Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Οι Παρθενικές

-


Ιδού λοιπόν ένα βιβλίο που κατόρθωσα να διαβάσω μέσα σε περιπέτειες. Εκτός από ολιγογράφος έγινα, φοβάμαι, και αναγνώστης μικρών αποστάσεων. Τώρα με ενδιαφέρει τι θα συγκεντρωθεί για το αφιέρωμα του Δέντρου που επιχειρούμε, μια κοινή ιστορία την οποία γράφουν συγγραφείς, με τον τρόπο του ο καθένας. Λεπτομέρειες βλέπει ο αναγνώστης του blog, τρεις αναρτήσεις πριν, όπου δημοσιεύσαμε την «υπόθεση». «Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ, πουθενά» μου είπε ο Β. Βασιλικός. Ίσως, λοιπόν, μας αποζημιώσει το αφιέρωμα, αν η ανάθεση συγγραφής του κοινού μύθου γίνει αξιανάγνωστη πράξη.


Εν πάση περιπτώσει, για να επανέλθω στο θέμα, το βιβλίο που διάβασα ήταν Οι Παρθενικές (Άγρα), μια συλλογή 10 αφηγημάτων που αναφέρονται σε παιδικά πάθη. Ο συγγραφέας, μετά από χρόνια ανακαλεί (και εφευρίσκει) χαμένες εικόνες και γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, ανατρέχοντας σε σημειώσεις καταγραμμένες σε προπολεμικά σχολικά τετράδια. «Όπως ο Βαλερί Λαρμπό είχε εκδώσει τις Enfantines (Παιδικές) έτσι κι εγώ θα έγραφα τις Παρθενικές μου» ομολογεί ο Μορίς Πονς (Στρασβούργο, 1927).Τα αφηγήματα, με διαφορετικό πάντα πρωταγωνιστή και περιβάλλον, έχουν κοινή αφετηρία (και κοινό κέντρο) την ασύνειδη έκφραση του πρώιμου, ακαταστάλακτου ερωτισμού, που μπερδεμένος ανάμεσα στις σκοτεινές του προϋποθέσεις και την ενστικτώδη αθωότητα συνιστά το τολμηρό παιχνίδι της αφύπνισης. Είναι η αισθησιακή απόπειρα ενηλικίωσης, μια Τυφλόμυγα του άγουρου πάθους που παίξαμε όλοι. Περιστατικά και πρόσωπα τυλιγμένα στο μύθο και στη νεφελώδη ύλη του παρελθόντος απ’ όπου ανασύρονται, συνιστούν συγχρόνως αισθησιακή πρωτογένεια, πρώτη ύλη της διαστροφής, αλλά και μια γλώσσα που οι ρίζες της χάνονται στο μαγικό παρελθόν εκείνου του απόντος που υπήρξε πρόγονος της συνείδησής μας. Οι περιοχές της αναπόλησης προσεγγίζονται με δεξιοτεχνία (στις μύτες των ποδιών του νιώθουμε να πατά κάποτε ο αφηγητής), έτσι ώστε το απαραβίαστο της συνθήκης να μην θίγεται αλλά να κρατά τον χαρακτήρα της μυστικοπάθειας και συχνά της κατάνυξης. Η μετάφραση της Βάνας Χατζάκη υπηρετεί το ρεαλιστικό χαρακτήρα των αφηγημάτων του Πόνς, που είναι, όπως διάβασα, ερασιτέχνης ηθοποιός, δημοσιογράφος, περιστασιακός εκδότης και συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων, πολλά απ’ τα οποία έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και στο θέατρο.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Απόσπασμα από το cd του νέου "Δ". Ανδρέας Εμπειρίκος, Μια άγνωστη ηχογράφηση.



ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ [αντίκτυποι και υποθήκες]

Νεοέλληνες συγγραφείς φωτίζουν τις μεταγενέστερες επιρροές του κινήματος. Το τεύχος συνοδεύει ένα σπάνιο ντοκουμέντο. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος διαβάζει ποιήματά του δύο μόλις χρόνια πριν απ' τον θάνατό του. Μια άγνωστη ηχογράφηση στη Θεσσαλονίκη, το 1973.



↘Ακούστε ένα απόσπασμα εδώ


Anekdotes Hxografiseis T2.wma -

Η νεκρόπολη


Από τον φίλο μου Γιώργο Θεοχάρη έχω την τύχη να λάβω ένα ακόμη κείμενο. Αφορά την περιπλάνησή του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.


Αγαπητέ μου Κώστα,


τακτοποιώντας τα χαρτιά μου βρήκα και σου στέλνω κάποιες φωτογραφίες από το κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Ο χαρακτήρας του blog σου είναι τέτοιος που σκέφτηκα ότι προσφέρεται για το υλικό μου που ήρθε αιφνιδίως στην επιφάνεια.


Ήταν κάποια φωτεινή, παγωμένη, ημέρα Ιανουαρίου το 2000 όταν κατέβηκα στο σταθμό Edgar Quinet του παρισινού metro και πήγα, για πολλοστή φορά, στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Αυτή τη φορά με σκοπό να φωτογραφήσω τα μνημεία.


Μπήκα στην νεκρόπολη, που δημιούργησε ο Ναπολέων έξω από τα τείχη της πόλης, στις αρχές του 19ου αιώνα, από την Avenue Principale, βλέποντας δεξιά μου τον ελλειπτικό, τεράστιο, ορθογώνιο όγκο του Ουρανοξύστη του Μονπαρνάς, να αποτελεί ένα τείχος αποτρεπτικό, θα έλεγα, της επιστροφής των νεκρών στη ζωή, αφού η σημειολογία της ονομασίας των δρόμων εκεί παραπέμπει. Η οδός εμπρός στον Ουρανοξύστη ονομάζεται rue du depart. Οδός αναχωρήσεως.



Η Avenue Principal οδηγεί στην ροτόντα του μεγάλου κοιμητηρίου (ένα πρισματικό τμήμα που την μεγάλη του πλευρά ορίζει η οδός Emile Richard αποτελεί το λεγόμενο μικρό κοιμητήριο). Στο κέντρο της ροτόντας δεσπόζει ο μελαγχολικός άγγελος του γλύπτη Horace Daillion, που συμβολίζει τον αιώνιο ύπνο.


Στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς αναπαύονται πολλοί δημιουργοί, όπως, οι γλύπτες Bourdelle, Bartholdi, Brancusi, ο συνθέτης Camille Saint-Saëns, οι λογοτέχνες Charles-Augustin Saint-Beuve, Gye de Maupassant, Pierre-Jean Jouve, Emil Cioran, Henri Troyat, Julio Cortazar, César Vallejo, ο θεατρικός συγγραφέας Samuel Beckett, ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης, ο πατέρας του αναρχισμού Pierre-Joseph Proudhon και άλλοι.


Περιδιάβαινα ανάμεσα στα μνημεία. Φωτογράφιζα και αναλογιζόμουν τους κεκοιμημένους όταν έσφυζαν από ζωή και δημιουργούσαν.



Ζήτησα από μία κυρία να με φωτογραφίσει μπροστά στον τάφο του Sartre και της Beauvoir. Δεν ξέρω, ακόμη και τώρα, γιατί έκανα αυτή την επιλογή. Γιατί προτίμησα να κρατήσω οπτική ανάμνηση της παρουσίας μου δίπλα σ’ αυτόν τον τάφο. Ίσως η εντύπωση της εικόνας του Sartre στη Σορβόννη, τον Μάη του 1968, που είδα τότε 17χρονος στο Paris Match, να έχει αφήσει βαθειά χαρακιά στην εφηβική μου μνήμη.




Προχώρησα στον τάφο της Marguerite Duras. Ένα ξύλινο καλάθι με πρασινάδα και λίγα κόκκινα και φούξια λουλούδια στολίζουν τα μάρμαρα που σκεπάζουν την συγγραφέα του Εραστή και του Χιροσίμα αγάπη μου. Εκείνη που έγραψε: «Η πατρίδα μου είναι μια πόλη από νερό», κείται κάτω από το προπατορικό μας χώμα.



Πιο πάνω ο τάφος του Ionesco. Στο μέτωπο του μνήματος χαραγμένη η φράση: Προσευχηθείτε, δεν ξέρω σε ποιον. Ελπίζω: στον Ιησού Χριστό.



Φθάνω στον τάφο του Roland Topor. Ένα χαρακτικό του έχει αποδοθεί στην επιτάφια πέτρα. Ένας άνθρωπος κρατά μια σχισμένη βαλίτσα, από το άνοιγμα της οποίας πέφτουν τα φτωχά του υπάρχοντα: ένα πανωφόρι, ένα πανταλόνι, μια πίπα, ένα βιβλίο. Εκείνος, φορώντας το καπέλο του, φεύγει κατευθυνόμενος δυτικά. Προς τας δυσμάς του βίου του, όπως λέγαμε κάποτε. Ο φίλος του Ηλίας Πετρόπουλος έφυγε δυτικά από άλλην οδό αναχωρήσεως, αυτήν του νεκροταφείου Père Lachaise, λίγα χρόνια αργότερα.



Στέκομαι μπρος στον τάφο του Man Ray και της γυναίκας του Juliet. Φωτογραφημένοι μαζί. Together again, γραμμένο στο μάρμαρο. Πάνω από το όνομα του Man Ray χαραγμένη η φράση: Unconcerned but not indifferent. Αμέτοχος ή καλύτερα, ανέμελος μα όχι αδιάφορος. Παίρνω με τη μηχανή δύο πλάνα. Στην εμφάνιση τυπώνω έγχρωμα και ασπρόμαυρα. Στη μνήμη εκείνου που κράτησε ασπρόμαυρη τη μνήμη της εποχής του.




Έχω φτάσει πια στην Avenue de lOuest, στη δυτική πλευρά του μεγάλου κοιμητηρίου. Ο τάφος του Tristan Tzara, δεν απέχει από την επιφάνεια του εδάφους παρά όσο το πάχος της πέτρας που τον σκεπάζει. Πνιγμένος στις πρασινάδες. Πάνω στην πέτρα χαραγμένη η ιδιότητά του: Poete. Ένα κερί, λίγα χαλίκια, κάποια νομίσματα. Θυμάμαι τώρα κάποιους στίχους του: …γνώρισα τη μελωδία / απ’ όπου ανατέλλει η μνήμη / δεν υπάρχει πια φωνή ν’ αντιλαλεί / μες στο Παρίσι το στρωμένο με φύλλα / ένα καλοκαίρι λείπει απ’ την πρόσκληση / μόνος εγώ το ξέρω…Είναι ένα απόσπασμα από ποίημα αφιερωμένο στον Robert Desnos. Εκείνος βρίσκεται θαμμένος πιο πέρα, στον τάφο της οικογένειάς του. Πάνω στο μάρμαρο η φωτογραφία του. Κρατά ένα βιβλίο. Διαβάζει. Σκέπτομαι πόσο μακρινό είναι άραγε το 1928 που έξω από αυτή τη νεκρόπολη, γεμάτος ζωή, έξω ακριβώς από την αιώνια κατοικία του, περπατούσε στους δρόμους του Μονπαρνάς αγκαλιασμένος με την πανέμορφη Youki; Πόσο μακριά είναι η εποχή που έγραφε: […] Εσύ νεκρή, θα είσαι ωραία, πάντοτε ποθητή. Εγώ θα έχω πεθάνει, το αθάνατο κορμί σου θα τυλίγει το δικό μου, με την καταπληκτική εικόνα σου παρούσα πάντοτε, μεταξύ των ατελείωτων θαυμάτων της ζωής και της αιωνιότητας, […].



Λίγο πιο κάτω από oι τάφοι των σουρεαλιστών, κοντά στον δυτικό μαντρότοιχο, βρίσκεται ο τάφος του Charles Baudelaire. Προτίμησα να κρατήσω την εικόνα αυτού του μνημείου και όχι του πολυφωτογραφημένου κενοταφίου του ποιητή, που βρίσκεται στην Avenue de lEst, και είναι φτιαγμένο από τον γλύπτη José de Charmoy. Εδώ ουσιαστικά είναι ο οικογενειακός τάφος του στρατηγού Jacque Aupick, πατριού του Baudelaire. Είναι θαμμένη επίσης η μητέρα του ποιητή Caroline Archenbaut Defayes. Ο θετός γιος, αφού εν ζωή τον μίσησε, συναντήθηκε δια παντός κάτω από το χώμα με τον πατριό του, για τον οποίο είχε γράψει: «Αντιπάθησα αμέσως αυτόν τον υπέροχο ηλίθιο, που με το ύφος του προσπαθούσε να μου εμφυσήσει όλο το γαλλικό πνεύμα».


Πήρα σιγά σιγά το δρόμο της εξόδου. Είχα περιπλανηθεί σχεδόν για τέσσερις ώρες. Περνώντας πλάι στον τάφο του Beckett προσπάθησα να τον φανταστώ στο Μονπαρνάς της δεκαετίας του 1950 να επιχειρεί ν’ ανεβάσει το Περιμένοντας τον Γκοντό στο Théâtre de la Gaité της Χριστίνας Τσίγκου. Την ίδια, αργότερα, να πρωταγωνιστεί στις Ευτυχισμένες Ημέρες. Όλοι, όλοι τώρα πια πρωταγωνιστές στον απειράριθμο θίασο της ανυπαρξίας…


Κατευθύνθηκα στην Closerie des Lilas. Παράγγειλα ένα κονιάκ. Σχεδόν όσοι διανοούμενοι βρίσκονται στο κοιμητήριο, ήταν θαμώνες αυτού του καφενείου. Κι άλλοι που αλλού αναπαύονται: Apollinaire, Verlain, Jarry, Cézanne, Picasso, Modigliani, Breton, Hemingway, Fitzerald, Miller, Pound, κι άλλοι πολλοί. Πλήρωσα και βγήκα γρήγορα στην λεωφόρο.…



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Mια απουσία



Η Μάρη Θεοδοσοπούλου δεν γράφει πια στο Βήμα κριτική βιβλίου. Σχολιάσαμε έγκαιρα, νομίζω, το γεγονός στις σελίδες του Δέντρου. Υπήρξε αμέσως ανταπόκριση, αν κρίνω από τις δύο επιστολές και μερικά τηλεφωνήματα που έγιναν και αφορούσαν την επισήμανσή μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δημοσιευόμενη Κριτική έχασε μια πολύ σοβαρή πρόταση με τη συγκεκριμένη απουσία. Τα κείμενα της κριτικού είχαν εκείνο το στοιχείο που έδινε τον χαρακτήρα τού εμπεριστατωμένου και σοβαρού. Τελειώνοντας την ανάγνωσή τους γνώριζες το αντικείμενο, τι είναι, σε τι αφορά. Ο χαρακτήρας του βιβλίου είχε ξεδιπλωθεί μπροστά σου. Δεν είχες παρά να επαληθεύσεις το νόημα και το κριτήριο.

Μας είχε δοθεί η ευκαιρία από το Δέντρο, και μάλιστα από το editorial, να κρίνουμε (σε επίπεδο συμπεριφορών της κορυφής, κυρίως) το πάλαι ποτέ ένθετο του βιβλίου της συγκεκριμένης εφημερίδας. Δεν θα το επαναλάβω. Δεν έχει αυτόν το στόχο το σχόλιό μου. Σήμερα η επισήμανση είναι ότι η Θεοδοσοπούλου, με τη γραφή της, τις προσεγγίσεις της, την ώριμη αναγνωστική συνείδησή της, απουσιάζει από μιαν εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Στο blog της, το ex libris, και στην κυριακάτικη Εποχή, μπορούμε προς το παρόν να παρακολουθούμε, όπως παλιά, ένα από τα λιγότερο φορτωμένα με ανώφελες αποσκευές πνεύμα, τη σχέση του με τα κείμενα και τον σχολιασμό τής εκδιδόμενης πνευματικότητας.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Οι πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας




Το «Δ» σχεδιάζει ένα αφιέρωμα το οποίο πιστεύουμε ότι θα είναι ενδιαφέρον γιατί αφορά στις πολλές εκδοχές μιας ιστορίας. Πιο συγκεκριμένα σκοπεύουμε να αναθέσουμε τη γραφή ενός διηγήματος (1200 περίπου λέξεων) σε διάφορους συγγραφείς, με βάση ένα γενικό περίγραμμα της ιστορίας που θα δώσουμε εκ των προτέρων.


Το «θέμα», λοιπόν, έχει ως εξής: ένα παιδί γύρω στα δέκα έρχεται συχνά από την επαρχία στην Αθήνα του 1956, με τον πατέρα του. Συναντούν τη μητέρα του, η οποία πάσχει από ανίατο νόσημα, κάνει θεραπεία στην πρωτεύουσα και διαμένει στο ξενοδοχείο «Ευρώπη» στην οδό Σατωβριάνδου. Ο μικρός πράγματι βλέπει την άρρωστη μητέρα του σε δωμάτιο του μικροαστικού ξενοδοχείου, στον τρίτο όροφο, την οποία φροντίζει μια αδελφή της, μια θεία του. Από το μπαλκόνι του δωματίου βλέπει την κίνηση στο δρόμο, ένα αντικρινό ημιυπόγειο κατάστημα κατασκευής βαλιτσών, πιο μακριά το «Μινιόν» και, στην ίδια πλευρά του πεζοδρομίου, το εστιατόριο «Ελληνικόν», όπου τρώει με τον πατέρα του ή τη θεία του. Το ασανσέρ, οι σκάλες από την είσοδο μέχρι το γραφείο της ρεσεψιόν, οι μυρωδιές, ένα υποτυπώδες πρωινό, είναι εικόνες και ερεθίσματα που αποτυπώνονται στη μνήμη του. Μετά από 50 χρόνια, εγκατεστημένος πια στην Αθήνα, έχει περάσει αρκετές φορές μπροστά απ’ το ίδιο ξενοδοχείο. Ο δρόμος, τα καταστήματα και η γενικότερη σκηνογραφία γύρω από αυτό έχουν αλλάξει. Η περιοχή έχει υποβαθμιστεί δραματικά. Σε μια από τις διελεύσεις του από εκεί μπαίνει στο ξενοδοχείο, ανεβαίνει τα δέκα φαρδιά σκαλοπάτια και ζητάει από τον ρεσεψιονίστ, ένα άξεστο παιδί, να του επιτρέψει να δει το δωμάτιο του τρίτου ορόφου. Εκείνος αρνείται. Του δείχνει με νόημα ένα ζευγάρι που κατεβαίνει προς την έξοδο.


Ο συγγραφέας «καλείται» να αναλάβει την αναπαράσταση της ιστορίας, προσθέτοντας στο πρόπλασμα που του δίνουμε μια συνέχεια, την οποία μπορεί να χειρισθεί ελεύθερα: υποτεθείσθω ότι ο ήρωας γύρω στα εξήντα πια, δέχεται να μισθώσει μια κοπέλλα για να βρεθεί πάλι στον χώρο της ανάμνησής του. Πώς θα μπορούσε να εξιστορηθεί η επίσκεψη αυτή;


Πιστεύουμε ότι το αφιέρωμα αυτό είναι πρωτότυπο, δίνει την ευκαιρία της πολλαπλής αφήγησης (ένα δημιουργικό παιχνίδι της αφηγηματικής νεωτερικότητας) και, τέλος, συνιστά μιαν άλλη αντίληψη στο είδος του Αφιερώματος που συνήθως αφορά συγγραφείς, ξένες λογοτεχνίες, επετείους κλπ. Τα 40 περίπου κείμενα είναι ήδη στα χέρια μας και ο αναγνώστης θα κρίνει την αξία τους και το εύρος της φαντασίας των συνεργατών.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

SMS


Το κείμενο αυτό, όπως και το προηγούμενο που αναρτήθηκε, φιλοξενείται στο τεύχος 165-166 του Δέντρου που κυκλοφορεί. Υπογράφεται από τον τακτικό σχολιογράφο του περιοδικού Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Η λογοτεχνία των SMS

Θα το έχετε ακούσει πολλές φορές: «Τα SMS σκοτώνουν τη γλώσ­σα». Μπορεί να το πιστεύετε κιόλας. Η αλήθεια είναι ότι το Short Message Service, που ξεκίνησε σαν μια ακόμη παροχή της κινητής τηλεφωνίας, έχει κατακτήσει τη νεολαία, έχει γεννήσει έναν καινούργιο τρόπο γραφής, άμεσο, σύντομο, αποσπασματικό. Μέσα σε 160 χαρακτήρες (αυτό είναι το όριο ενός SMS) χωρούν ανησυχίες, ερωτικές εξομολογήσεις, ραντεβού, υπενθυμίσεις, υβριστικά μηνύματα, η καθημερινή ανία και, βέβαια, τα νέα μας, καλά και κακά, σημαντικά και ασήμαντα.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, η εφημερίδα El Mundo, στο πολιτιστικό της ένθετο, φιλοξένησε τις απόψεις ακαδημαϊκών, συγγραφέων, διαλεκτολόγων και άλλων επαϊόντων, σχετικά με το πόσο επηρεάζει τον τρόπο επικοινωνίας και πρόσληψης της γλώσσας αυτό το σχετικά καινούργιο σύστημα επικοινωνίας που κατέχει κεντρικό ρόλο στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Άλλωστε, εν έτει 2008, σε μια μέρα, αποστέλλονται στην Ισπανία πάνω από δέκα εκατομμύρια τέτοια μηνύματα (κάπου δύο εκατομμύρια είναι ο αντίστοιχος αριθμός στην Ελλάδα).

Στις απόψεις, έτσι όπως καταγράφηκαν, συναντά κανείς καχυποψία και ελπίδα, φόβο για το μέλλον της ισπανικής γλώσσας και πίστη στις καινοτομίες που φέρνει το νέο μέσο. Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Χοσέ Μαρία Μερίνο ανήκει σε εκείνους που αντιμετωπίζουν με καχυποψία τη «γλώσσα» των SMS και τη σχέση της με τη δυνατότητα έκφρασης και τον γλωσσικό πλούτο των νέων: «Χρησιμοποιώ πολύ λίγο το κινητό και δεν ξέρω να γράφω μηνύματα. Απ’ όσα γνωρίζω, βλέποντας τη νεολαία να επικοινωνεί μέσω αυτών, πιστεύω ότι η γλώσσα φτωχαίνει όταν χρησιμοποιεί κανείς λίγες λέξεις και, επιπλέον, τις μετατρέπει σε σκελετούς συμφώνων. Για να μην αναφερθώ στη χρήση μιας αργκό, που αντί να κάνει πιο ανοιχτή την επικοινωνία, την περιορίζει».

Οι «σκελετοί συμφώνων» στους οποίους αναφέρεται ο Μερίνο δεν είναι παρά αποτέλεσμα της ανάγκης για εξοικονόμηση χώρου (αυτά τα περίφημα 160 στοιχεία). Έτσι, για παράδειγμα, σ’ ένα ελληνικό SMS θα δούμε «dn» αντί για «δεν» και το «μου» ή το «με» γραμμένο ως «m». Σε περίπτωση που το ραντεβού είναι στη «Γλυφάδα», μ’ ένα «glf» το έχουν καταλάβει όλοι ή, τουλάχιστον, όσοι πρέπει να το καταλάβουν, το «κ» σημαίνει «και», το «τπτ» ίσον «τίποτα» κ.τ.λ. Ο λεξικογράφος Γκρεγκόριο Σαλβαδόρ, σχετικά με το θέμα των συντμήσεων εκφράζει την άποψη ότι «ανέκαθεν υπήρχαν τέτοια συστήματα συντμήσεων, προϊόντα της ανάγκης εξοικονόμησης χώρου και χρημάτων. Παλαιότερα», τονίζει, «αν κάποιος ήθελε να στείλει ένα τηλεγράφημα για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του, για παράδειγμα, ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει κάτι παραπάνω αν επέλεγε να εισαγάγει στο κείμενό του τις απαραίτητες προθέσεις».

SMS και παιδεία

Πολλοί από τους ερωτηθέντες εισάγουν στη συζήτηση περί SMS το θέμα της παιδείας των νεαρών Ισπανών. Σύμφωνα με τον κα­θηγητή λογοτεχνίας στο Πα­νε­πι­στήμιο της Σαλαμάνκα, Ρικάρ­ντο Σενάμπρε, είναι εμφανές ότι οι νέοι διαβάζουν όλο και λιγότερο, συνεπώς «η γραφή των SMS θα κά­νει μεγαλύτερη ζημιά σε όσους δεν ξέρουν να εκφραστούν, σε εκείνους που αισθάνονται άβολα με τη σύνταξη. Η ασθένεια θα προσβάλει τους πιο αδύναμους οργανισμούς». Ο γλωσσολόγος Χοσέ Πόλο, από την πλευρά του, αναφέρεται και εκείνος στην κακοποίηση της γλώσσας στα SMS όχι μόνο εκ μέρους της νεολαίας αλλά από «την μεγάλη πλειοψηφία, που αν και έχει αποφοιτήσει από το δημοτικό, το γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο, εν τούτοις χειρίζεται απελπιστικά άσχημα τη γλώσσα».

Πιο αισιόδοξοι ακούγονται ο συγγραφέας Άνχελ Μάνιας και ο κριτικός λο­γο­τε­χνίας Χερμάν Γκουγιόν. Και οι δύο κάνουν λόγο για πιθανό­τητα εμπλουτισμού της ισπανικής γλώσσας από τη γλώσσα των μηνυμάτων, αν και δεν διστάζουν να τονίσουν την αδυναμία αυτού του κώ­δικα να παραγάγει πλήρη κείμενα, όπως για παράδειγμα μια δικαστική απόφαση ή ένα άρθρο του Συντάγματος. Στην Ελλάδα, εκτός από τα θέ­­ματα των συντμήσεων, της κα­­τάρ­γησης άρθρων και προθέσεων, ή της προσφυγής στους «σκελετούς» συμφώνων (τι καταπληκτική μεταφορά αυτή του Μερίνο) έχουμε και το θέμα της χρήσης των λατινικών χαρακτήρων. Πρό­σφατα, σε ένα blog, μια χρήστρια αναφερόταν στις πολλαπλές εκ­δοχές, στον κόσμο των SMS, μιας τόσο απλής και καθημερινής φρά­σης όπως είναι το: «Θα σου τηλεφωνήσω αύριο». Κατέγραφε τέσσερεις εναλλακτικές λύσεις, αν και υποψιαζόμαστε ότι θα υπάρχουν πολλές ακόμα:

1) «Θα τηλεφωνήσω αύριο»
2) «Θα τηλ. αύρ.»
3) «Tha (soy) thlefwnhsw ayrio»
4) «8a (sou) tilefoniso aurio»

Μυθιστορήματα

Τον Δεκέμβριο του 2007, ο Βαγγέλης Βαγγελάτος έγραφε στην Ελευθεροτυπία για τα keitai shosetsu: «Αυτό στα ιαπωνικά σημαίνει κινητό μυθιστόρημα. Αυτή την εβδομάδα η λίστα των ιαπωνικών μπεστ σέλερ μυθιστορημάτων για το 2007 –που εκδίδει ο μεγαλύτερος διανομέας βιβλίων της χώρας, Tohan– περιλαμβάνει πέντε έργα που γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν αρχικά για... κινητά τηλέφωνα. Τα τρία από αυτά βρίσκονται στις τρεις πρώτες θέσεις. Γραμμένα στη γλώσσα των SMS, τα κεϊτάι σοσέτσου αποθηκεύονται σε συγκεκριμένο site, στο οποίο οι συνδρομητές πληρώνουν περίπου δύο ευρώ το μήνα. Αυτό, σε αντάλλαγμα, τους στέλνει στο κινητό τους το μυθιστόρημα της αρεσκείας τους σε μίνι επεισόδια, που έχουν υπολογιστεί να απαιτούν για την ανάγνωσή τους το χρόνο που κάνει το τρένο ή ο υπόγειος ανάμεσα σε δύο σταθμούς!».

Η πιο «γνωστή» περίπτωση συγ­γραφέα τέτοιων μυθιστορημάτων είναι η αποκαλούμενη Ριν, μια νεαρή είκοσι ενός ετών, που δημοσίευσε με αυτό τον τρόπο το Εάν εσύ, το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο το 2007, στην έντυπη μορφή του, πούλησε περισσότερα από 400.000 αντίτυπα στην Ιαπωνία: «Δεν έχω γκόμενα, αλλά γουστάρω το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Δεν έχει αγόρι, ούτε φίλους, γιατί είναι πολύ μελαγχολική. Αυτή είναι η ιστορία μας». Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του τρόπου γραφής της Ριν η οποία, μετά την επιτυχία της, δήλωσε στα μέσα της χώρας της πως «η μητέρα μου δεν ήξερε καν ότι γράφω μυθιστόρημα».

Συντομία


Στις περισσότερες πλέον χώρες έχουν εκδοθεί μυθιστορήματα που στηρίζονται, εν μέρει, στα SMS. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, έχουμε την περίπτωση του Μιγκέλ Άνχελ Ροντρίγκεθ, πρώην συμβούλου του Αθνάρ!!!, που δημοσίευσε τον Μυστικό σταυρό του Αυτοκράτορα (το μισό μυθιστόρημα εκτυλίσσεται κατά τον 16ο αιώνα και το άλλο μισό τον 22ο όταν, σύμφωνα με τον πρώην σύμβουλο, η γλώσσα των SMS θα αποτελεί κυρίαρχο κώδικα επικοινωνίας).

Το πρώτο, όμως, μυθιστόρημα αποκλειστικά γραμμένο με SMS θεωρείται το The last messages του Φινλανδού Χάνου Λουντιάλα. Δημοσιεύτηκε το 2007 και περιγράφει, μέσα από τα SMS που ανταλλάσσει με τους οικείους του, τις περιπέτειες ενός φινλανδού επιχειρηματία που εγκαταλείπει δουλειά και οικογένεια για να περιπλανηθεί στην Ευρώπη και στην Ινδία. Φυσικά η λογοτεχνία δεν ανακαλύπτει τώρα τη «συντομία», το «φευγαλέο». Από τους αφορι­σμούς μέχρι τα χαϊκού, από τις γκρε­γκερίας του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα μέχρι τα μικροδιηγήματα, είναι αμέτρητες οι προσπάθειες της έκφρασης με τρόπο ελλειπτικό, σχεδόν τηλεγραφικό.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η συλλογή μικροδιηγημάτων Descortesía del suicida [Η αγένεια του αυτόχειρα] του Αργεντινού, αλλά χρόνια τώρα εγκατεστημένου στην Ισπανία, Κάρλος Βιτάλε, που εξέδωσε το καλοκαίρι του 2008 ο ισπανικός εκδοτικός οίκος Candaya. Ένα εξαιρετικό βιβλίο, στο οποίο το με­γαλύτερο κείμενο δεν ξεπερνά τις τέσσερεις αράδες. Ας δούμε τρία διηγηματάκια με τίτλο, αντίστοιχα, «Τους λόγους του θα ’χει», «Υπερβολή» και «Φύκια για μεταξωτές κορδέλες»: «Κάποιος λόγος θα υπάρχει που ο καθρέφτης αντανακλά το είδωλό μου»// «Πώς είναι δυνατόν όλα μου τα χρόνια να υπήρξαν τα χειρότερα της ζωής μου;» // «Έχω μπουχτίσει από αντιπαθητικούς που το παίζουν ντροπαλοί». Λιγότερο από 160 χαρακτήρες, ιδανικά για SMS.

Εδιμβούργο


Το μικρό σχόλιο που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο Νο 165-166 που κυκλοφορεί. Το υπογράφει ο Σταύρος Μουστάνης, τακτικός συνεργάτης του «Δ».

Εδιμβούργο-Aθήνα

Μαυρίζουν γρήγορα οι πέτρες των σπιτιών στο Εδιμβούργο, μου­σκεμένες από την αδιάκοπη βρο­χή. Φρεσκοκομμένες έχουν το χρώμα της ώχρας, αλλά σκουριά­ζουν γρήγορα προς το βαθύ πορτοκαλί πριν καταλήξουν σε ζοφερό σταχτοπράσινο. Τη μέρα το φως διατηρείται αμετάβλητο, του λείπει η ένταση, και η πόλη δεν αλλάζει­ εύκολα όψη καθώς το περίγραμμα των κτιρίων της μένει ανελαστικό χωρίς τις αιχμηρές γωνίες των σκιών. Εδώ όμως κίνηση είναι η διαρκής μεταβολή στη διάθεση του παρατηρητή. Το μεσαιωνικό κάστρο των Στιούαρτ, στην κορυφή του υψώματος που δεσπόζει στην πόλη, οι ακμές στον καθεδρικό του αγίου Ιακώβου, οι κλασικές ονειροπολήσεις της νέας πόλης, το κάθισμα του Αρθούρου, το κοινοβούλιο του Morajes σε φόρμα σονάτας, γλαφυρό και διάφανο, αποτελούν τα σημεία στον ορίζοντα της ιστορίας της, εκείνα που σε ακολουθούν όταν με δρασκελιές τέμνεις τον χρόνο και ανακαλύπτεις ένα πρόσωπο χωρίς χάσματα και ασυνέχειες. Αν είναι η «Αθήνα του βορρά» δεν το ξέρω. Τα νεοκλασικά τα συναντάς παντού στη καινούργια πόλη, είτε σαν μισοτελειωμένες απόπειρες, είτε σαν κολάζ ενός φανταστικού κλασικού πρωτότυπου. Σου προκαλούν ανακούφιση όπως γειτνιάζουν, εκλεκτικώς συμφιλιωμένα με την αυστηρότητα των γεωργια­νών.

Ανακούφιση που χάνεται όταν επιστρέφεις στη δικιά μας Αθήνα και σκοντάφτεις στα ρετάλια μιας ιδεολογίας που δεν κράτησε και άφησε έκθετα της ιστορίας κάτι τριλογίες, λέει, στην Πα­νε­πιστημίου και άλλα δώθε κεί­θε.

Τώρα που πείσαμε εαυτούς και όχι άλλους για το παρελθόν μας, τώρα που δεν είναι χρήσιμα στην νεοελληνική μας μεταμφίεση, περιμένουν καρτερικά τη σωτηρία στην αλλαγή της χρήσης τους. Παραδείγματος χάριν η Βιβλιοθήκη, βλοσυρή και μονίμως σκοτεινή, αδικαιολόγητα υπερυψωμένη και με παράταιρη είσοδο, θα μπορούσε να φιλοξενήσει ένα φανταχτερό και θορυβώδες Starbucks. Το Πανεπιστήμιο, με τον προαύλιο χώρο να του χαρίζει ευεργετική προοπτική, ας οριστεί και επίσημα μόνιμος χώρος ελεγχόμενης εκτόνωσης της κοινωνικής βίας. Ε, και η Ακαδημία ας διατηρήσει τον ρόλο της λειψανοθήκης, απ’ όπου κατά καιρούς αναπέμπονται βροντεροί εθνοσωτήριοι λόξυγκες.


Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Το καινούριο τεύχος του Δέντρου


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ [αντίκτυποι και υποθήκες]

Νεοέλληνες συγγραφείς φωτίζουν τις μεταγενέστερες επιρροές του κινήματος. Το τεύχος συνοδεύει ένα σπάνιο ντοκουμέντο. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος διαβάζει ποιήματά του δύο μόλις χρόνια πριν απ' τον θάνατό του. Μια άγνωστη ηχογράφηση στη Θεσσαλονίκη, το 1973.









Anekdotes Hxografiseis T2.wma -

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Εξ αφορμής


H προηγούμενη ανάρτηση ήταν ένα κείμενο που μου έστειλαν. Αφορμή αυτής της αποστολής ήταν όσα έγραψα (το περασμένο καλοκαίρι) για τις επισκέψεις μου στον Ηλία Πετρόπουλο (Παρίσι, 1975). Σκέπτομαι πάλι τα περιστατικά, που χωρίς σημειώσεις ή ημερολόγια δύσκολα επανέρχονται, αν δεν έχουν τελεσίδικα χαθεί. Έχω προσέξει ότι τα πιο ανθεκτικά στοιχεία απέναντι στη λήθη—ό,τι συνήθως διασώζεται—, είναι εικόνες ή φράσεις που μας είπαν, κυρίως αν αυτές είχαν το στοιχείο του αξιώματος, δηλαδή αν ήταν σύντομες και αφοριστικές ατάκες. Έτσι, επανερχόμενος για μια ακόμη φορά στην παλιά σχέση μου με τον συγγραφέα (διήρκεσε από το 1972 έως το 1977 και τον ξαναείδα το 2002 τυχαία, καθ’ οδόν, στο Παρίσι) συγκρατώ και μπορώ να επαναφέρω ορισμένα γεγονότα και απόψεις του. Μερικές φορές (και τότε η ανάκληση θερμαίνεται με το στοιχείο της αμεσότητας) έχει περισωθεί ακόμη και το ύφος με το οποίο τις είχε εκφέρει. Απέναντί μου είχε πάντα ένα είδος παιδαγωγικής διάθεσης. Επιθυμούσε να είναι αποκαλυπτικός, να δείχνει στον νεαρό ακροατή το μέτρο της κρίσης του και, κυρίως, να μεταβιβάζει τις αναντίρρητες αλήθειες του.


Μου έδειξε κάποτε ένα κομπολόι (ή ήταν χάντρες;) κρεμασμένο στο καθρεφτάκι κάποιου αυτοκινήτου που περνούσε την Ακαδημίας. «Κοίτα» μου είπε. «Δεν άλλαξε τίποτε. Όπως ακριβώς έκαναν στα άλογα. Τους κρεμούσαν χάντρες στο μέτωπο για λόγους διακοσμητικούς ή για το μάτι.».


Θυμάμαι πώς μου είχε αφηγηθεί κάποτε τη συνάντησή του με το νεαρό Θεοδωράκη, δεκαετία του ’60, στη Θεσσαλονίκη. Το αξιοπερίεργο είναι ότι έχω ξεχάσει απολύτως τη συγκυρία που μου περιέγραψε και το μόνο που μου έχει εντυπωθεί είναι η εικόνα ενός παλιού παλτού που φορούσε ο συνθέτης. «Στην άκρη, τα μανίκια του ήταν φαγωμένα» μου είπε, ζωγραφίζοντας έμμεσα την εποχή, κυρίως όμως την κατάσταση του προσώπου.


Μιαν άλλη φορά, γύρω στο ’74, τη στιγμή που έφτιαχνε μια σαλάτα (βραστές πατάτες, βραστό αυγό, ελιές Καλαμών, κρεμύδι και λάδι), τον ρώτησα γιατί είναι τόσο λιτοδίαιτος. Θέλοντας πάντα να υπογραμμίζει την ερωτική του ταυτότητα, μου απάντησε πολύ σοβαρά, εν ταυτώ και συμβουλευτικά. «Ή τραπέζι ή κρεβάτι, Μαυρουδή!!!. Δεν γίνεται και τα δύο»


Μια μέρα του καλοκαιριού του 1972 περάσαμε για λίγο από το βιβλιοπωλείο «Ηνίοχος», Σόλωνος και Ομήρου. Λίγο μετά από εμάς, μπήκε μέσα και ζήτησε κάτι ένας γνωστός τεχνοκριτικός. Ο Πετρόπουλος τον προηγούμενο χρόνο είχε εκδώσει τα Καλιαρντά. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου παρέθετε έναν κατάλογο με παρατσούκλια ομοφιλοφίλων, όπου ανέφερε και τον εν λόγω κριτικό με το προσωνύμιο «Τσιρμπινιώ η αδάμαστη». Αμφιγνώμων ο θιγείς από τη δημοσίευση, σκέφτηκε για λίγο αν έπρεπε να ζητήσει ή όχι το λόγο από τον συγγραφέα που συνάντησε τυχαία. Στο τέλος ενέδωσε, πλησίασε κουτσαίνοντας τον Πετρόπουλο, του χτύπησε τον ώμο και τον ρώτησε. « Με συγχωρείτε, μήπως εννοείτε εμένα στη σελίδα 186;». Ο Πετρόπουλος δεν φάνηκε να αιφνιδιάζεται και, με ένα είδος από καθέδρας σοβαροφάνειας, απάντησε ψυχρά. «Δεν ξέρω κύριε, εγώ κάνω επιστήμη!». Βγαίνοντας και κατηφορίζοντας τη Σόλωνος, με ρώτησε «Καλά δεν του απάντησα;».


Αναρωτιέμαι συχνά, την ίδια στιγμή που αφηγούμαι, τι σημασία έχουν αυτές οι παλιές ιστορίες. Η λιτανεία των μοναχικών τους σκιών. Όχι με την έννοα ποιον και πόσο τον αφορούν, αλλά πόσο σημαντικό γεγονός συνιστούν, όταν υπάρχει το κατατεθειμένο έργο του προσώπου, που έχει (ή δεν έχει) αυτοδύναμη σημασία. Ωστόσο πιστεύω πως οι αναφορές στο παρελθόν είναι όχι μόνον αναπόφευκτες αλλά και αναγκαίες. Είναι πράξη μνημοσύνης, ακόμη κι αν έχουν χαρακτήρα ευτράπελο και ελάχιστα σοβαρό. Ποτέ δεν μας διαφεύγει η ηχώ του ιερού, που ακούμε στα πράγματα από το παρελθόν. Σκέπτομαι, μάλιστα, μήπως στη συναναστροφή μας με τον άλλον, ακόμη και στις φράσεις που του απευθύνουμε, υπάρχει πάντα ένα μικρό κομμάτι ιδιοτέλειας και σκοπιμότητας. Ένας υπολογισμός εγγραφής στο μέλλον. Μια κρυμμένη πρόθεση για τη διαχείριση του τρέχοντος υλικού πολύ αργότερα. Αναρωτιέμαι, μ’ άλλα λόγια, αν εκτός από τα γραπτά μας, πράττοντας και μιλώντας σήμερα στο διπλανό μας, φτιάχνουμε το σκηνικό για τις παραστάσεις μας όταν οι ίδιοι θα λείπουμε.