τους ανταμείψω. Θα τους δώσω κάποιον που θα γράψει τη Θεία Κωμωδία!»


Είναι ένα ποίημα που μιλάει όχι μόνο για τα πάθη αλλά και για τις σαύρες, την ομίχλη, το πώς κοιτάει κάποιος με νωχελικό μάτι, πώς ξύνουμε το κεφάλι μας, τι σκεφτόμαστε όταν είμαστε ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο κρεβάτι. Ο Δάντης τα έχει πει όλα, ούτε ο Σέξπιρ δεν έφτασε στο επίπεδό του: Ο Σέξπιρ αγκάλιασε όλους τους ανθρώπους, αλλά δεν άγγιξε τα Θεία. Ο Δάντης δεν έγραψε τη Θεία Κωμωδία μόνο διότι υπάρχει ο Θεός, αλλά για να υπάρχει ο Θεός.


Η Κωμωδία εκτυλίσσεται τον 14ο αιώνα. Από τότε έχουν περάσει 700 χρόνια, αλλά δεν είναι τίποτα … 700 χρόνια ισοδυναμούν με δέκα άτομα 70 ετών. Κάποιος πεθαίνει στα 70 και αμέσως μετά γεννιέται ένας άλλος: βάλτε δέκα άτομα αυτής της ηλικίας το ένα πίσω από το άλλο και θα φτάσετε στον Δάντη. Μόνο δέκα άτομα!


Το αριστούργημα του Δάντη είναι ένα από τα πιο κρυστάλλινα αφηγήματα, τα πιο απλά που γράφτηκαν ποτέ. Πρέπει να το πλησιάσει κανείς με παιδική αθωότητα, και μόνο στη συνέχεια να προσπαθήσει να κατανοήσει τις αλληγορίες και τις μεταφορές, μετά τη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ανάγνωση. Αρχικά δεν πρέπει να στερηθούμε την ευχαρίστηση να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο, να χαρούμε μια αφήγηση όπου υπάρχει το τραγούδι, η μουσική, η αφήγηση και φυσικά, η ποίηση.


Και η ποίηση, όπως γνωρίζουμε, πρέπει να διαβάζεται δυνατά, διότι προέρχεται από την προφορική παράδοση. Λέγεται ότι ο Άγιος Αυγουστίνος εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ όταν επισκέφθηκε τον Άγιο Αμβρόσιο και τον βρήκε να διαβάζει σιωπηλός. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί και άφησε τον Άγιο Αυγουστίνο εμβρόντητο.


Στα εβραϊκά, η λέξη «διαβάζω» και η λέξη «φωνάζω» αποδίδονται με το ίδιο ρήμα. Σημάδι, λοιπόν, ότι όλη η μεγάλη ποίηση πρέπει να διαβάζεται δυνατά. Ο Ουμπέρτο Έκο έχει πει και το εξής: εκτός του να αποστηθίζει κανείς πρέπει και να διαβάζει δυνατά.


Ρομπέρτο Μπενίνι ( 1952). Ιταλός ηθοποιός και σκηνοθέτης. Μεταξύ άλλων έχει πάρει και το Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας το 1998 για την ταινία «Η ζωή είναι ωραία».